03-27-2026 14:31
Επικαιρότητα
- Κατηγορία: Κέρκυρα
Σελίδες της απεργίας που συντάραξε την Κέρκυρα το 1912
Γράφει ο Αλέκος Πρίφτης
Η εξομολόγηση μιας αδιάντροπης αντεργατικής συνωμοσίας βιομηχάνων, σε εκκλησία, στη διάρκεια μιας κηδείας. Απόφαση για απεργία με όρκο των εργατών σε εικόνα του Χριστού. Ένα αμφιλεγόμενο ερωτικό πείραγμα σε εργάτρια που αποτέλεσε πρόσχημα απολύσεων ενός συνδικαλισμένου εργάτη και ταυτόχρονα των δύο θυγατέρων του. Ιερέας όρκιζε εργάτες στο Ευαγγέλιο, μετά την απεργία, να απαρνηθούν τον συνδικαλισμό. Έφιπποι αστυνομικοί και χωροφύλακες περιπολούσαν με όπλα στους δρόμους της πόλης. Απαγόρευση δημοσίων συναθροίσεων. Έλληνες και... Τούρκοι στρατιώτες έγιναν αρτεργάτες και φρουροί εργοστασίων. Οι 125 πιο μαχητικοί απεργοί, ένας απόστρατος ταγματάρχης, ένας πωλητής καπνού, ένας δικηγόρος, ένας γιατρός, ένας δημοσιογράφος-εκδότης εφημερίδας και ένας εμποροράφτης, που κατηγορήθηκαν για... θρασύτητα κατά της Αρχής, υποκίνηση διχόνοιας και μίσους, απείθεια στις αστυνομικές αρχές, πυροβολισμούς, άδικη επίθεση, δολιοφθορές και απόπειρες φόνων. Μηχανορραφίες του βιομήχανου Αλέξανδρου Δεσύλλα και μια απεργιακή πορεία πέντε χιλιομέτρων ως το κέντρο της πόλης. Σοσιαλιστικά συνθήματα εναντίον των «πλουτοκρατών» και μια ιστορική «απολογία» ενός διαδηλωτή. Εντάλματα κατάσχεσης της περιουσίας απεργών.
Αυτά είναι μερικά, μόνο, από τα ιδιαίτερα επιμέρους στοιχεία που θα μπορούσαν να συνθέσουν σε υπότιτλους όσα διαδραματίστηκαν στην υπόθεση της πρώτης μεγάλης εργατικής απεργίας στην Κέρκυρα το 1912 και τεκμηριώνονται σε έγγραφα και δημοσιεύματα της εποχής.
Την Κυριακή 8 Ιουλίου 1912, θυμίζουμε, ξέσπασε η πρώτη μεγάλη πολυκλαδική εργατική απεργία στο νησί· μια απεργία που συντάραξε την Κέρκυρα, απασχόλησε επί μέρες τον αθηναϊκό Τύπο, προκάλεσε εκδηλώσεις αλληλεγγύης στους απεργούς από άλλα μέρη της χώρας και «μισοπήρε επαναστατικό χαρακτήρα», όπως έγραψε μετά από μερικά χρόνια ο ιστορικός Γιάννης Κορδάτος στο βιβλίο του «Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος».
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, καθώς έρχονται στο φως ολοένα και πιο πολλά άγνωστα υλικά και ντοκουμέντα της εποχής και αναδεικνύεται σε όλες σχεδόν τις μεγαλειώδεις διαστάσεις του το ιστορικό αυτό γεγονός, η απεργία των Κερκυραίων εργατών του 1912 θα καταλάβει δεσπόζουσα θέση στην πρώιμη ελληνική εργατική - συνδικαλιστική Ιστορία των αρχών του προηγούμενου αιώνα.
Ήταν, δίχως άλλο, ένα συγκλονιστικό γεγονός. Δόνησε το νησί. Η Κέρκυρα δεν θα ήταν ποτέ πια η ίδια. Ο συντηρητικός τοπικός Τύπος εκείνων των ημερών, έκπληκτος, έκανε λόγο για πρωτόγνωρα και «επαναστατικά» γεγονότα. Ανδρωμένη στις συνθήκες της βιομηχανικής καπιταλιστικής ανάπτυξης του νησιού, η εργατική τάξη όρθωνε δυναμικά το ανάστημά της, σε αντιπαράθεση με την αστική τάξη, όπως ποτέ πριν.

![]() |
![]() |
![]() |
Οι σχετικές αναφορές της τοπικής εβδομαδιαίας «Εφημερίδας των Ειδήσεων» σε φύλλο της που έφερε ημερομηνία Τετάρτη 11 Ιουλίου 1912, οπότε η απεργία διένυε την τέταρτη μέρα της και παράλληλα κορυφωνόταν απεργοσπαστική επιχείρηση των βιομηχάνων και των κρατικών αρχών, με τη χρήση ακόμη και στρατιωτικών δυνάμεων, είναι εξίσου ενδεικτικές και αποκαλυπτικές όσων συνέβαιναν. Σε πρωτοσέλιδο θέμα της με τίτλο «Η απεργία», αναφερόμενη σε συμβάντα σε εργοστάσιο βουτύρου και άλλων προϊόντων, σε δύο από τους κυλινδρόμυλους της πόλης, στο ελεγχόμενο κυρίως από Βέλγους κεφαλαιούχους εργοστάσιο γκαζιού και σε άλλες βιομηχανικές μονάδες, η εφημερίδα πληροφορούσε ότι:
* «Ο Μαργαρίτης προσέλαβεν εις την υπηρεσίαν στρατιώτας... Τούρκους», που ήταν, όπως έλεγε, «λιποτακτήσαντες εκ του Τουρκικού στρατού της Αλβανίας» στην Κέρκυρα.
* «Εις του Δαλιέτου και του Σοφιανοπούλου εχρησιμοποιήθησαν ως αρτοποιοί στρατιώται, εις δε το αεριόφως πάλιν στρατιώται του Ελληνικού και Τουρκικού στρατού».
* «Τα διάφορα (σ.σ. βιομηχανικά) καταστήματα πάλιν φυλάσσονται υπό στρατιωτών».
Η απεργία συνοδευόταν κάθε μέρα, έλεγε σε άλλες στήλες της, από «παρελάσεις και άσματα» των απεργών, με συμμετοχή και μελών ενός Σοσιαλιστικού Κέντρου, σε συνθήκες στρατοκρατίας.
Εξηγούσε: «Καθ' εκάστην εσπέραν λαμβάνει χώραν εν είδος διαδηλώσεως (...) των εργατικών σωματείων και ιδία των μελών του σοσιαλιστικού κέντρου. Ούτως έχομεν παρελάσεις, ων προηγείται στρατός, έπεται όχι ολίγον πλήθος και παρακολουθεί πάλιν στρατός. Ζητωκραυγαί ακούονται (...)».
Σε άλλες στήλες στο ίδιο φύλλο της, που πρέπει να κυκλοφόρησε εκτάκτως τις πρωινές ώρες της 12ης Ιουλίου γιατί συμπεριλάμβανε μεταμεσονύκτιες ειδήσεις της προηγούμενης βραδιάς, ενημέρωνε επίσης τους αναγνώστες της, με προφανή πηγή την τοπική Αστυνομία, ότι:
* «Την 10ην εσπερινήν ώραν της Κυριακής, επυροβολήθη υπ' αγνώστου ο φρουρός στρατιώτης όστις είχε τοποθετηθή δια την φρούρησιν του Εργοστασίου της Εταιρίας του Αεριόφωτος εν Μανδουκίω. Ο φρουρός επυροβόλησε τότε εις τον αέρα προς εκφοβισμόν, συγχρόνως όμως ηκούσθη έτερος πυροβολισμός έξωθι του περιβόλου, ριφθείς υπ' αγνώστου δια περιστρόφου».
* «Η Αστυνομία χθες το εσπέρας ειδοποίησε άπαντας τους απεργούς αρτοποιούς όπως εντός 24 ωρών επαναλάβωσι την εργασίαν των».
* «Χθες περί ώραν 1 μ. μεσονύκτιον, ο σκοπός στρατιώτης του Εργοστασίου Αεριόφωτος, όστις εφύλλαττεν επί του εξώστου, αντελήφθη 6 έως 7 άτομα, άτινα δεν ανεγνώρισε, διευθυνόμενα μετά προφυλάξεως προς το μέρος του. Ο φρουρός στρατιώτης τότε εφώναξε τρις "αλτ" προς τα άτομα ταύτα και επειδή ταύτα εξηκολούθουν να βαδίζωσιν, ηναγκάσθη να πυροβολήση εις τον αέρα προς εκφοβισμόν και να φωνάξη "εις τα όπλα". Οι άγνωστοι ούτοι, κατά την ομολογίαν του σκοπού και των αρχιφυλάκων λοχιών, αντεπυροβόλησαν άπαξ ή δις, τραπέντες κατόπιν εις τα εκεί υψώματα. Η εγερθείσα φρουρά παρατηρήσασα τους αγνώστους τούτους τρέχοντας εις τα υψώματα, επυροβόλησε τούτους, άνευ όμως αποτελέσματος. Υπό του σκοπού και άλλων στρατιωτών ερρίφθησαν είκοσι περίπου πυροβολισμοί. Επί τόπου κατέφθασαν ο κ. Διευθυντής της Αστυνομίας, ο κ. Νομάρχης, ο κ. Εισαγγελεύς και ο κ. Μοίραρχος μετά χωροφυλάκων».
* «Εξεδόθη Αστυνομική διάταξις δια της οποίας απαγορεύονται αι δημόσιαι συναθροίσεις εντός της πόλεως και τοις προαστίοις. Εν περιπτώσει μη υπακοής θα διαλύωνται δια της βίας».
Πληθώρα υλικών στο φως
Και τι δεν συνέβη στην Κέρκυρα, αλήθεια, εκείνον τον Ιούλιο του 1912 και λίγο πριν και μετά, για να ανακοπεί η προσπάθεια της οργάνωσης του εργατόκοσμου της πόλης και των προαστίων της σε συνδικαλιστικούς φορείς και να «σπάσει» η πρώτη τοπική πανεργατική απεργία!
Έγγραφα πλήρη στοιχείων σχετικά με την απεργία και τους οργανωτές της που απόκεινται στο Ιστορικό Αρχείο «Ντίνος Θεοτόκης» του Εργατικού Κέντρου Κέρκυρας (ΕΚΚ), συναφή εισαγγελικά και άλλα κρατικά έγγραφα δικαστικών αρχείων και του αρχείου Νομαρχίας Κέρκυρας που έχουν σωθεί στα Αρχεία Νομού Κέρκυρας (ΑΝΚ), σχετικά υλικά που βρίσκονται στο ιδιωτικό Αρχείο Φώτη Αργυρού και επιπρόσθετα στοιχεία που εντοπίστηκαν σε τοπικές και αθηναϊκές εφημερίδες της περιόδου και σώζονται στις Συλλογές εφημερίδων της Αναγνωστικής Εταιρίας Κέρκυρας, της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Κέρκυρας, της Εθνικής Βιβλιοθήκης και της Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, φωτίζουν όσο ποτέ έως τώρα εκείνο το συγκλονιστικό για την Κέρκυρα γεγονός.
Έχουν σωθεί, καθώς φαίνεται, αρκετά και πολύ διαφωτιστικά επιπλέον τεκμήρια για το γεγονός, πέραν όσων έχουν έλθει στο φως από τη δεκαετία του 1960 ακόμη έως τις μέρες μας μέσα από γενικότερες και επιμέρους μελέτες και έρευνες, όπως εκείνη του πανεπιστημιακού Παναγιώτη Νούτσου, προγενέστερη του δημοσιογράφου Κώστα Δαφνή, άλλες που ακολούθησαν τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες από τους ιστορικούς ερευνητές Γιώργο Ζούμπο και Κώστα Θύμη σε επιμέρους εργασίες τους, καθώς και η νεότερη, με πληθώρα νέων στοιχείων, που παρουσιάστηκε από τον μελετητή συμβάντων της εποχής Νίκο Παγκράτη τον Ιούλιο του 2022, ακριβώς 110 χρόνια από την έκρηξη της απεργίας. Συγκροτείται έτσι όλο σχεδόν το παζλ με τα επιμέρους στοιχεία που συνέθεσαν και χαρακτήρισαν την ιστορική αυτή απεργία.
Τα αναξιοποίητα μέχρι τώρα αρχειακά υλικά αποκαλύπτουν, πρώτα-πρώτα, την ύπαρξη μιας συντονισμένης επιχειρηματικής συνωμοσίας για την κατάπνιξη της συνδικαλιστικής δράσης των εργατών. Επίσης, πιστοποιούν ότι η πρωτοφανής κρατική καταστολή της απεργίας εκδηλώθηκε σε πλήρη συνεννόηση με την κυβέρνηση της χώρας και ότι τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν από βιομήχανους και τοπικές αρχές για την υπονόμευση του εργατικού αγώνα και ευρύτερα των εργατικών δικαιωμάτων, στη διάρκεια της απεργίας και αμέσως μετά, ήταν πολύ πιο εκτεταμένα από όσα έως τώρα γνωρίζαμε ή είχαμε φανταστεί. Προκύπτει, ακόμη, καθώς σε σχετική δικογραφία είναι καταχωρημένα -και παρουσιάζονται πιο κάτω- πολύ περισσότερα από 100 ονόματα κατηγορουμένων και ύποπτων τέλεσης αδικημάτων, ότι οι κάθε είδους διώξεις που ακολούθησαν σε βάρος απεργών και υποστηρικτών τους, δεν είχαν προηγούμενο. Συνολικά, οι διωκόμενοι ξεπέρασαν τα 130 άτομα και αρκετοί από αυτούς ήλθαν αντιμέτωποι με βαρύτατες κατηγορίες, ακόμη και για απόπειρα φόνων.
Ο Αλληλοβοηθητικός Σύνδεσμος που κήρυξε την απεργία
Την απεργία αποφάσισε και οριστικοποίησε σε διαδοχικές τελικές ψηφοφορίες και συσκέψεις την Πέμπτη και την Παρασκευή 5 και 6 Ιουλίου 1912, χωρίς να ανακοινώσει νέα λίστα αιτημάτων, αφού ήταν προ πολλού γνωστά, ο δύο ετών τότε Αλληλοβοηθητικός Εργατικός Σύνδεσμος Κέρκυρας (ΑΕΣΚ). Η οργάνωση, ενώ λίγους μήνες νωρίτερα είχε περί τα 250-350 μέλη, έφτασε να αριθμεί σχεδόν 500 μέλη, που ήταν στη συντριπτική τους πλειονότητα εργάτες διαφορετικών κλάδων και ειδικοτήτων.
Επρόκειτο για διακλαδική εργατική ένωση - πρόπλασμα του Εργατικού Κέντρου Κέρκυρας (ΕΚΚ). Ήδη είχε αναπτύξει σχέσεις με το Εργατικό Κέντρο Αθήνας (ΕΚΑ), στο οποίο εκείνη την περίοδο δρούσαν αποφασιστικά, ως νομικοί σύμβουλοι και σύνδεσμοι με άλλες εργατικές οργανώσεις της χώρας, πρόσωπα άμεσα συνδεδεμένα με τον βενιζελισμό και την επιδίωξή του να σύρει το «ατίθασο» νεαρό εργατικό κίνημα σε συμβιβαστικές ατραπούς, φιλικές προς τους κεφαλαιούχους. Απλωμένος από σοσιαλιστές στις εργατικές μάζες του νησιού χρόνια πριν, ο «σπόρος» της δημιουργίας συνδικαλιστικών ή και σοσιαλιστικών οργανώσεων είχε αρχίσει από το 1910 να αποδίδει όλο και πιο πλούσιους «καρπούς», πρώτα-πρώτα στις γραμμές των εργατών σειράς κυλινδρόμυλων και αρτοβιομηχανιών της πόλης.

Ο ΑΕΣΚ ιδρύθηκε επίσημα στις 3 Οκτωβρίου 1910. Τότε εγκρίθηκε από τοπικό δικαστήριο το καταστατικό του (βλ. πιο πάνω εικόνα του εξωφύλλου του) και άρχισε η νόμιμη λειτουργία του. Ανεπίσημα, λειτουργούσε μάλλον από τον Μάιο του 1910. Η Πρωτομαγιά οριζόταν στο καταστατικό ως μέρα επετείου της ίδρυσης του Συνδέσμου.
Ήταν οργάνωση διεκδίκησης της βελτίωσης της ζωής των εργατών, πολύ διαφορετική από την Εργατική Αδελφότητα Κέρκυρας, η οποία είχε ιδρυθεί το 1887 από εργάτες και υπαλλήλους με την υποστήριξη εκπροσώπων μικροαστικών στρωμάτων και αργότερα και επιχειρηματιών. Εκείνη η οργάνωση επίσης είχε εκατοντάδες μέλη και εστίαζε στην παροχή οικονομικής βοήθειας και ιατρικής φροντίδας σε «ενδεείς και αναξιοπαθούντες» εργάτες και στις οικογένειές τους. Στην περίπτωση του Εργατικού Συνδέσμου, η «αλληλοβοήθεια», είχε τον χαρακτήρα της αλληλέγγυας και ενωμένης δράσης των εργατών για τα κοινά τους συμφέροντα.
Σύμφωνα με το καταστατικό του, ο ΑΕΣΚ είχε ως βασικούς σκοπούς του «την συνένωσιν πάντων των εν Κερκύρα εργατών» και «την προστασίαν των επαγγελματικών συμφερόντων» των εργατών του νησιού. Για να είναι κανείς μέλος όφειλε, μεταξύ άλλων, να είναι «εργάτης επί διετίαν». Γενικότερα, όμως, τα κριτήρια της απόκτησης της ιδιότητας του μέλους ήταν αρκετά ελαστικά, ώστε να μπορούν επίσης να την αποκτούν, ως ειδική κατηγορία μελών ή κατ' εξαίρεση, τρίτα πρόσωπα άλλων κοινωνικών κατηγοριών και επαγγελμάτων, προφανώς στο πλαίσιο στόχου ανάθεσης ρόλων σε υποστηρικτές. Για την εγγραφή κάθε μέλος πλήρωνε 2 δρχ., ενώ είχε υποχρέωση μηνιαίας συνδρομής 1 δρχ. Η τελική απόφαση για τις εγγραφές μελών ανήκε στις αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου.
Διατάξεις του καταστατικού συνέδεαν συμβολικά την οργάνωση με την Πρωτομαγιά και τη θεά Δήμητρα της ελληνικής μυθολογίας, προφανώς ως συμβόλου γονιμότητας και αναγέννησης. Οριζόταν ότι «ο Σύνδεσμος έχει ιδίαν σημαίαν φέρουσαν τα εθνικά χρώματα ως εξής: εν τω μέσω λευκόν ρόμβον επί κυανού επιπέδου, εις το μέσον δε του ρόμβου την Δήμητραν, πέριξ δε το όνομα και την χρονολογίαν της συστάσεως του Σωματείου». Παράλληλα προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ότι ο Σύνδεσμος «πανηγυρίζει δε την επέτειον της ιδρύσεως αυτού τη 1η Μαΐου εκάστου έτους δι' ιεροτελεστίας ή άλλου καταλλήλου τρόπου».
![]() |
![]() |
Σώζονται στο ΕΚΚ αιτήσεις πολλών εργατών για εγγραφή (πιο πάνω εικονίζονται ενδεικτικά οι αιτήσεις που είχαν υποβάλει οι εργάτες Βασίλειος Σαββανής και Γεώργιος Ιωνάς που ως απεργοί αντιμετώπισαν δικαστικές διώξεις), με σημειώσεις στο περιθώριο σχετικά με την έγκριση ή την απόρριψή τους. Έπρεπε, καθώς φαίνεται, να αναφέρεται ρητά στις αιτήσεις η συγκεκριμένη εργατική - επαγγελματική ιδιότητα και ότι ο ενδιαφερόμενος ήταν «τίμιος και φιλόπονος» εργάτης. Σύμφωνα τουλάχιστον με κάποιες ενδείξεις, αν είχε άλλους εργάτες στη δούλεψή του ή υπό τις διαταγές του σε κάποια επιχείρηση, δεν γινόταν δεκτός στον Σύνδεσμο. Η εγγραφή συνοδευόταν, μάλλον, από όρκο πίστης στον Σύνδεσμο και αποδοχής των αποφάσεών του.
Ένας σχετικός όρκος, σε εικόνα του Εσταυρωμένου, δόθηκε αυθόρμητα από τους εργάτες και όταν προκηρύχθηκε η απεργία, σε γενική τους συνέλευση. Αφού ψήφιζαν, ορκίζονταν στον Χριστό ότι πράγματι θα απεργούσαν, αν αυτό επέλεγε η πλειοψηφία. Επειδή τα γραφεία του ΑΕΣΚ κοντά στο Βόλτο Κοκκίνη στο κέντρο της πόλης δεν χώραγαν πολύ κόσμο και η γειτονική Φιλαρμονική «Μάντζαρος» είχε διαθέσει τους δικούς της χώρους για άλλη εκδήλωση, η συνέλευση έγινε σε κοντινά γραφεία ενός φιλικού και υποστηρικτικού προς τους εργάτες Σοσιαλιστικού Κέντρου, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου των Γερόντων, στη συνοικία του Καμπιέλου. Κάποιος εργάτης είχε μεταφέρει εκεί από τα γραφεία του ΑΕΣΚ την εικόνα του Εσταυρωμένου. Η εθελοντική παροχή όρκου για την απεργία θα γινόταν, λίγο μετά, αντικείμενο δικαστικών ερευνών και διώξεων, όπως και η ίδια η απεργία.
Στο διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου συμμετείχαν, σε διάφορες φάσεις, μεταξύ άλλων, οι αρτεργάτες -για την ακρίβεια εργάτες σε αρτοποιητικούς κλιβάνους- Αριστείδης Μαρτζούκος, Αλέξανδρος Κένταρχος, Κοσμάς Μαρτζούκος, Κωνσταντίνος Τσιριγώτης, Αθανάσιος Μεταλληνός και Χαράλαμπος Κέντρος, ο αλευροτεχνίτης Ανδρέας Πέτας, ο εργάτης μονάδας ζυμαρικών Γιώργος Πέτρου, ο σιδηρουργός Σπυρίδων Παπαδάτος, οι καραγωγείς Γεώργιος Δούης και Στέφανος Λυκίσσας και ο εργατοτεχνίτης μονάδας σιμιγδαλιού Γεώργιος Κουτρούλης. Εργάτες, με πρωτοπόρους κάποιους αρτεργάτες, ήταν εκείνοι που έδιναν τον τόνο στη ζωή του Συνδέσμου και στη διάδοσή του στους τόπους εργασίας· άλλοι όμως, μη εργάτες, είχαν τον πρώτο λόγο.
Στη διοίκησή του, πλάι σε εργάτες που αποτελούσαν την πλειοψηφία της, ο ΑΕΣΚ είχε τοποθετήσει, στις ηγετικές θέσεις, πρόσωπα που δεν προέρχονταν από τον εργατικό χώρο. Ήταν ακόμα η μεταβατική περίοδος, βλέπετε, που πολλοί εργάτες σε διάφορα μέρη της χώρας, με την προτροπή πολιτικάντηδων συνήθως, αναζητούσαν διοικητικά στηρίγματα και καθοδήγηση σε μορφωμένους και «υπεύθυνους» τοπικούς παράγοντες με «προσβάσεις» στην εξουσία, σε «έντιμους φίλους του λαού» που αναγνώριζαν την εξόφθαλμη κοινωνική αδικία της εποχής και έλεγαν ότι αυτή πρέπει να λιγοστέψει, σε πρόσωπα φιλεύσπλαχνα, άδολα και ικανά, όπως πίστευαν, να μεσολαβούν για λογαριασμό τους στους ισχυρούς και να τους προστατεύουν από κακοτοπιές, νομικές και άλλες· και συχνά, όταν έκαναν λάθος επιλογές, έπεφταν πάνω σε καριερίστες, που «άλλαζαν τροπάρι» όταν ερχόταν η ώρα σύγκρουσης με τους εργοδότες.
![]() |
![]() |
Δύο πρόσωπα, που δεν ήταν εργάτες και ξεχώρισαν στη δράση του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου ως καθοδηγητές του τα χρόνια 1910-1912 έως και τη μεγάλη απεργία, ήταν δικηγόροι - γόνοι μεσοαστικών οικογενειών. Αμφότεροι ήταν υποστηρικτές των «αναμορφωτικών» ιδεών του κινήματος του Στρατιωτικού Συνδέσμου του 1909 και του κυβερνητικού πολιτικού συνασπισμού του Ελευθέριου Βενιζέλου.
Πρώτος πρόεδρος του ΑΕΣΚ, από την ίδρυσή του μέχρι τον Μάρτιο του 1911, οπότε και παραιτήθηκε, ήταν ο 32χρονος το 1910 Παναγιώτης Γιωτόπουλος (εικονίζεται πάνω αριστερά). Νομικός και εκδότης της βραχύβιας τοπικής εφημερίδας «Ελεύθερος Λόγος», εξελίχθηκε σε πρόξενο της Γαλλίας στην Κέρκυρα, καθηγητή του Πανεπιστημίου της Αθήνας και συγγραφέα φιλοσοφικών και μεταφυσικών μελετών, ξεκόβοντας τελείως από τις εργατικές μάζες. Μετά την αποχώρησή του από τη διοίκηση, κηρύχθηκε επίτιμος πρόεδρος του Συνδέσμου. Τον Ιούλιο του 1912 στράφηκε κατά της ηγεσίας του ΑΕΣΚ και έπαιξε ρόλο «μεσολαβητή» ανάμεσα σε εργάτες και βιομήχανους.
Το δεύτερο μη προερχόμενο από τον εργατικό χώρο πρόσωπο-κλειδί στη δράση του ΑΕΣΚ, ιδιαίτερα στη φάση της απεργίας, ήταν ο Θεόδωρος Μακρής (εικονίζεται πάνω δεξιά). Τον Μάρτιο του 1911, σε ηλικία 26 ετών, είχε εκλεγεί αντιπρόεδρός του. Δικηγόρος κι αυτός, με ευρύτερα πνευματικά - φιλολογικά και πολιτικά ενδιαφέροντα, έναν χρόνο νωρίτερα ήταν υποψήφιος βουλευτής με τον φιλοβενιζελικό συνδυασμό στο νησί, ενώ αργότερα στράφηκε προς το δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος και βρέθηκε στο επίκεντρο σφοδρής κριτικής, ιδιαίτερα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Υπηρέτησε για ένα διάστημα στον δικαστικό κλάδο και χρημάτισε επί μακρόν πρόεδρος του τοπικού Δικηγορικού Συλλόγου και της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, επιλέγοντας μια συγκρουσιακή με το εργατικό κίνημα και την Αριστερά πολυτάραχη πορεία, την οποία διαπραγματεύεται το βιβλίο του δικηγόρου Ν. Παγκράτη «Θεόδωρος Μακρής - Ο νομικός, ο πολιτικός, ο λόγιος», που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες και συμπεριλαμβάνει στοιχεία για τη δράση του στη διάρκεια της απεργίας του 1912. Είχε προσπαθήσει να την αποτρέψει και είχε απειλήσει με παραίτηση αν αυτή γινόταν. Παρέμεινε στη θέση του αντιπροέδρου του Συνδέσμου και έπαιξε σημαντικό ρόλο, γιατί, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, θεώρησε ότι έπρεπε να «προστατεύσει» τους εργάτες από νομικούς και άλλους κινδύνους, ένας από τους οποίους ήταν η ανεπιθύμητη, κατ' αυτόν, «επιρροή» των πιο μαχητικών σοσιαλιστών, εκείνων δηλαδή που θεωρούσαν τον βενιζελισμό ασυμβίβαστο με τον σοσιαλισμό και αντίπαλο του εργατικού κινήματος. Όπως το είχε θέσει ο ίδιος, υποστηρίζοντας τα πεπραγμένα του εκείνης της περιόδου, δεν μπορούσε να εγκαταλείψει το στράτευμα στη διάθεση του εχθρού εν μέσω πολέμου. Βρέθηκε κι αυτός κατηγορούμενος για την απεργία και όσα διαδραματίστηκαν.
Πρόεδρος του ΑΕΣΚ, εξάλλου, από τον Μάρτιο του 1911, ήταν ένας απόστρατος ταγματάρχης, ο επίσης φιλοβενιζελικός Νικόλαος Σπυράκος, που είχε δεσμούς με ορισμένους κύκλους του πολύμορφου συνδικαλιστικού και σοσιαλιστικού χώρου της Αθήνας, όπως αυτοί που ηγούνταν του Εργατικού Κέντρου της πρωτεύουσας. Αρκετές μέρες πριν ξεσπάσει η απεργία, όμως, για προσωπικούς λόγους είχε φύγει στην Αθήνα. Τάχθηκε υπέρ της απεργίας σε πρώτη φάση και προκάλεσε την αλληλεγγύη του ΕΚΑ ακόμη και με εισφορά χρημάτων, επέστρεψε στο νησί πριν αυτή τελειώσει και κατηγορήθηκε κι αυτός από τις δικαστικές αρχές ως συνυπεύθυνος.
Τη χώρα κυβερνούσε, θυμίζουμε, το εκσυγχρονιστικό «φιλελεύθερο» πολιτικό ρεύμα υπό τον Ελ. Βενιζέλο, που εκτόπιζε από αρμούς της πολιτικής διοίκησης προηγούμενα παλιά «τζάκια» και είχε αναθέσει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας στον Αχαιό πολιτικό Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, κατοπινό ηγέτη των Συντηρητικών Φιλελεύθερων. Η κλασική δεξιά πολιτική πτέρυγα της εποχής υποχωρούσε. Ο συντηρητικός Κερκυραίος πολιτικός και επί σειρά ετών πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης και οι διεφθαρμένοι παλιοί κομματάρχες ομοϊδεάτες του, που είχαν καταφέρει να «γονατίσουν» μια προηγούμενη απόπειρα εργατικού ξεσηκωμού στο νησί, ήταν «στα κάτω τους», παραμένοντας ωστόσο ισχυροί.
Αν και θα περνούσαν άλλα έξι χρόνια ώσπου οι υποστηρικτές των εργατικών - σοσιαλιστικών ιδεών το 1918 να συγκροτήσουν το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας, δηλαδή το κατοπινό Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, οι σχετικές πολιτικές και ιδεολογικές ζυμώσεις και κοινωνικές διεργασίες ήταν έντονες στο νησί. Το Σοσιαλιστικό Κέντρο που φιλοξένησε τη γενική συνέλευση του ΑΕΣΚ και λίγο μετά έγινε σημείο υπαίθριας απεργιακής συγκέντρωσης με ομιλίες ηγετών του Συνδέσμου, είχε επικεφαλής του τον γιατρό Ιωάννη Σπυρόπουλο, ο οποίος ήταν και μέλος της διοίκησης μιας Αδελφότητας φορτοεκφορτωτών και άλλων εργατών του λιμανιού της Κέρκυρας, ως υποστηρικτής της. Το Κέντρο εξέδιδε την εφημερίδα «Εργάτης» με ουτοπική χριστιανοσοσιαλιστική κυρίως φρασεολογία, υποστήριζε και επηρέαζε σε κάποιο βαθμό τον ΑΕΣΚ και ήταν φιλικό προς τον πρωτομάχο των εργατικών - σοσιαλιστικών ιδεών λογοτέχνη Κωνσταντίνο Θεοτόκη, ο οποίος είχε ασπαστεί ιδέες του Καρλ Μαρξ για τον επιστημονικό σοσιαλισμό και είχε μιλήσει σε συγκέντρωση εκατοντάδων εργατών, καλεσμένος τους. Από τους κόλπους του είχε προέλθει ως ιδιαίτερη ιδεολογική τάση ένας πιο ολιγάριθμος Σοσιαλιστικός Όμιλος, που έγερνε προς τις ιδέες του επιστημονικού σοσιαλισμού και είχε άτυπο οδηγό του τον Κωνσταντίνο ή Ντίνο, όπως τον έλεγαν οι φίλοι του, Θεοτόκη.
Με φιλεργατικές διακηρύξεις και υποσχόμενο εύκολες και γαλήνιες λύσεις με νομοθετικές και άλλες «άνωθεν» παρεμβάσεις, παρακλήσεις και «συμφωνίες κυρίων» με τους εργοδότες, το βενιζελικό πολιτικό στρατόπεδο άπλωνε ευκολότερα τα δικά του «δίχτυα» στον εργατόκοσμο της Κέρκυρας, μέσω προβεβλημένων πολιτευτών και άλλων ανερχόμενων εκπροσώπων μικροαστικών και μεσοαστικών κοινωνικών στρωμάτων, που δήλωναν «φίλοι των εργατών». Προωθούσε σε ιδεολογικό επίπεδο την πιο εύπεπτη ιδέα της «συνεργασίας» των κοινωνικών τάξεων για τη σταδιακή αναγνώριση σειράς εργατικών δικαιωμάτων, αντί του αγώνα και της αδιάκοπης πάλης των τάξεων για τα εργατικά δικαιώματα και τη μετάβαση σε μια σοσιαλιστική κοινωνία χωρίς κεφαλαιοκράτες, που πρέσβευαν οι πιο γνήσιοι σοσιαλιστές, υποστηρίζοντας την πολιτική χειραφέτηση της εργατικής τάξης από τα αστικά κόμματα.
Οι εργάτες στις βιομηχανίες του νομού, που έφταναν τότε, κατά πως έλεγε η αθηναϊκή εφημερίδα «Ακρόπολις», τις 32, δούλευαν κάτω από άθλιες συνθήκες, με οδυνηρούς όρους εργασίας. Είχε έρθει, πίστεψαν αρκετοί από αυτούς, η ώρα ενωμένου σηκωμού για το δίκιο τους. Και τον έδωσαν με σθένος και γενναιότητα.

Ντοκουμέντο για την απεργία
Έχει σωθεί στο Ιστορικό Αρχείο «Ντίνος Θεοτόκης» του ΕΚΚ, σε επιστολόχαρτα του ΑΕΣΚ, κείμενο-υπόμνημα στελέχους του σε τοπικές αρχές, με ημερομηνία 27 Ιουλίου 1912 (βλ. πιο πάνω την πρώτη σελίδα του και πιο κάτω επόμενες), που με γλαφυρό τρόπο σε δεκαπέντε σελίδες περιγράφει τα αληθινά αίτια και τις πραγματικές συνθήκες εκδήλωσης εκείνης της συνταρακτικής απεργίας, που συμβολικά ξέσπασε το πρωί της εργάσιμης τότε μέρας, Κυριακής, 8ης Ιουλίου 1912, με συμμετοχή εκατοντάδων κλωστοϋφαντουργών, αρτεργατών και άλλων εργατών αλευροβιομηχανιών, εργατών μονάδων παραγωγής φωταερίου και γάλακτος, καθώς και εργατών άλλων κλάδων. Βλέπει το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά και είναι αποκαλυπτικό τόσο για όσα προηγήθηκαν της απεργίας και για τις άθλιες συνθήκες εργασίας που επικρατούσαν, όσο και για την αποφασιστικότητα των εργαζομένων να συγκρουστούν με τους εκμεταλλευτές τους, παλεύοντας ενωμένοι για τα δικαιώματά τους και εκδηλώνοντας την αλληλεγγύη τους σε συναδέλφους τους που απολύονταν για τη συνδικαλιστική τους δράση.
Η απόλυση δύο εργατών από τη βιομηχανία σχοινιών και συναφών ειδών Δεσύλλα αποτέλεσε μόνο την αφορμή, τη θρυαλλίδα που την πυροδότησε. Τα αίτια βρίσκονταν σε μια εκτεταμένη καταπάτηση των λιγοστών εκείνη την εποχή εργατικών δικαιωμάτων, η οποία κλιμακωνόταν σε όλα τα εργοστάσια με αθέτηση υποσχέσεων και συμφωνιών. «Πρωτοπορούσαν» στη συρρίκνωση και την υφαρπαγή δικαιωμάτων, σε συνθήκες αυξανόμενου κατά τα άλλα ανταγωνισμού μεταξύ τους, οι βιομήχανοι των κυλινδρόμυλων και των άλλων μονάδων του τομέα της αρτοποιίας, αναιρώντας συμφωνία για τις ώρες εργασίας, τα ημερομίσθια και τους μισθούς, τη διανομή άρτου και τον σεβασμό του ενιαίου συνδικαλιστικού φορέα. Στον εργατόκοσμο είχε γίνει γνωστή μια πραγματική συνωμοσία των βιομηχάνων του νησιού, με πρωταγωνιστή τον ισχυρότερο από αυτούς, τον Αλέξανδρο Δεσύλλα της ομώνυμης μεγάλης σχοινοποιίας, για την εξουδετέρωση και τη διάλυση του ΑΕΣΚ.
Το ψωμί, η διανομή σε κάθε εργάτη μιας οκάς άρτου ημερησίως για τον ίδιο και την οικογένειά του, ήταν κι αυτό, όπως θα δούμε, ένα από τα βασικά ζητούμενα.
Το κείμενο-υπόμνημα, που υποβλήθηκε από τον ΑΕΣΚ σε τοπικές αρχές δύο εβδομάδες περίπου μετά τη λήξη της απεργίας, αποτελεί ντοκουμέντο που σοκάρει με τις αποκαλύψεις και τις πληροφορίες του.
Παρατίθεται εδώ, ακριβώς ως έχει, ολόκληρο:
Οι αρτεργάται του Συνδέσμου, απεργήσαντες την τρίτην του παρελθόντος Μαρτίου, υπέβαλον τα εν αντιγράφω εγκλείστως διαβιβαζόμενα υμίν αιτήματα δι' επιτροπής των προς τον ενταύθα Κύριον Νομάρχην, άτινα εγένοντο παρά των εν τω Νομαρχιακώ Καταστήματι κληθέντων εργοστασιαρχών αποδεκτά, καθ' όλην την γραμμήν.
Την επομένην, 4ην του ιδίου μηνός την εσπέραν, ζητήσαντας τους απεργούς, οι εργάται προσήλθον εις τα εργοστάσια, προς ανάληψιν της εργασίας των.
Δυστυχώς 1ος ο εργοστασιάρχης (σ.σ. αλεύρων και άρτου) Κος Αναστασίου, ενώ την εσπέραν εκείνην οι προσελθόντες εργάται του ήρξαντο των εργασιών των, εκάλεσεν αυτούς και τοις είπεν: «εγώ ούτε τον Νομάρχην ακούω ούτε κανέναν, όποιος θέλει να εργασθή, θα εργασθή με τους πρώτους (σ.σ. προ της απεργίας και της αποδοχής των αιτημάτων) όρους».
Οι δυστυχείς εργάται εκπλαγέντες απέναντι της τοιαύτης πολυμβουλίας (σ.σ. πολυβουλίας, έκφρασης πολλών απόψεων), ητήσαντο την γνώμην του Συνδέσμου, όστις και ανάγκην τοις παρήγγειλε ν' αποχωρήσωσι και να επανέλθουν εις τας οικίας των.
Την επομένην ο υποφαινόμενος μετέβη παρά τω κ. Νομάρχη και εξέθηκε την εξωφρενικήν ταύτην κατάστασιν. Ο κ. Νομάρχης εκπλαγείς και ούτος εκ της συμπεριφοράς του εργοστασιάρχου τούτου, ενέκρινε την στάσιν του Συνδέσμου και τρόπον τινά αφήκεν αυτόν ελεύθερον να εξασκήση βίαν, άνευ διαταράξεως εννοείται της τάξεως, και της ησυχίας της πόλεως.
Ο υποφαινόμενος, γνωρίζων ότι εν τω εργοστασίω του κ. Αναστασίου παρεσκευάσθη αυτώ και ως έτυχεν άρτος άτεχνος και επιβλαβής εις την υγείαν των κατοίκων της πόλεως, ήρπασε ένα άρτον εκ του εν αυτώ αγορά «Πήοντας» υποκαταστήματος, και μετέβην και αύθις παρά τω κ. Νομάρχη και υπέδειξεν αυτώ τούτον.
Ο κ. Νομάρχης πεισθείς περί της αθλίας ποιότητος αυτού, προσεκάλεσε την Διεύθυνσιν της ενταύθα αστυνομίας να προβή εις γενικήν επιθεώρησιν.
Η Διεύθυνσις της Αστυνομίας προέβη αυθημερόν εις επιθεώρησιν και κατάσχεσιν αρκετής ποσότητος επιβλαβούς άρτου του κ. Αναστασίου.
Ο κύριος ούτος μετέβη παρά τω Νομάρχη ίνα του αναφέρη ότι δέχεται τα αιτήματα των εργατών· πλην επειδή ο Κος Νομάρχης είχεν υπ' όψιν του ότι ούτος είναι πολύμβουλος, δεν τον ηκροάσθη αλλά τον παρέπεμψε να συνεννοηθή μετά του υποφαινομένου.
«Ειργάζοντο 16, 17 και ενίοτε 18 και 19 ώρας»
Την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας, ο κ. Αναστ. Αναστασίου ήλθεν εφ' αμάξης εις τον οίκον μου και μοι εδήλωσεν ότι δέχεται πάντα τα αιτήματα των εργατών και με παρεκάλεσε να τω αποστείλω τους απεργήσαντας εργάτας. Επειδή δε και εγώ είχον υπ' όψιν την πρόσφατον πολυμβουλίαν του, τω απήτησα να μοι δηλώση τούτον εγγράφως. Ο κ. Αναστασίου απεδέχθη και την πρότασίν μου ταύτην και μοι επαφήκεν επιστολήν του, ην φυλάττω εις το Αρχείον του Συνδέσμου, δι' ης δηλοί ότι δέχεται πάντα τα αιτήματα των εργατών. Και με παρεκάλει να τω αποστείλω τους απεργούς εργάτας.
Αλλά και μετά την επίσημον ταύτην αποδοχήν, ο κ. Αναστασίου κατά την πρώτην πληρωμήν των ημερομισθίων ανήρεσε και την έγγραφόν του έτι υπόσχεσιν.
Αντί δε να πληρώση τους καραγωγείς (σ.σ. οδηγούς κάρων ή άλλων μεταφορικών μέσων) του, προς 80 δραχμάς κατά μήνα, τους επλήρωσε προς 60.
Αντί να έχη πάντας τους εργάτας του εκ των μελών του Συνδέσμου (σ.σ. οι εργοστασιάρχες είχαν υποσχεθεί ότι δεν θα υπονόμευαν τη δράση του και θα έκαναν νέες προσλήψεις λαμβάνοντας υπόψη κατά προτεραιότητα τα τυχόν άνεργα μέλη του, των επιθυμητών ειδικοτήτων), εκράτησεν εν τω εργοστασίω του μη τοιούτους (σ.σ. απέλυε συνδικαλισμένους, βλ. πιο κάτω).
Αντί οι εργάται του να εργάζωνται 14 ώρας, ειργάζοντο 16, 17 και ενίοτε 18 και 19.
Από της απεργίας δε ταύτης και εντεύθεν από καιρού εις καιρόν απέβαλλε της εργασίας εργάτας αναιτίως δια να παραλύση την συνοχήν του Συνδέσμου.
«Οι εργοστασιάρχαι συνώμοσαν»
Το εργοστάσιον Δαλιέτου (σ.σ. κυλινδρόμυλος παραγωγής αλεύρων, άρτου, συναφών ειδών και ζυμαρικών στην πορεία) μόλις μετά δύο μήνας από της αποδοχής των αιτημάτων κατόπιν μόχθων μου, επεμβάσεων και παρακλήσεων προφορικών και δι' επιστολών μου, εχορήγησεν τον υπεσχημένον άρτον εις τους αρτοεργάτας (σ.σ. η διανομή ποσότητας άρτου ήταν αίτημα προηγούμενης απεργίας).
Την 15ην Απριλίου ε.ε. προσέλαβε καραγωγέα τον Φίλιππον Πα(......), μη εγγεγραμμένον εις τον Σύνδεσμον. Την 25ην του αυτού (μηνός) τον Αριστείδην Χαλ(........), ομοίως. Την 30ήν ιδίου μηνός μετεκάλεσεν εκ Σύρου δι' εξόδων του τον αρτοεργάτην Δ(......) Γ(.......), ίνα τον προσλάβη εις το αρτοποιείον.
Πληροφορηθείς ο υποφαινόμενος την δολίαν ταύτην ενέργειαν, επενέβην ίνα προλάβω έκρηξιν απεργίας, καθόσον ο Σύνδεσμος (σ.σ. απολυμένα μέλη του οποίου σε πλείστες ειδικότητες έμεναν χωρίς δουλειά) έβλεπε καθαρώς πλέον, ότι οι εργοστασιάρχαι συνώμοσαν να φέρωσιν ολίγον κατ' ολίγον ξένους εργάτας προς αντικατάστασιν των εργατών Κερκυραίων, μελών του Συνδέσμου.
Έγραψα προς τον κ. Γ. Δαλιέτον (σ.σ. της οικογένειας που είχε την ιδιοκτησία του ομώνυμου εργοστασίου) επιστολήν δι' ης τω εγνώριζον ότι ο Σύνδεσμος ευρίσκεται εις τας παραμονάς νέας απεργίας.
Ο κ. Γ. Δαλιέτος μοι απέστειλεν εις το γραφείον του Συνδέσμου τον Διευθυντήν του εργοστασίου του κ. Σπυρ. Παύλου, μεθ' ου κατελήξαμεν εις την εξής υποχωρητικήν εκ μέρους μου συμφωνίαν, επί υποσχέσει «λόγω τιμής». Να προσλάβη μεν τον Δ(......) Γ(.......) αλλά να μη δικαιούται ν' αποβάλλη άλλον εργάτην εκ των αρτοεργατών μελών του Συνδέσμου, εφ' όσον διατηρεί τον Γ(........) εν τω εργοστασίω του.
Πλην, μετά τινας μόνον ημέρας, απέλυσε τον αρτοεργάτην Αθαν. Μεταλληνόν, σύμβουλον (σ.σ. μέλος της διοίκησης) του Συνδέσμου.
Μετά τινας δ' ημέρας απέλυσεν έτερον και μετ' ολίγας πάλι έτερον. Διετήρησε δε ως διατηρεί εν τη εργασία εισέτι, αυτόν τον Γ(.........) και τους Στ(......) Βα(.....), Ον(......) Μα(....), Αλεξ. Β(.....), Βα(......) Μπ(.....) και τινάς άλλους, μη εγγεγραμμένους εν τω Συνδέσμω.
Τους καραγωγείς του, μέλη του Συνδέσμου, πληρώνει προς 75 δραχμάς κατά μήνα (σ.σ. κάτω από τη συμφωνημένη αμοιβή), τους αχθοφόρους επίσης.
Μύρια δ' άλλα μικροεπεισόδια επιβαρύνοντα την αθλίαν κατάστασιν των εργατών του ετελούντο εν τω εργοστασίω τούτω καθ' εκάστην δια λόγων και έργων, κινούντα την αγανάκτησιν των εργατών και προκαλούντα την δυσφορίαν του Συνδέσμου.
«Το ηφαίστειον υπογείως εκόχλαζεν»
Παρόμοιαι πράξεις ετελούντο και εις τα (σ.σ. ομοειδή) εργοστάσια Σοφιανοπούλου και Καλλιβωκά. Ο κ. Μαργαρίτης (σ.σ. ιδιοκτήτης βιομηχανίας βουτύρου, αρτοπαρασκευασμάτων και πάγου) μέχρι προχθές δεν εχορήγει τον υπεσχημένον άρτον, ούτε οι μικροαρτοποιοί της αγοράς και διαφόρων άλλων μερών της πόλεως επέτρεπον να εξαγάγη του καταστήματός των ο εργάτης άρτον (σ.σ. για να τον πάρει στο σπίτι του), αλλά μόνον να τρώγωσιν εντός αυτού.
Πάντα ταύτα παρουσιαζόμενα εν τω Συνδέσμω εγκυμόνουν την έκρηξιν άλλης απεργίας. Το ηφαίστειον υπογείως εκόχλαζεν.
Οι εργάται καθ' εκάστην παρεπονούντο εκ της τυραννίας των εναντίον μου, διότι τους απέτρεπον ν' απεργήσωσι.
Την 12ην Απριλίου ε.ε., ημέραν της κηδείας του Ανδρ. Αναστασίου (σ.σ. μέλους της οικογένειας ιδιοκτητών της ομώνυμης βιομηχανίας) εν τω κοιμητηρίω του ναού Αγίου Σπυρίδωνος (σ.σ. περιοχής Κωτσέλα), ο εργοστασιάρχης Αλεξ. Δεσύλλας (σ.σ. επικεφαλής της ομώνυμης βιομηχανίας σχοινιών και συναφών ειδών που απασχολούσε τότε 180 εργαζόμενους) ηκούσθη παρά του εργάτου Γεωρ. Ιωνά λέγων, προς τους Σοφιανόπουλον, Ζαφειρόπουλον (σ.σ. επίσης βιομήχανο αλεύρων και παραγώγων τους) και άλλους εργοστασιάρχας: «τι τον φυλάττε αυτόν τον Σύνδεσμον! πρέπει με κάθε θυσίαν να τον διαλύσομεν· εάν ιδικός μου εργάτης τολμήση να γραφτή εις αυτόν, θα τον πετάξω (με τις) κλωτσιές από το εργοστάσιόν μου». Ο κ. Σοφιανόπουλος εις απάντησιν είπε: «Κάτι κάμνομεν».
Ταύτα μοι μετεδόθησαν αυτοστιγμεί και εν τω ιδίω τόπω.
Την 7ην Ιουνίου ο Διευθυντής του εργοστασίου Δεσύλλα, Αντώνιος Γκίκας, εκάλεσε τον εργάτην Κωνστ. Κάνταρο και τω είπεν: «έμαθα ότι έγεινες μέλος του Εργατικού Συνδέσμου· εάν το μάθη ο παρτσινέβελος (σ.σ. το αφεντικό), θα σε διώξη από την εργασίαν».
Την 18ην ιδίου μηνός, ο ίδιος ο κ. Αλεξ. Δεσύλλας εκάλεσε τον Νικόλ. Μαυρόπουλον, εργάτην του και μέλος του Συνδέσμου και τω είπε: «διατί ύβρισες την Αγγιολίνα;» (εργάτιδα)· ο Μαυρόπουλος τω απήντησε: «δεν την ύβρισα εγώ, αλλ' ο Αν(.......) Αλ(.........)» (όστις δεν είναι μέλος του Συνδέσμου) «και εάν θέλετε καλέσατε εδώ την Αγγιολίναν να σας το μαρτυρήση»· αντί όμως ο εργοστασιάρχης να εξετάση την υπόθεσιν, απέλυσε της εργασίας τον Μαυρόπουλον, υπηρετούντα εν τω εργοστασίω του επί 16 συναπτά έτη.
Την 30ήν του αυτού μηνός, ο ίδιος κ. Δεσύλλας άνευ ουδεμιάς αφορμής και χωρίς να γείνη τι εν τω εργοστασίω, διέταξε τον υιόν του Θεόδωρον Δεσύλλαν (σ.σ. κατοπινός πολιτικός και βουλευτής, αρχικά με το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα και αργότερα με την Ένωση Κέντρου υπό τον Γ. Παπανδρέου) ν' απολύση της εργασίας του τον εργάτην (μέλος του Συνδέσμου) Πέτρον Βλάχον, και τας δύο του θυγατέρας (εργάτιδας), ο οποίος υιός εκάλεσε τον Πέτρον Βλάχον και μετά της μεγαλυτέρας απαθείας, ως να προύκειτο (σ.σ. επρόκειτο) περί απλού τινος πράγματος, τω είπε: «σε παύω εσέ και τας δύο σου θυγατέρας από την εργασίαν»· όταν δε ο δυστυχής εργάτης έκπληκτος και τρέμων απέναντι της αναμενούσης αυτόν δυστυχίας, της στερήσεως των μέσων της ζωής, τω είπε «διατί με παύεις;», ούτος εν τη ηγεμονική του επάρσει απήντησεν: «έτσι θέλω και θα παύσω ακόμη και άλλους 15».
Οι λοιποί εργάται του κ. Δεσύλλα 25 τον αριθμόν μέλη του Εργατικού Συνδέσμου, διατελούντες εν πλήρει γνώσει, ότι οι τε απολυθέντες αδελφοί των και αι δύο εργάτιδες δεν υπέπεσαν εις το ελάχιστον σφάλμα αλλ' ότι απελύθησαν διότι εγνώσθει εις τον Κον Δεσύλλαν ότι ήσαν μέλη του Συνδέσμου, βέβαιοι όντες εκ των πράξεών του εργοστασιάρχου και των λόγων του υιού του, ότι και αυτούς αναμένει η ιδία τύχη, έσπευσαν εις τον Σύνδεσμον και διεμαρτυρήθησαν εις το Συμβούλιον αυτού.
Το Δ.(ιοικητικό) Συμβούλιον, όπερ ήτο εν πλήρει γνώσει της ψυχικής καταστάσεως των μελών του Συνδέσμου εκ των όσων ανωτέρω περιγράφω, ίνα προλάβη την έκρηξιν του ηφαιστείου, προέβη εις διαμαρτυρίας τω κ. Νομάρχη και τω Διευθυντή της Αστυνομίας.
Είμαι βέβαιος ότι ο τε Κος Νομάρχης και ο Διευθυντής της Αστυνομίας πολλάς κατέβαλον προσπαθείας, ίνα πείσωσι τον Κον Δεσύλλαν να επαναφέρη εις την εργασίαν τους απολυθέντας 2 εργάτας.
Ο Κος Δεσύλλας όμως, αισθανόμενος εν τη επάρσει του, αφ' ης και ούτος από πτωχός εγένετο εκατομμυριούχος, δια του Αγίου ιδρώτος των ειλώτων εργατών, έμεινεν αμετάπειστος διότι το σατανικόν του σχέδιον δεν θα εξεπληρούτο.
Και ούτω το ηφαίστειον εξερράγη.
![]() |
![]() |
«Αι ψυχαί απάντων επανεστάτησαν»
Οι 25 εργάται του κ. Δεσύλλα εσκέφθησαν ως φιλότιμοι πλέον άνθρωποι και αντί να δεχθώσι τον λακτισμόν του κ. Δεσύλλα εγκατέλειψαν μόνοι την εργασίαν.
Οι λοιποί εργάται του Συνδέσμου είναι αληθές, ότι δεν έμειναν απαθείς προς την δυστυχίαν των αδελφών των εργατών, αλλά μήπως και ούτοι δεν εγνώριζον την σατανικήν συνωμοσίαν δια την διάλυσιν του Συνδέσμου υπό των εργοστασιαρχών των; δεν είχον και ούτοι υπ' όψιν των την αθέτησιν των υπεσχημένων παρ' αυτών; δεν εγνώριζον την συμπεριφοράν των εργοστασιαρχών των προς αυτούς; δεν είχον απτάς τας αποδείξεις; όλα ομού ανεφάνησαν.
Η αθλία εικών της καταστάσεώς των απεκαλύφθη εξ ολοκλήρου και αι ψυχαί απάντων επανεστάτησαν κατά της καταστάσεως ταύτης.
Το Δ.Σ. ευρέθη εν μέσω δίνης, προσεπάθησε δι' όλων των μέσων ν' αποφύγη την απεργίαν, παρέστησεν εις τους εργάτας τας συνεπείας, μετεχειρίσθη πάντα τα μέσα προς αποσόβησιν, αλλ' οι εργάται ησθάνοντο την επανάστασιν της ψυχής των, το λογικόν των δεν ελειτούργει και μοιραίως απεφασίσθη η απεργία.
Εγκλείστως διαβιβάζω υμίν αντίγραφον των υποβληθέντων και αποδεδεγμένων παρά των εργοστασιαρχών αιτημάτων (σ.σ. μετά την απεργία).
Εκ των εργοστασίων Αναστασίου, Πετροπούλου (σ.σ. μηχανουργικό) και Μαργαρίτη, τα μεν δύο τελευταία προσέλαβον τους αυτούς εργάτας, το πρώτον όμως αντικατέστησε δύο εκ των απεργησάντων εργατών του, τους Δ. Παπαδάτον και Ηλίαν Γριμέαν, προς τιμωρίαν, διότι τους θεωρεί υποστηρικτάς του Συνδέσμου, με δύο άλλους (...).
Το εργοστάσιον Σπίγγου (σ.σ. αρτοποιημάτων) ευρίσκεται εν πλήρει τάξει μετά των εργατών.
Οι μικροαρτοποιοί της αγοράς και των διαφόρων μερών της πόλεως, πλην τινών οίτινες διατηρούσιν εργάτας μη εγγεγραμμένους εν τω Συνδέσμω, ευρίσκονται εν πλήρει τάξει.
Τα εργοστάσια Καλλιβωκά και Δαλιέτου δεν ευρίσκονται εισέτι εν πλήρει τάξει.
Το εργοστάσιον Σοφιανοπούλου παρέλαβεν μεν άπαντας τους απεργήσαντας εργάτας μετά την μονομερή αυτών απεργίαν, αλλά προ τινων ημερών προσπαθεί να δημιουργήση νέα δισάρεστον κατάστασιν .
Θέλει ν' αποβάλη της εργασίας τους τρεις εργάτας εκ των απεργούντων και προσληφθέντων εκ νέου εργατών άνευ ουδεμιάς αιτίας.
Το επ' εμοί προσπαθώ ν' αποσοβήσω την επικειμένην να δημιουργηθή νέαν κατάστασιν.
Θα μπορέσω;
Εν Κερκύρα τη 27η Ιουλίου 1912
Συντάκτης αυτού του κειμένου-υπομνήματος, που συνοδευόταν στο τέλος, ως υστερόγραφο, από επιμέρους σημειώσεις με ονόματα εργατών που εξακολουθούσαν να αμείβονται με μισθούς κατώτερους των συμφωνημένων, δεν ήταν άλλος, όπως προκύπτει σαφώς από τον γραφικό του χαρακτήρα, από τον αντιπρόεδρο του ΑΕΣΚ, Θ. Μακρή. Απευθυνόταν μάλλον -και κυρίως- προς την τοπική Αστυνομική Διεύθυνση, που είχε ζητήσει από τον ΑΕΣΚ (πιο κάτω παρατίθεται σχετικό έγγραφο) αναφορά για το τι είχε συμβεί με την απεργία και ποια ήταν πλέον η κατάσταση. Ο αντιπρόεδρος του ΑΕΣΚ... φοβόταν ότι θα ακολουθούσε νέο απεργιακό ξέσπασμα, που δεν θα μπορούσε να αποτρέψει.
Αρκετές μέρες πριν κηρύξει την απεργία, ο ΑΕΣΚ είχε απευθυνθεί σε διάφορες τοπικές αρχές για τις απολύσεις εργατών του Δεσύλλα και την εκτεταμένη καταπάτηση των εργατικών δικαιωμάτων στους τόπους δουλειάς. Δεν υπήρχε ακόμα Επιθεώρηση Εργασίας και είχε επικρατήσει να εκτελούν οι αστυνομικές και συναφείς υπηρεσίες κάποιες σχετικές αρμοδιότητες. Είχε απευθυνθεί λοιπόν, μεταξύ άλλων, στον Λιμενάρχη και στην Αστυνομική Διεύθυνση Κέρκυρας, παρακαλώντας να προβούν στις δέουσες ενέργειες.
![]() |
![]() |
Σκοπός του Συνδέσμου, έλεγε φιλικά στον Λιμενάρχη (βλ. το σχετικό έγγραφο πάνω αριστερά), ήταν η επίτευξη κάποιας φανταστικής «αρμονίας» των σχέσεων «μεταξύ εργοδοτών και εργατών». Δεν ήθελε να προκαλέσει διατάραξη της «τάξεως».
Σε αίτησή του με αριθ. πρωτ. 159 προς την αστυνομική αρχή ο ΑΕΣΚ δήλωνε «νομοταγής» και της ζητούσε να «μεριμνήση περί επανορθώσεως» άδικης απόλυσης εργάτη από τον «παρεκτραπέντα» εργοστασιάρχη Δεσύλλα. «Είναι δυνατόν να αποδειχθεί ανά πάσαν στιγμήν», ανέφερε, πως ήταν ψευδής ο ισχυρισμός του βιομήχανου ότι ο απολυμένος στις 18 Ιουνίου εργάτης (Ν. Μαυρόπουλος) είχε «εξυβρίσει εργάτριαν». Ο λόγος της απόλυσής του, τόνιζε, ήταν η συνδικαλιστική του δράση. Έκανε λόγο, επίσης, για «εργατικό σάλο» με «δυσαρέστους περιπλοκάς» στα εργοστάσια της πόλης, «εκβιαζομένων των ήδη εγγεγραμμένων εν τω ημετέρω συλλόγω εργατών εις παραίτησιν επί ποινή απολύσεως». Επισήμαινε ότι οι εργάτες «εν αλληλεγγύη (θα) αμυνθώσι» και τότε θα «διαταραχθεί οπωσδήποτε η δημόσια τάξις».
Η Αστυνομική Διεύθυνση, όχι μόνον ενδιαφέρθηκε, αλλά -προφανώς επειδή το αίτημα ήταν δίκαιο και όχι... ανήθικο όπως υποστήριζε ο βιομήχανος Δεσύλλας- ζήτησε από τον εργοστασιάρχη την επαναπρόσληψη του απολυμένου εργάτη. Αυτό προκύπτει από έγγραφη απάντησή της στον ΑΕΣΚ (βλ. πάνω δεξιά). Ανέφερε στην απαντητική επιστολή της προς τον Σύνδεσμο: «Απαντώντες εις την υπ' αριθ. 159 ε.ε. αίτησίν σας λαμβάνομεν την τιμήν να γνωρίσωμεν υμίν ότι ο εργοστασιάρχης κ. Δεσύλλας, παρ' ου εζητήσαμεν τον επαναδιορισμόν του απολυθέντος εργάτου Νικολ. Μαυροπούλου, απήντησεν ημίν ότι απέλυσεν αυτόν δια δεδικαιολογημένους λόγους που υπηγόρευσεν αυτώ η προστασία των συμφερόντων του και τους οποίους έκρινεν επαρκείς». Ήταν 2 Ιουλίου, τρεις μέρες πριν αρχίσουν στον ΑΕΣΚ οι συνελεύσεις και οι ψηφοφορίες για την κήρυξη απεργίας.

Σώζεται, επίσης, τμήμα αναφοράς του ΑΕΣΚ προς τον νομάρχη Κέρκυρας, με πληθώρα στοιχείων-καταγγελιών για τους όρους εργασίας σε διάφορα εργοστάσια και την παραβίαση συμφωνιών, μεταξύ άλλων, για τη διανομή άρτου στους εργάτες. Ήταν και το ψωμί, όπως και η μεγάλη ακρίβεια που είχε κατά τον τοπικό Τύπο ενσκήψει στην αγορά με συνεχείς ανατιμήσεις βασικών ειδών και βέβαια ροκάνιζε προπαντός το πενιχρό εργατικό εισόδημα, ένας από τους λόγους της απεργιακής έκρηξης.
Ανέφερε ο ΑΕΣΚ, χαρακτηριστικά: «Το κατάστημα (σ.σ. εργοστάσιο) Σοφιανόπουλου διενήργησε παρακράτησιν του εις τους εργάτας διδομένου ημερησίως άρτου εκ μιας οκάς, δίδον εις τους εργάτας του 2 μόνον λίτρας άρτου, παραβαίνον ούτω το πρωτόκολλον το οποίον υπέγραψαν εν τη Νομαρχία οι εργοδόται την 13 Ιουλίου 1911 περί παραχωρήσεως εις τους εργάτας ημερησίως μιας οκάς άρτου». Σε άλλα εργοστάσια απαγορευόταν τελείως στους εργάτες να πάρουν στα σπίτια τους για τις οικογένειές τους το ψωμί που είχε συμφωνηθεί να χορηγείται. «Επιρρίπτομεν την ευθύνην μελλούσης καταστάσεως εις τους εργοστασιάρχας και ζητούμεν θερμώς την υμετέραν βοήθειαν προς αποσόβησιν παντός απευκταίου», κατέληγε το έγγραφο.
Σώζεται επίσης ανάλογο κείμενο του ΑΕΣΚ σχετικά με το εργοστάσιο Μαργαρίτη και την άρνηση του εργοδότη να χορηγεί ψωμί στους εργάτες του.

«Το κοινωνικόν οικοδόμημα εσαλεύθη εκ θεμελίων»
Από το πρωί της Κυριακής 8 Ιουλίου η Κέρκυρα έζησε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, καθώς άρχιζε ο απεργιακός αγώνας σε πολλά εργοστάσια. Ήταν τέτοια τα γεγονότα που η συντηρητική τοπική «Εφημερίς των Ειδήσεων» στο φύλλο της με ημερομηνία 11 Ιουλίου 1912 (βλ. πιο πάνω) δεν δίστασε να γράψει: «Το κοινωνικόν ενταύθα οικοδόμημα εσαλεύθη εκ θεμελίων».
Το κύριο άρθρο της εφημερίδας, που πάσχιζε να «ισορροπήσει» ανάμεσα στους εργάτες και τους εργοστασιάρχες κατηγορώντας και τους πρώτους για... υπερβολικές απαιτήσεις (!), είχε τον τίτλο «Χάος». Κατ' αυτήν, η Κέρκυρα βρισκόταν ενώπιον μιας «βαραθρώδους καταστάσεως» και απαιτούνταν «διόρθωσις».
«Ολίγον απέχει από του να ονομασθή επαναστατικόν», έγραφε για το εργατικό κίνημα. Διέβλεπε στις απεργίες την έναρξη «κοινωνικής επαναστάσεως». Θεωρούσε πως οι εργάτες, επειδή ανάμεσά τους υπήρχαν σοσιαλιστές, ήταν... εμβολιασμένοι «υπό ξένων ιδεών». Μεμφόταν τοπικούς παράγοντες για προσωπικές φιλοδοξίες και τοπικές αρχές για «οκνηρία». Δεν μπορούσε να μην παραδεχθεί, βέβαια, τις έκδηλες συνέπειες του καθεστώτος της ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας, το βαθύ «κοινωνικόν χάσμα», όπως έλεγε. Έκρινε ότι το χάσμα θέσεων εκδηλωνόταν σε όλους τους τομείς της κοινωνίας του νησιού.
Όπως ήταν επόμενο, η έκρηξη της απεργίας έφερε στο προσκήνιο των συζητήσεων και των ζυμώσεων την εργατική τάξη και την αντιπαράθεσή της με την κυρίαρχη τάξη. Το κύριο άρθρο της «Εφημερίδας των Ειδήσεων» είναι απολύτως ενδεικτικό της αναταραχής και των φόβων που προκλήθηκαν στο αστικό στρατόπεδο της εποχής για ενδεχόμενες κοινωνικές ανατροπές. Έπρεπε, έλεγε, να υπάρχουν σχέσεις «φιλίας και στοργής» ανάμεσα στις αντιμαχόμενες κοινωνικές τάξεις. Κυρίαρχα αντεργατικά ιδεολογήματα κλονίζονταν. Είναι τελείως χαρακτηριστικά, από αυτές τις απόψεις, τα εξής αποσπάσματα του άρθρου:
«Φαινόμενον απίστευτον παρατηρείται κατ' αυτάς εν Κερκύρα. Ο ήσυχος ούτος τόπος, ο υφιστάμενος με Ιώβειον υπομονήν πάσαν προσβολήν, πάσαν παρ' οποιουδήποτε πίεσιν, ήδη, χωρίς ουδόλως ούτε πόρρωθεν να αναμένεται, εγείρεται, υπό μορφήν, ήτις γεννά ευλόγους φόβους, ότι βραδέως μεν αλλ' ασφαλώς επετεύχθη να δημιουργηθώσιν ενταύθα κοινωνικά χάσματα, ων τινών ουδείς δύναται να προΐδη την έκβασιν (...) Αι υπερβολικαί απαιτήσεις των μεν, η μανία προς τάχιστον πλουτισμόν των δε, η φιλοδοξία των τρίτων, η οκνηρία των άλλων. Η απληστία των μεν, ο παρά ξένων ιδεών εμβολιασμός των δε, η μωρία και η αμάθεια των τρίτων, η προς την σπατάλην τάσις των άλλων. Οι βάρβαροι τρόποι των μεν, το ανυπότακτον των δε, η εκμετάλλευσις των τρίτων, η αδιαφορία των άλλων. Αι μεταξύ εργοστασιαρχών και εργατών σχέσεις δεν είναι πλέον σχέσεις φιλίας, στοργής, αλλά σχέσεις δύο αντιπάλων δυνάμεων, αίτινες ευρισκόμεναι αντιμέτωποι αλλήλων, αναμένουσιν από στιγμής εις στιγμήν μίαν ασήμαντον αφορμήν, ένα ελαφρόν σπινθήρα, ίνα παρουσιάσωσιν εαυτούς εντός πυρκαϊάς, προ αλληλοφαγώματος (...) Αι μεταξύ λαού και κεφαλαιούχων σχέσεις έχουσι και αυταί ταθή τόσον, ώστε ουδόλως είναι μακράν η στιγμή, καθ' ην θέλει κοπή το τεντωμένον τούτο σχοινίον. Ο κεφαλαιούχος θεωρεί τον άνθρωπον του λαού ως ον προωρισμένον ν' αυξάνη διαρκώς τα κεφάλαιά του, αδιαφορών εάν στερήται, εάν υφίσταται μαρτύρια. Ο άνθρωπος του λαού διαβλέπει εν τω προσώπω του κεφαλαιούχου το ον εκείνο, όπερ πρέπει θάττον ή βράδιον να παραδοθή εις τους όνυχάς του, εις τους οδόντας του (...) Τα πάντα παρουσιάζουσι την Κέρκυραν ως στάδιον, ένθα ήρχισαν να τελώνται αγώνες μίσους, αλληλοαρπαγής, ίνα ίσως διαδεχθώσιν αύριον τούτους αγώνες αίματος».
Η εφημερίδα στο ίδιο φύλλο έκανε λόγο και για... «εκδρομές» των απεργών.
Πορείες από το Κανόνι και το Κοντόκαλι στην πόλη
Οι «εκδρομές» δεν ήταν τίποτε άλλο από καθημερινές πρωινές και μεσημεριανές συγκεντρώσεις των απεργών σε οικισμούς 2-5 χιλιόμετρα έξω από την πόλη και πολύωρες πορείες από εκεί, κατά τις απογευματινές-βραδινές ώρες, στο κέντρο της πόλης, με συμμετοχή ακόμη και 1.000 περίπου ατόμων, σύμφωνα με κάποια δημοσιεύματα.
Στο πλαίσιο της συμβιβαστικής λογικής της, η ηγεσία του ΑΕΣΚ είχε κρίνει ότι για την αποφυγή ενδεχόμενων συγκρούσεων με τον απεργοσπαστικό μηχανισμό που έστησαν οι εργοδότες και οι κρατικές αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές στα εργοστάσια, ήταν καλύτερο οι απεργοί να μην εμφανίζονταν στις πύλες των μονάδων, παρόλο που έτσι διευκολύνονταν οι εργοστασιάρχες στο απεργοσπαστικό τους έργο.
Δημοσιεύματα της εποχής βεβαιώνουν ότι έγιναν τουλάχιστον τέσσερις τέτοιες μεγάλες συγκεντρώσεις και πορείες, τις πρώτες τέσσερις μέρες της απεργίας, ενώ στην πόλη μέρα και νύχτα κυκλοφορούσαν οπλισμένοι έφιπποι αστυνομικοί, χωροφύλακες και στρατιώτες για την «προστασία της τάξεως». Σε εργοστάσια αλεύρων, άρτου και άλλων προϊόντων σε θέσεις απεργών χρησιμοποιούνταν, όπως εξηγούσε η «Εφημερίδα των Ειδήσεων», στρατιώτες της δύναμης του τοπικού Φρουραρχείου και άλλα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων πρώην στρατιωτών τουρκικής δύναμης από την Αλβανία που είχαν αυτομολήσει στην Κέρκυρα.
Οι απεργιακές συγκεντρώσεις ήταν μαζικές και έγιναν, καθώς φαίνεται, στους οικισμούς Κανόνι και Κοντόκαλι. Εκεί μιλούσαν στους απεργούς στελέχη και υποστηρικτές του ΑΕΣΚ, που συζητούσαν μαζί τους για το δίκαιο και την εξέλιξη του αγώνα τους. Οργανωμένα, αργά το απόγευμα, ξεκινούσαν πορείες που κάλυπταν απόσταση χιλιομέτρων και κατέληγαν στην πόλη, διαδηλώνοντας τα αιτήματά τους για ανάκληση και παύση των απολύσεων, αύξηση των ημερομισθίων τους, μείωση των ωρών εργασίας, αλλαγές στα νυχτερινά ωράρια και καθιέρωση της Κυριακής ως αργίας, διανομή άρτου στους τόπους εργασίας για τις οικογένειές τους, ελεύθερη δράση του Συνδέσμου τους, προσλήψεις για τη μείωση της εντατικοποίησης της εργασίας. Ομάδες σοσιαλιστών τούς επεφύλασσαν στην πόλη θερμή υποδοχή και διαδήλωναν μαζί τους. Προπορεύονταν και ακολουθούσαν έφιπποι αστυνομικοί, χωροφύλακες και στρατιώτες που «επιτηρούσαν» τις εργατικές διαδηλώσεις!

![]() |
![]() |

Τα γεγονότα είχαν προκαλέσει το ενδιαφέρον μεγάλων αστικών εφημερίδων της Αθήνας, ιδιαίτερα μάλιστα της εφημερίδας «Ακρόπολις» (βλ. σχετικά δημοσιεύματά της πιο πάνω). Σε πέντε φύλλα της, ένα από τα οποία έκανε λόγο για «το ξύπνημα της εργατικής συνειδήσεως», διασώθηκαν πολύτιμα στοιχεία, έστω και αν στα δημοσιεύματα συχνά υπερίσχυε η κρατική προπαγάνδα.
Την Παρασκευή 13 Ιουλίου η εφημερίδα ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι την προηγούμενη μέρα «εδημοσιεύθη δια σαλπισμάτων» στο κέντρο της πόλης, προφανώς από σαλπιγκτές της αστυνομίας ή του στρατού, αστυνομική διάταξη που απαγόρευσε κάθε δημόσια συνάθροιση. «Οι απεργοί», συνέχιζε η εφημερίδα, «διημερεύσαντες εις την εξοχήν εμποδίσθηκαν κατά την επιστροφήν των εις τα πρόθυρα της πόλεως να εισέλθουν ενωμένοι, ούτω δε ηναγκάσθησαν να διαλυθούν». Σε διαπραγματευτική συνάντηση, έλεγε, είχε σημειωθεί «μερική υποχώρησις των εργοστασιαρχών» και αναμενόταν λήξη της απεργίας. Τις απογευματινές ώρες της Πέμπτης, πληροφορούσε ακόμη, «κατέσχεν η αστυνομία εν παράρτημα (σ.σ. φύλλο εφημερίδας ή φυλλάδιο), εκδοθέν υπό των σοσιαλιστών, παροτρύνον τους απεργούς όπως επιμείνουν».
Στα αμέσως προηγούμενα φύλλα της η «Ακρόπολις» είχε ενημερώσει το κοινό της ότι τις πρώτες μέρες της απεργίας οι εργάτες είχαν συγκεντρωθεί στις τοποθεσίες Κανόνι και Κοντόκαλι και εισήλθαν με πορείες οργανωμένα στην πόλη τις απογευματινές - βραδινές ώρες για την πραγματοποίηση νέων απεργιακών συγκεντρώσεων μπροστά στα γραφεία του Συνδέσμου τους ή σε πιο ευρύχωρο σημείο μπροστά από τα γραφεία του Σοσιαλιστικού Κέντρου που υποστήριζε τον αγώνα τους.
Αυτό έγινε, πρώτα-πρώτα, το βράδυ της Κυριακής 8 Ιουλίου, κατά τις 21:30, μετά από πορεία από το Κανόνι. Οι απεργοί τραγουδούσαν και φώναζαν συνθήματα, όπως «Ζήτω οι εργάτες». Στο σημείο Κολόνα του Ντούγκλα, στις παρυφές του ιστορικού κέντρου της πόλης, σε ένδειξη συμπαράστασης τους υποδέχθηκαν και συμμετείχαν στην πορεία τους στην κεντρική πλατεία Σπιανάδα και σε τόπο νέων ομιλιών, πολυπληθείς ομάδες σοσιαλιστών, με συνθήματα, όπως «Κάτω οι πλουτοκράτες», ενώ παράλληλα μοίραζαν προκήρυξη υπέρ των δικαίων των εργατών. Στη διάρκεια ομιλίας που ακολούθησε, ακούγονταν συνθήματα, όπως «Κάτω οι τύραννοι» και «Ζήτω ο έντιμος εργάτης». Υπήρχε και σύνθημα «Ζήτω ο σοσιαλισμός». Το βράδυ της Τρίτης 10 Ιουλίου έγινε πορεία από το Κοντόκαλι στο κέντρο της πόλης, με ενδιάμεσο σταθμό το σημείο Μπόμπα, στην πλατεία Σαρόκου, όπου πάλι τους διαδηλωτές εργάτες υποδέχθηκαν σοσιαλιστές και άλλοι υποστηρικτές τους.
![]() |
![]() |
Σύμφωνα με την εφημερίδα, στο πλευρό των απεργών και του ΑΕΣΚ είχαν σταθεί και κατηγορίες-κλάδοι εργατών που είχαν αυτοτελείς οργανώσεις, οι οποίες για διαφορετικούς λόγους, ανά περίπτωση, δεν είχαν καλέσει σε απεργία. Οι καπνεργάτες, μάλιστα, κατέβηκαν σε 24ωρη απεργία αλληλεγγύης.
Σώζονται στο ΕΚΚ έγγραφα της Συντεχνίας Καπνεργατών (πάνω αριστερά) και της Ένωσης Φορτοεκφορτωτών και Εργατών Λιμένος (πάνω δεξιά) προς τον ΑΕΣΚ, με δηλώσεις υποστήριξης του αγώνα.
Άλλο φύλλο της «Ακροπόλεως» περιείχε την πληροφορία ότι το Εργατικό Κέντρο Αθήνας (ΕΚΑ), μαζί με τη δήλωση αλληλεγγύης του, είχε στείλει στον ΑΕΣΚ ποσό 3.000 δρχ. για την ενίσχυση του αγώνα τους.

Έχουν σωθεί, από τότε, τηλεγραφήματα του ΕΚΑ με μηνύματα ενθάρρυνσης και υποστήριξης του αγώνα (βλ. πιο πάνω).
Το ΕΚΑ, όπως εξηγούσε σε ένα από αυτά, είχε απευθυνθεί στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, επιδιώκοντας να παρέμβει υπέρ των απεργών. Η επικοινωνία ΑΕΣΚ-ΕΚΑ ήταν από το 1910 τακτική και αφορούσε ακόμη και ζητήματα του καταστατικού του ΑΕΣΚ.

Επίσης, σώζεται καυστικό κατά των κρατικών αρχών ψήφισμα της γενικής συνέλευσης των αντιπροσώπων του Εργατικού Κέντρου Βόλου (ΕΚΒ) υπέρ του απεργιακού αγώνα των Κερκυραίων εργατών (βλ. πάνω), το οποίο δημοσίευσε μετά την απεργία ο «Εργάτης».
Σχετικό τηλεγράφημα του ΕΚΒ είχε σκόπιμα «μπλοκαριστεί» σε τηλεγραφείο, για να μη γίνει εγκαίρως γνωστό στην Κέρκυρα.
![]() |
![]() |
![]() |
![]() |
![]() |
![]() |
![]() |
![]() |
Την Παρασκευή 13 Ιουλίου, σε δημοσίευμά της με κεντρικό τίτλο «Η απεργία της Κερκύρας και υπότιτλο «Πυροβολισμοί Στρατού - απεργών», η αθηναϊκή εφημερίδα «Εμπρός» (βλ. πιο πάνω ενδεικτικά λοιπά δημοσιεύματα του αθηναϊκού Τύπου) αναπαρήγαγε μαζί με αληθινά γεγονότα ψευδείς ισχυρισμούς των αρχών, γράφοντας, ως ανταπόκριση από το νησί, με ημερομηνία 12 Ιουλίου: «Χθες την 1ην μετά μεσονύκτιον ο φρουρός και οι στρατιώται των εργαστηρίων του Αεριόφωτος έρριψαν 20 πυροβολισμούς εναντίον υπόπτων ατόμων εκληφθέντων ως απεργών και προχωρούντων προς τους φρουρούς. Οι απεργοί αντεπυροβόλησαν. Εκ του θορύβου ανεστατώθη η πόλις και τα προάστεια. Έσπευσαν εις τον τόπον πάσαι αρχαί διανυκτευεύσασαι. Ο εισαγγελεύς επελήφθη αυστηρών ανακρίσεων. Σήμερον οι απεργοί εξέδραμαν εκ νέου εις την εξοχήν. Συνεπεία των χθεσινών σκηνών δι' αστυνομικής διατάξεως απηγορεύθη αυστηρώς η είσοδος των απεργών εν σώματι εις την πόλιν, ως και πάσα συνάθροισις. Ο πρόεδρος του Εργατικού Συνδέσμου κ. Σπυράκης προσκληθείς εις την αστυνομίαν ανεγνώρισεν ότι αστόχως και αδικαιολογήτως εκηρύχθη η απεργία εν απουσία του. Οι απεργοί επανέκαμψαν αθορύβως διεσκορπισμένοι. Δια των εκτάκτων μέτρων του στρατού και της αστυνομίας επεβλήθη το κύρος του νόμου. Η απεργία θα λήξη πιθανώτατα αύριον. Οι εργοστασιάρχαι δεν θα απολύσωσι τους νέους προσληφθέντας εργάτας, θα προσλάβωσι δε εκ των απεργησάντων μόνον όσους λάβωσιν ανάγκην. Κατεσχέθη υπό της αστυνομίας (...) προπετές παράρτημα των σοσιαλιστών παρακινούν τους απεργούς να μη ενδώσωσι απολύτως εις τας συμβουλάς, επιμένοντες εις τα έσχατα και τονίζοντες ότι ο στρατός δεν προορίζεται να πυροβολήση κατά των εργατών. Ο εισαγγελεύς θα επιληφθή ανακρίσεων, θα επακολουθήσωσι δε και συλλήψεις».
Τη Δευτέρα 9 Ιουλίου η ίδια εφημερίδα, χωρίς ούτε υπαινιγμό συμπάθειας στους απεργούς και τα αιτήματά τους, σε θέμα με τίτλο «Η απεργία των αρτοποιών εν Κερκύρα», είχε γράψει τα ακόλουθα: «Κηρυχθείσης γενικής απεργίας των εργατών πάντες ούτοι συνεκεντρώθησαν εις την τοποθεσίαν Κανόνι, οπόθεν την εσπέραν εισήλθαν σύσσωμοι εις την πόλιν καταλύσαντες εις το Εργατικόν κέντρον. Κατελήφθησαν εν τοσούτω στρατιωτικώς τα ιδιωτικά αρτοποιεία εις τα οποία εργάζονται αρτοποιοί στρατιώται και τα εργαστήρια αεριόφωτος εγκατασταθέντων εις αυτά στρατιωτών εργατών δια να μη διακοπή η φωταγώγησις της πόλεως. Δύο ανθυπολοχαγοί μετά ισχυρών περιπολιών παραμένουν εν επιφυλακή εις την αστυνομίαν. Η κοινωνία ουδόλως φαίνεται συμπαθούσα τους απεργούς».
Επίσης, η αθηναϊκή εφημερίδα «Σκριπ» το Σάββατο 14 Ιουλίου είχε αναφέρει, σχετικά με την απεργία, ότι με υπουργική εντολή σχεδιαζόταν στην Αθήνα η παραγωγή άρτου για την Κέρκυρα. Έγραψε: «Κατόπιν εντολής του υπουργείου των Εσωτερικών, η αστυν. υποδιεύθυνσις Πειραιώς καλέσασα τους διευθυντάς των εν Πειραιεί ατμομύλων εζήτησε πληροφορίας περί του ποσού των ευρισκομένων αλεύρων, προκειμένου να σταλή μεγάλη ποσότης εις Κέρκυραν, αφού προηγουμένως μεταβληθή εις άρτους εις το εν Αθήναις στρατιωτικόν αρτοποιείον, ένεκα της παρατάσεως της απεργίας των εκεί αρτεργατών». Οι αρτεργάτες -που συνήθως αποκαλούνταν αρτοποιοί- και ευρύτερα οι εργάτες παραγωγής αλεύρων είχαν αψηφήσει, φαίνεται, τις επανειλημμένες αστυνομικές διαταγές για την επάνοδό τους στους τόπους εργασίας χωρίς να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους.
Την Πέμπτη 12 Ιουλίου η ίδια εφημερίδα έγραψε: «Κατά τηλεγράφημα του Νομάρχου και Διευθυντού της Αστυνομίας Κερκύρας προς το υπουργείον των Εσωτερικών (σ.σ. την προηγούμενη μέρα), οι απεργοί εργάται των αρτοποιείων και αεριόφωτος εξέδραμον μακράν της πόλεως γενόμενοι δεκτοί (σ.σ. κατά την επιστροφή τους στην πόλη) δια ζητωκραυγών και χειροκροτημάτων παρά των σοσιαλιστών και άλλων εργατών οίτινες δεν απήργησαν εισέτι. Εκεί (σ.σ. στο Κοντόκαλι) εξεφωνήθησαν διάφοροι λόγοι υπέρ της εργατικής ιδέας και άπαντες περί τους χιλίους ανερχόμενοι, επανήλθον την 11ην νυκτερινήν εις την πόλιν».
Την Τρίτη 10 Ιουλίου η ίδια εφημερίδα είχε γράψει: «Η απεργία εξακολουθεί. Χάρις εις την άοκνον δραστηριότητα των αξιωματικών και των στρατιωτών παρέχεται εις την πόλιν και τα προάστεια επαρκής άρτος και φωτισμός». Έκανε λόγο για περίπου 300 απεργούς που «εξέδραμον εις την τοποθεσίαν Κοντοκάλι (σ.σ. τον οικισμό Κοντόκαλι) και επέστρεψαν ψάλλοντες απόψε σύσσωμοι εις την πόλιν, προηγουμένης της σημαίας του εργατικού Κέντρου. Προηγούντο και είποντο ένοπλοι χωροφύλακες και έφιπποι». Η απεργία παρουσιαζόταν ως «αντιδημοτική», δηλαδή αντιδημοφιλής, ενώ «τινές απεργοί» φέρονταν ως «μεταμεληθέντες»· είχε κηρυχθεί «αστόχως» και... «ζημιουμένων τοσούτων πτωχών οικογενειαρχών εργατών», υποστήριζε. Η εταιρεία του αεριόφωτος, έλεγε το ίδιο δημοσίευμα αναμασώντας παράλληλα και τα ψέματα της εταιρείας Δεσύλλα περί απολύσεων «ασεβών» εργατών, «θα αντικαταστήση τους απεργήσαντας, φέρουσα ειδικούς εκ του εξωτερικού». Οι απεργοί «λέγεται ότι δύνανται να συντηρηθώσιν επί δεκαήμερον», κατέληγε το δημοσίευμα.
Σε διπλανές στήλες η εφημερίδα πληροφορούσε: «Την απεργία των αρτοποιών επηκολούθησε σήμερον απεργία των εργατών αεριόφωτος. Ελήφθησαν μέτρα δια την τάξιν και τον φωτισμόν της πόλεως».
Την Κυριακή 8 Ιουλίου, σε θέμα της με τίτλο «Το ψωμί εν Κερκύρα» για την απεργία που άρχιζε, η εφημερίδα, ενώ υιοθετούσε ψευδείς ισχυρισμούς του βιομήχανου Δεσύλλα για τις αιτίες απόλυσης εργατών του, πληροφορούσε ότι «ο Νομάρχης κ. Βαρατάσης εκάλεσε τον κ. Δεσύλλαν και τω συνέστησε να προσλάβη και πάλιν τους εργάτας», αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε. Ο νομάρχης τηλεγράφησε στην κυβέρνηση, σύμφωνα με το δημοσίευμα, «ζητών όπως διαταχθή και λειτουργήση το Στρατιωτικόν αρτοποιείον και σταλώσι κατάλληλοι άνδρες εκ του συντάγματος εις τα ιδιωτικά αρτοποιεία». Εκτιμούσε ότι, παρ' όλα αυτά, θα ήταν αναγκαίο να σταλεί ψωμί από την Πάτρα. «Οι ιδιοκτήται αρτοποιείων εδήλωσαν ότι εν ανάγκη και κατόπιν εμμονής των αρτοποιών εις τα αιτήματά των θα φέρωσι μονίμους τοιούτους εκ της λοιπής Ελλάδος», συνέχιζε το δημοσίευμα, καταλήγοντας: «Δέον η Κυβέρνησις να διατάξη τα δέοντα».

Έκτακτο φύλλο της εφημερίδας «Εργάτης»
Η εφημερίδα «Εργάτης» του Σοσιαλιστικού Κέντρου εξέδωσε στη διάρκεια της απεργίας -την Τετάρτη 11 Ιουλίου ή την Πέμπτη 12 Ιουλίου- έκτακτο παράρτημα, με τίτλο «Η χθεσινή λογοδοσία του Εργατικού Συνδέσμου», σε μια προσπάθεια να αντικρουστούν παραπλανητικοί εργοδοτικοί και κρατικοί ισχυρισμοί σε βάρος των απεργών. Όπως ανέφερε εισαγωγικά, παρουσίαζε «τους πραγματικούς λόγους της απεργίας», δίνοντας «την μόνην πιστήν, σαφή και αληθή εικόνα όλου του ζητήματος».
Ολόκληρο το μονοσέλιδο φύλλο (βλ. πιο πάνω, έως τώρα ήταν γνωστό ότι σώζεται μόνον ένα πολύ φθαρμένο φύλλο με κενά στο περιεχόμενό του) αναφερόταν σε όσα «είπε περίπου» ο αντιπρόεδρος του ΑΕΣΚ Θ. Μακρής σε απεργιακή συγκέντρωση την προηγούμενη μέρα, «διακοπτόμενος υπό συνεχών χειροκροτημάτων και επευφημιών».
Το κείμενο της ομιλίας του Μακρή περιέχει πληθώρα πληροφοριών για την απήχηση και την έκταση της απεργίας, για την αφόρητη κατάσταση που επικρατούσε στα εργοστάσια, καθώς και για την αποφασιστικότητα των απεργών. Μαρτυρεί ωστόσο, συγχρόνως, τον αποπροσανατολισμό που επιχείρησαν στελέχη του Συνδέσμου, καλύπτοντας τον βρώμικο ρόλο των Αρχών, ελαχιστοποιώντας τις διεκδικήσεις και βάλλοντας εμμέσως πλην σαφώς εναντίον όσων κατηγορούνταν ότι κινούνται με πνεύμα «ανατροπής των καθεστωσών οικονομικών σχέσεων» επειδή ζητούσαν όσα δικαιούνταν.
Ακολουθεί, λόγω της σημασίας του, ολόκληρο:
Εκφράζομεν την θερμήν ημών ευγνωμοσύνην προς τον αδελφόν λαόν της Κερκύρας δια την πολύτιμον ηθικήν υποστήριξιν και αρωγήν την οποίαν μας παρέχει. Χαίρομεν βλέποντες τα εργατικά του τόπου Σωματεία (σ.σ. κλαδικές οργανώσεις) τασσόμενα παρά το πλευρόν ημών υπέρ του δικαίου Εργατικού αγώνος μας και χαίρομεν ακόμη πλέον διότι μας παρέχεται ούτω η ευκαιρία ίνα κατά την στιγμήν ταύτην εκθέσωμεν τα αίτια του ουχί αβασίμου και αμφιβόλου αλλά τιμίου και ευγενούς αγώνος τον οποίον ανελάβομεν, του τοσούτον ψευδώς παρασταθέντος εις τον λαόν και τοσούτον συκοφαντηθέντος δια των καταλλήλων και υπούλων διαδόσεων, αίτινες κατ' αυτάς εκυκλοφόρησαν.
Όχι, δεν πρόκειται περί μεμονωμένων και παρεμπιπτούσης σημασίας ζητημάτων. Δεν πρόκειται περί της παρά τινος Εργοστασίου απολύσεως Εργάτου τινός δι' ηθικής λόγους ως τούτο διέδωσε. Διαμαρτυρόμεθα δι' όλης μας της δυνάμεως κατά της εκδοχής ταύτης και θα ήτο τερατωδώς άδικον και τερατωδώς απίστευτον να δεχθή τις ότι ολόκληρον εργατικόν σωματείον περιλαμβάνον ημίσειαν χιλιάδα μελών θα εκηρύσσετο υπέρμαχον μεμονωμένων και προσωπικών ζητημάτων υψούν υπέρ της προσλήψεως ανηθίκου εργάτου ως σημαίαν αυτού την σημαίαν της ανηθικότητος. Το ζήτημα του εργοστασίου Δεσύλλα τυγχάνει απλώς παρεμπίπτον και συμπτωματικόν. Τα αίτια της εκρήξεως του εργατικού τούτου κινήματος έχουσι γενικώτερον τον λόγον, βαθυτέρας τας ρίζας και σοβαρώτερον τον χαρακτήρα. Δεν πρόκειται περί γεγονότος της χθες ή της σήμερον· πρόκειται περί γεγονότων ολοκλήρου σειράς δεκαετηρίδων. Αιτία του κινήματος τούτου είναι η μαύρη και πολυβασανισμένη ζωή του Έλληνος, ιδία δε του Κερκυραίου εργάτου. Δεν είναι ανάγκη να απευθυνθώ προς την φαντασίαν υμών προς εξεικόνισιν της καταστάσεως ταύτης, διότι οι πλείστοι διατελείτε εν αυτή και ευρίσκεσθε εν αμεσωτέρα εμού γνώσει των πραγμάτων.
«Κατά της δεκαοκταώρου εξαντλήσεως»
Απευθύνομαι προς υμάς και αξιώ να μου απατήσετε εάν δεν είναι άξιος επιδοκιμασίας ο αγών του εργάτου κατά της δεκαοκταώρου σωματικής και πνευματικής αυτού εξαντλήσεως εντός ανηλίων και ζοφερών οικοδομημάτων νυχθημερόν σκληρώς αγωνιζομένου υπέρ του επιουσίου άρτου, εν μέσω μηχανημάτων επικινδύνων, εστερημένων πάσης ασφαλείας, διακυβεύοντος την ζωήν του και την σωματικήν ακεραιότητα ίνα απολαύση απροστάτευτον και περιφρονημένον γήρας;
Ερωτώ υμάς εάν δεν είναι άξιος συμπαθείας ο αγών του εργάτου του εγείροντος μέγαρα υπέρ των αποκερδαινόντων την εργασίαν αυτού και μη έχοντος πού την κεφαλήν κλίναι, του παράγοντος τα εκατομμύρια υπέρ των εκμεταλλευομένων αυτόν και μη επαρκούντος δια του ευτελούς ημερομισθίου του εις την απόλαυσιν του ξηρού επιουσίου άρτου εαυτού και της οικογενείας του, και αν δεν είναι δικαία επί τούτω και ειλικρινής η εξέγερσις αυτού, ως ειδικώς των του ημετέρου συνδέσμου θερμαστών αεριόφωτος των αντί τριδράχμου ημερομισθίου ψηνομένων απαισίως μέσα στη φωτιά των καμίνων;
Και σας ερωτώ επίσης εάν δεν είναι δίκαιος ο αγών του εργάτου του επί δέκα, επί είκοσι έτη, του εφ' ολόκληρον βίον τιμίως και ειλικρινώς εξυπηρετήσαντος τον πλουτήσαντα δι' αυτού προϊστάμενόν του κατά της μετά τοσούτον χρόνον πιστής υπηρεσίας απανθρώπου διώξεώς του από της εργασίας, δι' αφορμήν ασήμαντον ή ουδεμίαν πετωμένου από τον εργοστασιάρχην εις τους δρόμους ερήμου άνευ εργασίας προ των πεινώντων τέκνων του δια τον άρτον των οποίων μόλις το απολεσθέν ημερομίσθιον επήρκει, χωρίς να του δίδεται ουδ' η ελαχίστη ολιγοήμερος προθεσμία προς εξεύρεσιν ετέρας εργασίας εις επανάληψιν του μαρτυρικού αυτού βίου;
Και σας ερωτώ γενικώτερον εάν δεν είναι άξιος προστασίας ο αγών του εργάτου υπέρ του σεβασμού της εργασίας του, υπέρ του δικαιώματός του να εργασθή αλλά και εκ της εργασίας του να ζήση μίαν ζωήν περισσότερον ανθώπινον, περισσότερον εξησφαλισμένην και ολιγώτερον αγωνιώδη;
«Η αφύπνισις και η έκρηξις της εργατικής συνειδήσεως»
Εντός του κύκλου τούτου στρέφεται ο αγών του εργάτου, ο αγών ημών. Εντεύθεν η διαμαρτυρία του εργάτου, η μέχρι σήμερον πνιγομένη και πιεζομένη υπό το απροστάτευτον και το ανοργάνωτον αυτού. Ο αγών της σήμερον είναι η αφύπνισις και η έκρηξις της εργατικής συνειδήσεως όχι βεβαίως χάριν ανατροπής των καθεστωσών οικονομικών σχέσεων, αλλ' απλώς χάριν της φιλανθρωποτέρας διαρρυθμίσεως της εργασίας. Αλλ' εάν είναι γενικωτέρα η σημερινή εξέγερσις όμως ως προς τον σύνδεσμον τούτον δεν είναι η πρώτη. Προ τινος μόλις χρόνου οι εργάται του απηύθυναν φωνήν διαμαρτυρίας και εζητήσαντο την εν μέρει πλήρωσιν τινών εκ των στοιχειωδών αυτών αξιώσεων. Αλλά την προσωρινήν των εργοστασιαρχών υποχώρησιν και την αποδοχήν των παρά των εργατών αιτηθέντων επηκολούθησεν η λήθη. Και σχεδόν ουδεμία υπόσχεσις ετηρήθη σταθερώς και ουδεμία φροντίς ελήφθη περί μερικής ικανοποιήσεως ημερομισθίου, περί ελαττώσεως ωρών εργασίας, περί ολιγωτέρας σκληρότητος περί την διαρρύθμησιν της εργασίας και της αποπομπής του εργάτου. Ου μην αλλά και συστηματική δίωξις εργατών επηκολούθησεν εκ των ανηκόντων εις τον ημέτερον σύνδεσμον, ως αποτελούντων κάρφος των εργοστασιαρχών δια της ανακινήσεως δια του Συνδέσμου και της μεταδόσεως εις τους συναδέλφους των εργάτας ελευθεριωτέρων ιδεών και νεωτέρων αντιλήψεων αφορμωμένων και εκ της αρξαμένης νομοθετικής προστασίας του εργάτου.
Εις το καταπονητικόν και ανικανοποίητον της εργασίας, εις την αθέτησιν των υπεσχημένων, εις την εκ συστήματος δίωξιν διεμαρτυρόμεθα ηρέμα και παρεκαλούμεν επί ματαίω προσπαθούντες να αποσοβήσωμεν τον σάλον.
Τα γεγονότα του εργοστασίου Δεσύλλα ουδαμώς απετέλεσαν την βάσιν και τον σκοπόν του ημετέρου αγώνος, υπήρξαν απλώς συμπτωματικά της όλης καταστάσεως, υπήρξαν τινά εκ των τόσων γεννηθέντων και παρά τοις λοιποίς εργοστασίοις, μόνον ότι η εν τη ανωτέρω εργοστασίω εκδηλωθείσα εργατική αλληλεγγύη δια μερικής απεργίας των εν αυτώ εργατών, και το αδιάλλακτον και ανεύδοτον του αυτού εργοστασιάρχου απέναντι των πολλαπλών υποχωρήσεων και παρακλήσεών μας, έδωσαν το έναυσμα και υπήρξαν ο σπινθήρ ο μεταδώσας το πυρ εις την πυρίτιδα η οποία ήτο ήδη διεσκορπισμένη ανά πάσαν την μεγάλην εργατικήν οικογένειαν, και ανά πάσαν εργατικήν γωνίαν. Των μεμονωμένων τούτων γεγονότων τιθεμένων εν τη ταπεινή θέσει ήτις της προσήκει ανακύπτει το ευρύτερον και γενικώτερον αίτιον του αγώνα μας, η επ' ελάχιστον βελτίωσις της οικτράς θέσεως του Κερκυραίου εργάτου. Τα αιτήματα ημών υπεβλήθησαν ήδη εις τας αρχάς, ανάγονται εις τον ανωτέρω εκτεθέντα κύκλον ιδεών και δικαιωμάτων, ανάγονται εις τα όρια της νομιμότητος, της μετριοπαθείας, του δικαίου εις την κατά την αντίληψιν του ανθρωπισμού εργασίαν και δια των αρχών εξαιτούμεθα όπως αρμοδίως ζητηθή η αποδοχή αυτών παρά των εργοστασιαρχών. Έχομεν κατά το πλείστον την βεβαίωσιν της αρχής περί της νομιμότητος, της δικαιοσύνης και της ολιγαρκίας των όσων ζητούμεν, και ευελπιστούμεν επί την υποστήριξιν αυτής εντός του δικαίου.
Εν τω μεταξύ εμμένομεν εις τον αγώνα μας μετά καρτερίας, πεποιθήσεως και θάρρους. Η συμμετοχή πανδήμως του Κερκυραϊκού (...) μας ενισχύει και μας παρηγορεί. Ας μη παρεξηγείται η απεργία ημών μετά τα ανωτέρω, ας μη συκοφαντείται.
«Διαμαρτυρία εναντίον αφορήτου καταστάσεως»
Αι βλέψεις ημών είναι πολύ ευγενέστεραι των εντέχνων διαδόσεων των τριόδων (...) Η απεργία ημών είναι η διαμαρτυρία εναντίον αφορήτου καταστάσεως και ουδαμώς στρέφεται κατά του αδελφού μας λαού. Χαίρομεν ότι δια της συνδρομής του στρατού εξησφαλίσθη ο άρτος εν τη αγορά, διότι ημείς δια της απεργίας μόνον και μόνον σκοπούμεν όπως δια της αναστολής των εργασιών μας δοθή ο χρόνος και η ευκαιρία όπως κανονίσωμεν τα εκκρεμή ημών ζητήματα.
Η αλληλεγγύη, η συμπάθεια, η σύμπραξις του εργαζομένου Κερκυραϊκού λαού αποτελεί δι' ημάς πολύτιμον στήριγμα αλλ' είναι και δείγμα αισιωτέρου εργατικού μέλλοντος. Ο αγών υπήρξε το σύνθημα μιας γενικωτέρας λαϊκής διαμαρτυρίας, η ένδειξις μιας ανωτέρας εργατικής αντιλήψεως και το σάλπισμα της ενάρξεως του μεγάλου και ευγενούς αγώνος υπέρ των δικαιωμάτων του εργάτου.
Πεποιθότες εις την νομιμότητα και την ορθότητα των αιτίων των προκαλεσάντων τον προ οφθαλμών εργατικόν αγώνα, και των σχετικών ημών αιτημάτων, ανώτεραι των επιρριφθεισών εις τον αγώνα μας μομφών, θέλομεν χωρήσει μετά θάρρους εις την απονομήν του δικαίου μας, περί της τελικής επικρατήσεως του οποίου έχομεν ακράδαντον πεποίθησιν.
Εκφράζων και πάλιν την ευγνωμοσύνην ημών δια την πολύτιμον υποστήριξιν του λαού της Κερκύρας και την ειλικρινή αυτού συμπάθειαν αναφωνώ από καρδίας
Ζήτωσαν τα δίκαια του εργάτου.
Ζήτω ο εργατικός λαός της Κερκύρας.
Όσο «καλόπιασμα» κι αν επιχειρούσε η ηγεσία του ΑΕΣΚ προς στις τοπικές κρατικές αρχές εμμένοντας στο δίκιο των εργατών, όσο και αν κάλυπτε προκλητικά και παραπλανητικά την απίστευτη αντεργατική κινητοποίησή τους από τις πρώτες ώρες της απεργίας, όσες υπηρεσίες και αν προσέφερε στις Αρχές προκειμένου οι εργάτες να μην υπερασπίσουν την απεργία τους στις πύλες των εργοστασίων και να μη στραφούν εναντίον όλων των αντιπάλων τους κινητοποιώντας ευρύτερες λαϊκές μάζες, όσες επιζήμιες και υπονομευτικές υποχωρήσεις και αν έκανε απέναντι στους εργοστασιάρχες και τις αρχές, φτάνοντας ακόμη και στο σημείο να επικροτεί τη χρησιμοποίηση του στρατού εναντίον του εργατικού αγώνα, η βαρβαρότητα των αρχών κλιμακώθηκε. Ακόμα κι αυτό το παράρτημα του «Εργάτη» κατασχέθηκε από τις αστυνομικές αρχές, προφανώς με δικαστική εντολή.
Ήδη η Αστυνομία τη Δευτέρα 9 Ιουλίου και την Τρίτη 10 Ιουλίου είχε καλέσει τους αρτεργάτες, επισείοντας την απειλή άσκησης διώξεων, να γυρίσουν εντός 24 ωρών στην εργασία τους. Επίσης, εξαπολύσει «ανθρωποκυνηγητό» για να εντοπίσει απεργούς που δήθεν είχαν σκοπεύσει και πυροβολήσει εναντίον στρατιωτών-φρουρών του εργοστασίου αεριόφωτος, ενώ το μόνο που είχε πιθανώς συμβεί ήταν η εκτόξευση λίθων με στόχο μηχάνημα της μονάδας φωταερίου.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της Πέμπτης 12 Ιουλίου, κατόπιν σύσκεψης που έγινε τις απογευματινές ώρες της προηγούμενης μέρας στη Νομαρχία με σκοπό το «σπάσιμο» της απεργίας μέσω γενικόλογων υποσχέσεων μερικής ικανοποίησης κάποιων αιτημάτων από αρκετούς εργοστασιάρχες, η Αστυνομική Διεύθυνση Κέρκυρας εξέδωσε ανακοίνωση-διαταγή (βλ. πιο πάνω) για την απαγόρευση κάθε δημόσιας συνάθροισης στην πόλη και στα προάστιά της.
Με επίκληση του άρθρου 10 του τότε Συντάγματος, ο αστυνομικός διευθυντής Κέρκυρας και επικεφαλής της τοπικής Χωροφυλακής υποστήριζε ότι «λόγω της καθ' εκάστην εσπέραν συγκεντρώσεως των απεργών εργατών των διαφόρων εργοστασίων και αεριόφωτος, κίνδυνος επίκειται διασαλεύσεως της δημοσίας τάξεως».
Ανέφερε η ανακοίνωση που υπέγραφε ο αστυνομικός διοικητής Κων. Μαντζαγριωτάκης: «Διατάσσομεν (...) Απαγορεύομεν απολύτως τας εν υπαίθρω συναθροίσεις πολιτών εν τη πόλει και τοις προαστίοις. Οι παραβάται της παρούσης διαλυθήσονται βία και καταδιωχθήσονται (...)». Οι συμμετέχοντες σε συγκέντρωση, εξηγούσε, θα διώκονταν με βάση τον ποινικό νόμο. Δεν προσδιοριζόταν η χρονική διάρκεια ισχύος της απαγόρευσης συγκεντρώσεων. Ούτε στοιχειοθετούνταν βέβαια κάποιος πραγματικός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, αφού όλες οι συγκεντρώσεις και πορείες των απεργών ήταν απολύτως ειρηνικές. Τη διαταγή προσυπέγραφε, μάλιστα, ο νομάρχης Κέρκυρας, Κ. Βαρατάσης.
Την ίδια μέρα σε κάποιους κλάδους η απεργία, σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις, έληξε, ενώ συνεχίστηκε σε άλλους.
Τον συντονισμό των τοπικών και των αθηναϊκών κρατικών αρχών στη χάραξη και την εφαρμογή μέτρων εναντίον των απεργών, με υπόδειξη συχνά των ίδιων των επιχειρηματιών, αποδεικνύουν στοιχεία σχετικής αλληλογραφίας. Πρόκειται για αρχειακά υλικά των Αρχείων Νομού Κέρκυρας, καταχωρημένα, κυρίως, στο αρχείο της Νομαρχίας Κέρκυρας. Ο νομάρχης, τα υπουργεία Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας, οι διωκτικές αρχές και επιμέρους επιχειρήσεις, όπως αυτή του Φωταερίου, συντονίζονταν πλήρως σε μέτρα εναντίον των εργατών, εν ονόματι της «τάξεως». Έγγραφα των ημερών της απεργίας -με στοιχεία αριθ. πρωτοκόλλου 5723, 5725, 5799, 5802, 5866, 5922, 5924 και 5930 και αποστολέα ή αποδέκτη τον νομάρχη- μαρτυρούν αυτόν το συντονισμό. Είναι έγγραφα «περί της κηρυχθείσης απεργίας βιομηχανικών καταστημάτων», σχετικά με το ότι ελήφθησαν μέτρα για την απεργία στη μονάδα αεριόφωτος, «περί των παρεκτραπέντων απεργών» και σχετικά με πορεία των εργατών από την τοποθεσία Κοντόκαλι στο κέντρο της πόλης, «περί της εξακολουθείσης απεργίας περιορισθείσης εν αρτοποιείοις και φωταερίω», «περί απαγορεύσεως δημοσίων συγκεντρώσεων», για «απεργήσαντας εργάτας», «περί της φρουρήσεως εργοστασίου αεριόφωτος» και «περί συνδρομής δια περιφρούρησιν εργοστασίου λόγω της απεργίας». Η σχετική αλληλογραφία καλύπτει τις ημέρες 8-14 Ιουλίου και δεν αφήνει αμφιβολία ότι τα ίδια τα υπουργεία Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας έδιναν οδηγίες στον νομάρχη Κέρκυρας. Ο τελευταίος, με σειρά εγγράφων και τηλεγραφημάτων του προς υπουργούς ενημέρωνε διαρκώς την Αθήνα για όσα διαδραματίζονταν στην πόλη του νησιού, ζητώντας οδηγίες και στρέφοντας συγχρόνως όλες τις κρατικές αρχές, συντονισμένα, εναντίον των απεργών.
Κατά των απεργών είχε ήδη κινηθεί και η Δικαιοσύνη, ξεκινώντας διαδικασία διώξεων σε βάρος άνω των 120 εργατών. Οι διώξεις συμπεριέλαβαν υποστηρικτές τους, ακόμη και στοιχεία -όπως ο Μακρής- που ήταν αντίθετα στην κήρυξη της απεργίας, που δρούσαν «συναινετικά» προπαγανδίζοντας το αφήγημα των εργοστασιαρχών περί επιθυμητής «αρμονίας συμφερόντων» εργατών και κεφαλαιούχων· έμεναν θεωρητικά στο πλευρό των εργατών, με «ήξεις-αφήξεις» που ζημίωναν τελικά τον εργατικό αγώνα και οδήγησαν ατύπως στη λήξη του μετά την κλιμάκωση των απαγορεύσεων και των διώξεων. Ως επικριτής μάλιστα ακόμη και των πιο συμβιβαστικών στοιχείων της διοίκησης του ΑΕΣΚ εμφανίστηκε ο αρχικός πρόεδρός του, δικηγόρος Π. Γιωτόπουλος, ο οποίος είχε αποδοκιμαστεί από τους απεργούς όταν μιλώντας σε συγκέντρωσή τους τάχθηκε υπέρ των δικαίων τους αλλά με υποχωρητικό πνεύμα. Ο ίδιος συνέχιζε να παρεμβαίνει με σκοπό την όπως-όπως λήξη της απεργίας, συμμετέχοντας σε «μεσολαβητικές» συσκέψεις στη Νομαρχία, για τη διαμόρφωση πλαισίου γενικόλογης και μη δεσμευτικής συμφωνίας, ως εκπρόσωπος των απεργών. Διάφοροι «φίλοι των εργατών» προσπαθούσαν να ποδηγετήσουν τον εργατόκοσμο σε ασύμφορο συμβιβασμό, εν ονόματι πιθανών αυστηρότερων διώξεων.

Παρέμβαση της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών και αρχή διώξεων
Σώζεται στα Αρχεία Νομού Κέρκυρας, μεταξύ άλλων, βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, με ημερομηνία 12 Ιουλίου 1912 (βλ. πιο πάνω), που μαρτυρεί ότι από την έναρξη της απεργίας ενεργοποιήθηκε κατά των εργατών ο μηχανισμός της δικαστικής δίωξης.
Το βούλευμα φέρει αριθμό 802 και αναφέρεται σε ανταλλαγή εγγράφων (με αριθ. πρωτ. 7976, 7946, 2265, 824, 874 κ.ά.) ανάμεσα στους εισαγγελείς Πλημμελειοδικών και Εφετών για τη διεξαγωγή ανακρίσεων με αντικείμενο την απεργία και τη διάπραξη αδικημάτων από τους απεργούς. Έκρινε ότι επειδή ανάμεσα στους υπόλογους ποινικών εγκλημάτων συμπεριλαμβανόταν ο δικηγόρος αντιπρόεδρος του ΑΕΣΚ, όλη η υπόθεση έπρεπε να εξεταστεί αναγκαστικά, λόγω σχετικής πρόνοιας νόμου για πρόσωπα με νομική ιδιότητα, μόνο από το Συμβούλιο Εφετών, που είχε λάβει και την πρωτοβουλία εκκίνησης της διαδικασίας για την άσκηση διώξεων. «Συνυποβάλλομεν», ανέφερε μάλιστα, «το ταύτην την στιγμήν κυκλοφορήσαν έκτακτον παράρτημα της Εφημερίδος Εργάτης», θεωρώντας ενοχοποιητικό στοιχείο ακόμη και αυτή τη δραστηριότητα.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών θεωρούσε αναγκαίο σε εκείνη τη φάση να «προταχθή η εξέτασις των κ.κ. Νομάρχου, Φρουράρχου, Διευθυντού Αστυνομίας, δικηγόρου Γιωτοπούλου (...) περί των υποκινητών», καθώς, σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο του βουλεύματος, είχε ληφθεί κατάθεση, πρώτα-πρώτα, από τον βιομήχανο Αναστ. Αναστασίου, προφανώς με επιβαρυντικούς ισχυρισμούς σε βάρος απεργών και στελεχών του ΑΕΣΚ.

Με έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα Εφετών, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών ισχυριζόταν ότι την προηγούμενη νύκτα από την πλευρά απεργών είχε εκδηλωθεί στους χώρους της εταιρείας φωταερίου και άλλων εγκαταστάσεων «απόπειρα φόνου και φθοράς» και ζητούσε να διερευνηθεί ενδεχόμενη «ηθική αυτουργία» στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων, «δείχνοντας» προς την πλευρά του προέδρου και του αντιπροέδρου του ΑΕΣΚ και ενός δημοσιογράφου - υποστηρικτή του Συνδέσμου. Άνοιγε έτσι ο ασκός του Αιόλου για την εξαπόλυση κύματος εκτεταμένων δικαστικών διώξεων.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών (πιο πάνω άλλες δύο σελίδες του βουλεύματος), αφού έθεσε τις συντεταγμένες των διώξεων, έκρινε εαυτό αναρμόδιο να χειριστεί την υπόθεση και τη μετέθεσε για τα περαιτέρω στο Συμβούλιο Εφετών.
Ακολούθησε πράγματι, από την Εισαγγελία Εφετών, κύμα διώξεων και καθημερινών ανακρίσεων και προσαγωγών προσώπων. Ενώ κάτω από αυτές τις συνθήκες η απεργία έφθινε και έληξε με επιμέρους νίκες και ήττες στα διάφορα εργοστάσια, στο στόχαστρο είχαν τεθεί περίπου 130 άτομα, στη μεγαλύτερη έως τότε «βιομηχανία» διώξεων κατά εργατών, με βάση μαρτυρικές καταθέσεις εργοστασιαρχών και αστυνομικών οργάνων.
«Απεταξάμην»... τον συνδικαλισμό
Η τρομοκράτηση των εργατών στα εργοστάσια, εν τω μεταξύ, «έδινε κι έπαιρνε», αν και παρέμεναν εστίες ισχυρής αντίστασης.
![]() |
![]() |
Ο ΑΕΣΚ με έγγραφό του στις 20 Ιουλίου προς τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο και τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας Α. Μιχαλακόπουλο (σχετικό απόσπασμα πάνω αριστερά) και με μήνυση του προέδρου του στις 26 Ιουλίου εναντίον του διευθυντή της εταιρείας φωταερίου Παντιά Σκαραμαγκά (η πρώτη σελίδα πάνω δεξιά) κατήγγειλε ότι η επιχείρηση εξανάγκαζε τους εργάτες της να ορκιστούν στο Ευαγγέλιο πως αποκηρύσσουν τον συνδικαλισμό, προκειμένου να παραμείνουν στην εργασία τους. Για τον λόγο αυτό ο εργοδότης είχε καλέσει παπά στο εργοστάσιο και είχε βάλει τους εργάτες να δώσουν αντισυνδικαλιστικό όρκο στο Ευαγγέλιο!
«Μόλις απεργία έληξε», ανέφερε ο ΑΕΣΚ απευθυνόμενος στην κυβέρνηση πέντε μέρες μετά, «Διευθυντής εταιρείας αεριόφωτος Σκαραμαγκάς, ήρξατο εκτέλεσιν αποφάσεως εργοστασιαρχών διάλυσιν Συνδέσμου. Εκβιάσας εργάτας αεριόφωτος, ορκισθώσιν ιερόν Ευαγγέλιον, δι' ιερέως Νεράντζη, ενώπιον μαρτύρων (...) χωροφύλακος και άλλων οπλιτών, όπως παύσωσιν ανήκοντες εις πάντα Σύλλογον. Χθες αυτός απέλυσεν ιδίους (...) εργάτας (σ.σ. μάλλον αρνηθέντας) υπογράψωσι πρωτόκολλον παραιτήσεως Συνδέσμου».
Δεν έγινε μόνο στην εταιρεία του γκαζιού αυτό με τον όρκο. Σύμφωνα με τον ΑΕΣΚ, «ομοίαν πράξιν αποπειρώνται λοιποί εργοστασιάρχαι, απειλούντες αποβολήν εργατών».
Με τα λόγια «σώσατε καταστροφήν εργατικής ιδέας», ματαίως ο Σύνδεσμος καλούσε τους κυβερνητικούς υπεύθυνους να στραφούν επιτέλους εναντίον των βιομηχάνων και να επιβάλουν τα εργατικά δικαιώματα.
Η μήνυση του προέδρου του ΑΕΣΚ Ν. Σπυράκου υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας και στρεφόταν, ταυτόχρονα, εναντίον του διευθυντή της εταιρείας φωταερίου και του ιερέα Σπυρίδωνος Νεράντζη, ως συνεργού στην παραβίαση των συνδικαλιστικών ελευθεριών.
Στίχοι του Γεράσιμου Σπαταλά
Ο σοσιαλιστής ποιητής Γεράσιμος Σπαταλάς, που είχε σταθεί στο πλάι των εργατών της Κέρκυρας και κάποιους μήνες πριν από την απεργία ήταν ομιλητής σε εργατική συγκέντρωση, είχε εκφράσει σε στίχους την ελπίδα για την τελική νίκη του εργατικού αγώνα, την κατακραυγή για την κοινωνική αδικία, καθώς και το αίσθημα απογοήτευσης για τη μη νικηφόρα έκβαση της απεργίας σε κάποια, τουλάχιστον, από τα εργοστάσια.
Οι στίχοι εκείνοι, σύμφωνα με δημοσίευμα φύλλου της εφημερίδας «αγώνας» που εξέδωσαν οι Κερκυραίοι κομμουνιστές μετά τη χούντα των συνταγματαρχών (φ. 5, 30.12.1974), έλεγαν, μεταξύ άλλων:
Αλαλάχτε πέρατα της οικουμένης, /
στους δυνατούς της γης, /
που καρτερούνε! /
Σε γιορτές βροντερές της νικημένης/
σπείρας το χάσιμο, όλοι να χαρούνε /
(...)
Η μέρα γέρνει και το βράδυ απλώνει /
μ' ένα χρώμα πυρρό, μουντό, βαθύ /
η νικημένη ομάδα αργά σιμώνει /
μ' ογρό το βλέμμα, σκεφτική, σκυφτή /
(...)
Μ' απ' τα πλήθη μ' οργή κάποιος φωνάζει: /
«Σ' εκδίκηση το κρίμα μάς προστάζει» /
![]() |
![]() |
Στην πραγματικότητα, δεν ήταν -και δεν έγινε ποτέ- ξεκάθαρο τι είχαν αποδεχθεί οι βιομήχανοι και τι όχι.
Το Α' Αστυνομικό Τμήμα, με έγγραφό του προς τον ΑΕΣΚ στις 18 Ιουλίου (βλ. πιο πάνω αριστερά) τον καλούσε να το ενημερώσει για «τους λόγους της εκραγείσης απεργίας, τίνα αιτήματα υπέβαλον οι εργάται και τίνα εξ αυτών επέτυχον, ως και αν ήδη ούτοι ευρίσκωνται εν τάξει μετά των εργοστασιαρχών».
Σε θέμα με τίτλο «Επιμονή εργοστασιάρχου», στο φύλλο της με ημερομηνία 2 Σεπτεμβρίου 1912, η εφημερίδα «Εργάτης» υποστήριζε για τη μεγάλη απεργία του Ιουλίου (βλ. πιο πάνω δεξιά) ότι οι εργοστασιάρχες, πλην του Δεσύλλα, «ηναγκάσθησαν να προσλάβωσι τους απεργήσαντας εργάτας των, αλλά και να παραδεχθώσιν πάντας τους υπ' αυτών προταθέντας όρους». Ωστόσο, φαίνεται ότι υπήρχαν γενικόλογες προφορικές δεσμεύσεις που από την επόμενη κιόλας μέρα, μετά τη λήξη της απεργίας, σε σημαντική κλίμακα καταστρατηγούνταν. Σύμφωνα με την εφημερίδα, οι περισσότεροι από τους απολυμένους εργάτες του Δεσύλλα, καθώς δεν γίνονται δεκτοί πουθενά, σχεδίαζαν να αναζητήσουν εργασία στις ΗΠΑ ή είχαν ήδη μεταναστεύσει εκεί.
Η αντίσταση δεν έπαυσε
Σε κάποια εργοστάσια η αντίσταση των εργατών στην καταπάτηση των δικαιωμάτων τους εκδηλωνόταν έντονα και μετά τη λήξη της απεργίας, καθώς συνεχιζόταν η αθέτηση υποσχέσεων και δεσμεύσεων των εργοδοτών.


Αυτό συνέβη με έμφαση, σύμφωνα με την «Εφημερίδα των Ειδήσεων», στη βιομηχανία αλεύρων και άρτου Σοφιανόπουλου. Ενώ ο Τύπος και δικαστικά έγγραφα ανέφεραν ότι την Κυριακή 15 Ιουλίου η απεργία είχε λήξει παντού, το βράδυ αυτής της μέρας, σημείωνε η εφημερίδα στις 18 Ιουλίου (βλ. πιο πάνω αριστερά θέμα της με απεργιακά νέα), εκδηλώθηκε νέα απεργία στη συγκεκριμένη βιομηχανία. Αιτήματά της ήταν η επαναπρόσληψη απεργών και η τήρηση συμφωνιών. Ο εργοστασιάρχης τα έκανε δεκτά σε κάποιον βαθμό. Για να συμβεί αυτό, είχε παρέμβει επιτόπου, «πυροσβεστικά», ο πρώην πρόεδρος του ΑΕΣΚ Παν. Γιωτόπουλος.
«Όλως αιφνιδίως», ανέφερε το σχετικό δημοσίευμα με τίτλο «Απεργιακά» στο φύλλο της Τετάρτης 18 Ιουλίου, «εξερράγη και πάλιν μερική (σ.σ. απεργία) κατά την νύκτα της Κυριακής (σ.σ. 15 Ιουλίου). Η είδησις μετεδόθη αιφνιδίως, εξαναγκάσασα τον λαόν να δράμη την προς τους φούρνους και τα λοιπά αρτοπωλεία άγουσαν. Ούτω, μετά πάροδον ολίγων στιγμών, η αγορά ευρέθη άνευ άρτου, διότι έκαστος εζήτησε να προμηθευθή δια την επομένην. Αλλά ποία η αιτία; Διότι ο εργοστασιάρχης κ. Σοφιανόπουλος ηρνήθη να δεχθή σεβαστόν αριθμόν απεργησάντων εργατών. Ο κ. Σοφιανόπουλος επέμεινε διυσχιριζόμενος, ότι δεν υπεσχέθη να προσλάβη άπαντας, ενώ ο κ. Γιωτόπουλος, ο διαπραγματευθείς τον συμβιβασμόν διαβεβαίου, ότι υπεσχέθη να δεχθή αυτούς. Ο ένας έλεγεν όχι, ο άλλος ναι. Ο πρόεδρος των απεργησάντων επιτέλους εβαρύνθη και παρήγγειλεν εις άπαντας τους αρτοποιούς του κ. Σοφιανοπούλου να εγκαταλείψουν το εργοστάσιον. Οι φούρνοι όμως ήσαν αναμμένοι και το ζυμάρι εις τας σκάφας. Τι να γίνη; Ο κ. Σοφιανόπουλος πάλι έλαβεν την προς το Φρούριον και την Νομαρχίαν άγουσαν, ζητών στρατιωτικήν αρωγήν δια φύλαξιν και δια... φούρνισμα και ζύμωμα. Και φαίνεται, ότι αρχικώς εδόθησαν αμφότερα, η δε εργασία κάπως προώδευεν, όταν οι εργάται στρατιώται ανεκλήθησαν. Ούτω ο κ. Σοφιανόπουλος έμεινε με τας χείρας σταυρωμένας, ενώ έβλεπε το ζυμάρι να φουσκώνη και να ξεχειλίζη. Εν τούτοις άρτος την επομένην υπήρξεν άφθονος, όχι όμως και Σοφιανοπουλίτικος. Επί τέλους και ο κύριος ούτος υπέκυψε, εδέχθη, και τα πράγματα επανήλθον εις τον προηγούμενον δρόμον. Επίσης εγένοντο δεκτοί και οι εργάται αεριόφωτος. Έληξαν λοιπόν αι απεργίαι, αρθέντων κατά το μάλλον ή ήττον των λόγων, οίτινες τας προεκάλεσαν».
Τη Δευτέρα 16 Ιουλίου η αθηναϊκή εφημερίδα «Εμπρός» (βλ. πιο πάνω δεξιά) είχε γράψει σχετικά με το τι συνέβη το βράδυ της 15ης Ιουλίου σε αυτό το εργοστάσιο: «Απόψε η αστυνομία επειγόντως ενισχύθη υπό στρατού. Απεστάλησαν στρατιώται αρτοποιοί εις το εργοστάσιον Σοφιανοπούλου κηρυχθείσης νέας μερικής απεργίας διότι δεν προσελήφθησαν εις την εργασίαν τούτου οι εκ των προαπεργησάντων αρτοποιών».
Σύμφωνα με την «Εφημερίδα των Ειδήσεων», οι απεργίες των προηγούμενων ημερών είχαν λήξει «αποδεχθέντων των εργοστασιαρχών των εργατικών αιτημάτων». Επρόκειτο, βέβαια, για επανάληψη ενός υπερβολικού ισχυρισμού. Στην πραγματικότητα, όπως προαναφέρθηκε, υπήρχαν επιμέρους νίκες και επιμέρους ήττες στα διάφορα εργοστάσια. «Οι κ. εργοστασιάρχαι, πρέπει να εννοήσουν ότι υπάρχει επιτέλους και ενταύθα εργατικόν ζήτημα, εις του οποίου την λύσιν να εργάζωνται και αυτοί», κατέληγε το δημοσίευμα, αφού νουθετούσε τους εργάτες να μετρούν καλά τις δυνάμεις τους πριν από κάθε νέα απεργιακή διαμαρτυρία, που η εφημερίδα απευχόταν.
Μερικές μέρες αργότερα, στις 4 Αυγούστου 1912, η ίδια κερκυραϊκή εφημερίδα πληροφορούσε ότι σε εργοστάσια της πόλης σημειώθηκαν δύο τραγικά «εργατικά ατυχήματα», για τα οποία μεμφόταν τους εργοδότες. Το πρώτο είχε γίνει στο εργοστάσιο γραφικών τεχνών Ασπιώτη και είχε αφήσει έναν εργάτη χωρίς χέρια και χωρίς πόδια. Το δεύτερο, στην αλευροποιία Αναστασίου, είχε προκαλέσει «οικτρό θάνατο» εργάτη.

Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, από την πλευρά του, αφού συνέργησε αποφασιστικά στην πάταξη της απεργίας, μετά τη λήξη της έστειλε στην Κέρκυρα τον επιθεωρητή εργοστασίων Νικόλαο Σαλίβερο, με σκοπό να ελέγξει τις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων στις βιομηχανίες και να υποδείξει βελτιώσεις τους, στο πλαίσιο ανάλογης αποστολής του και στην Πάτρα.
Ο τοπικός «Εργάτης» στις 2 Σεπτεμβρίου αναφέρθηκε (πιο πάνω απόσπασμα του δημοσιεύματος) σε επίσκεψη του Ν. Σαλίβερου στα εργοστάσια Δεσύλλα και Ασπιώτη, «όπως εξετάση κατά πόσον εφαρμόζονται οι τελευταίως ψηφισθέντες νόμοι περί της εργασίας». Η εντύπωση που αποκόμισε ο επιθεωρητής, σύμφωνα με την εφημερίδα, «ήτο χειρίστη». Είχε υποδείξει, μεταξύ άλλων, οι ανήλικοι εργαζόμενοι να μη δουλεύουν περισσότερες από δέκα ώρες, αλλά λίγες μέρες μετά χρειάστηκε να κληθούν χωροφύλακες στο εργοστάσιο για να συμβεί αυτό. Η εργοδοσία, μάλιστα, τους «έφαγε» ένα συμφωνημένο μισάωρο διάλειμμα.
Η τελική έκθεση Σαλίβερου, που ήταν κοινή για τους όρους εργασίας στις βιομηχανίες της Κέρκυρας και της Πάτρας και έγινε γνωστή από τον ιστορικό Γ. Κορδάτο, εκδόθηκε στις 31 Αυγούστου 1912 (αριθ. πρωτ. 99 / ΥΠΕΘΟ) και ήταν καταπέλτης. Ανέφερε, μεταξύ άλλων: «Εις αμφοτέρας τας πόλεις (Πάτρα-Κέρκυρα) οι εργατικοί νόμοι είναι άγνωστοι και η εφαρμογή αυτών εις τα εργοστάσια μήτε άρχισε, μήτε δύναται να υπάρξη ελπίς ότι θα αρχίσει. Η κατά των εργατικών νόμων και εργατικών ενώσεων αντίδρασις των εργοστασιαρχών είναι δυστυχώς γενική και πολλοί εργάτες καθ' εκάστην απολύονται ευθύς ως βεβαιωθεί η συμμετοχή των εις εργατικούς συλλόγους».
Το αστικό κράτος βοηθούσε τους κεφαλαιούχους στην καταστολή του αγωνιστικού συνδικαλισμού και μετά έχυνε κροκοδείλια δάκρυα, ενώ παράλληλα, για να τον αντιμετωπίσει, προωθούσε μέσω υποστηρικτών του τη μετατροπή των νεαρών εργατικών ενώσεων σε «υπάκουα» σωματεία, με ανάδειξη «μετριοπαθών» συνδικαλιστών, φιλικών προς τις «καθεστωτικές οικονομικές σχέσεις» της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και προπαντός πιστών στην ιδέα της «συνεργασίας των τάξεων»· μια ιδέα που ήδη στους χώρους του Εργατικού Κέντρου Αθήνας και των Αθηναίων επιχειρηματιών έπαιρνε όλο και πιο ανοιχτά, με την παραίνεση παραγόντων του βενιζελισμού, τον χαρακτήρα της συνεργασίας εκπροσώπων των εργατών και των κεφαλαιούχων... κατά της ιδέας του αληθινού σοσιαλισμού, όπως σημείωνε μια νέα τοπική εργατική - σοσιαλιστική εφημερίδα που κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Σοσιαλιστική Δημοκρατία» στις 9 Αυγούστου 1912, ως καρπός των ζυμώσεων που κορυφώθηκαν στη διάρκεια της απεργίας. Ήταν εφημερίδα του τοπικού Σοσιαλιστικού Ομίλου, προσανατολισμένη στις θέσεις του επιστημονικού σοσιαλισμού, μεταξύ άλλων για τον ιδιαίτερο ρόλο των συνδικάτων, την αξία του αυτοτελούς πολιτικού αγώνα και τα χαρακτηριστικά μιας πραγματικής σοσιαλιστικής κοινωνίας, ασυμβίβαστης φυσικά με εκείνη που υπεράσπιζε και προωθούσε ο βενιζελισμός με παραπλανητικά λόγια «συμπάθειας» προς τις σοσιαλιστικές ιδέες· φυσικά, δεν έλειπαν ούτε από αυτή την εφημερίδα κάποιες ιδεολογικές συγχύσεις.
Κάτω από τον τίτλο της «Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας» αναγραφόταν το όνομα του Καρλ Μαρξ και το σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθήτε».
Η απεργία του ΑΕΣΚ, πέραν των όποιων ωφελειών υπήρξαν σε πλευρές των όρων εργασίας σε κάποια εργοστάσια και λόγω της απόκτησης πολύτιμης πείρας, σήμανε την αρχή του τέλους της ηγετικής παρουσίας μη εργατών στις εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Στο τέταρτο φύλλο της, την 1η Σεπτεμβρίου 1912, η νέα κερκυραϊκή σοσιαλιστική εφημερίδα επισήμαινε, παρουσιάζοντας κείμενο επιστολογράφου της: «Άμεση ανάγκη να οργανωθούν οι εργάτες κάθε τέχνης σε καθαρό εργατικό Συνδικάτο από μόνον και μόνον Εργάτες, να μελετήσουν τα συμφέροντά τους, να ιδούν τα δικαιώματά τους και να οργανώσουν τον αγώνα τους». Πράγματι, σιγά-σιγά, καθώς δρομολογούνταν η δημιουργία του Εργατικού Κέντρου Κέρκυρας που ανακόπηκε ωστόσο από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων, έπαυε ο συχνά αποπροσανατολιστικός και επιζήμιος ρόλος τοπικών παραγόντων ως «εργατοπατέρων».
Οι προσπάθειες εργατικής - συνδικαλιστικής ανασύνταξης μετά τα πλήγματα που δέχθηκε ο ΑΕΣΚ και, κυρίως ίσως, το γεγονός ότι η χώρα περνούσε σε φάση πολεμικής επιστράτευσης ενόψει των Βαλκανικών Πολέμων, οδήγησαν σταδιακά σε χαλάρωση της έντασης των δικαστικών διώξεων. Κι αυτό, παρόλο που δύο περίπου μήνες μετά την απεργία, προς τα τέλη Σεπτεμβρίου, εκδόθηκαν κάποιες εντολές κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων εργατών και διαδηλωτών, μαζί με εντάλματα φυλάκισης ορισμένων, ενώ αρκετοί από τους κατηγορούμενους ήταν ήδη στρατιώτες!

Οι 131 κατηγορούμενοι και το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών
Είχε αρχίσει πια ο Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος και πολλοί εργάτες ήταν στα πολεμικά μέτωπα, όταν το πενταμελές Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας συνήλθε στις 20 Οκτωβρίου 1912 σε συνεδρίαση, με πρόεδρο τον Δημήτριο Ποταμιάνο, προκειμένου να εκδώσει το βούλευμά του για την υπόθεση, αξιολογώντας τα υλικά που συγκέντρωσε ανακριτής Νικόλαος Νιανιάρας και σχετική εισήγηση-πρόταση. Ολοκλήρωσε τις συνεδριάσεις του στις 2 Νοεμβρίου 1912 και τελικά εξέδωσε το υπ' αριθ. 219 βούλευμά του στις 31 Δεκεμβρίου 1912 (βλ. πρώτη σελίδα του πιο πάνω), «σπρώχνοντας» στο 1914 τις δίκες όσων επέλεξε να κατηγορήσει, έχοντας διατυπώσει εις βάρος τους έωλους ισχυρισμούς.
Με το ίδιο βούλευμα απάλλαξε από κάθε κατηγορία τους περισσότερους από τους αρχικά κατηγορούμενους, ομολογώντας ουσιαστικά ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να θεμελιώνουν το εξαρχής διαβλητό κατηγορητήριο, το οποίο απέβλεπε στην τρομοκράτηση των εργατών και την πάταξη της απεργίας. Σκευωρία ήταν και οι ισχυρισμοί ότι εργάτες είχαν επιτεθεί με όπλα σε στρατιώτες, πυροβολώντας εναντίον τους.
Το Συμβούλιο Εφετών παρέπεμψε σε δίκη ενώπιον του Εφετείου επτά εργάτες - διοικητικά στελέχη του ΑΕΣΚ, με την κατηγορία ότι «υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι» συνέδραμαν και συναποφάσισαν από 8-15 Ιουλίου 1912 «παύσιν της εργασίας των» και «προσεκάλεσαν και άλλους εις τοιαύτην συμφωνίαν», επιπλέον δε «διαταχθέντες την 9 και 10 Ιουλίου 1912 παρά της ενταύθα Αστυνομικής Αρχής, ίνα εντός 24 ωρών αναλάβωσι την εργασίαν των, δεν υπήκουσαν». Οι επτά αυτοί κατηγορούμενοι ήταν «εργάται διαφόρων εργοστασίων (...), ήτοι των εργοστασιαρχών Σ. Σοφιανοπούλου, Ι. Καλλιβωκά, Π. Πετροπούλου, Σ. Δαλλιέτου, αδελφών Αναστασίου, Μ. Μαργαρίτη, αδελφών Σπίγγου, ανωνύμου εταιρείας Φωτισμός του Κέντρου κ.λπ.» και κατέβηκαν στην απεργία «δι' αξιούμενα παράπονά των κατ' αυτών». Κατηγορούνταν κυρίως για «θρασύτητα κατά της Αρχής».
Ήταν οι εξής (με τη σειρά και τα στοιχεία όπως αναφέρονται στο βούλευμα):
* Γεώργιος Πέτρου του Αθανασίου, 21 ετών, μακαρονοποιός, που γεννήθηκε στους Παξούς και κατοικούσε στην πόλη της Κέρκυρας.
* Γεώργιος Δούης του Σπυρίδωνος, 28 ετών, καραγωγέας, που γεννήθηκε και κατοικούσε στο προάστιο Μαντούκι.
* Γεώργιος Κουτρούλης του Παναγιώτη, 52 ετών, αλευροτεχνίτης, που γεννήθηκε και κατοικούσε στην πόλη.
* Κωνσταντίνος Τσιριγώτης του Βασιλείου, αρτοποιός (σ.σ. αρτεργάτης), 32 ετών, που γεννήθηκε και κατοικούσε στη συνοικία Σαρόκο.
* Ανδρέας Πέτας του Ονουφρίου, 45 ετών, αλευροτεχνίτης (σ.σ. και εισπράκτορας συνδρομών στον ΑΕΣΚ), που γεννήθηκε στο χωριό Καρουσάδες και κατοικούσε στο Σαρόκο.
* Αλέξανδρος Κένταρχος του Θεοδώρου, 28 ετών, αρτοποιός (αρτεργάτης), που γεννήθηκε στο χωριό Κορακιάνα και κατοικούσε στην πόλη.
* Στέφανος Λυκίσσας του Σπυρίδωνος, 28 ετών, καραγωγέας, που γεννήθηκε και κατοικούσε στο Σαρόκο.
Πέντε από τους επτά εργάτες (οι Πέτρου, Δούης, Κουτρούλης, Τσιριγώτης και Κένταρχος) είχαν κατηγορηθεί αρχικά και «επί αποπείρα φόνου, αποπείρα φθοράς και αδίκω επιθέσει», σε βάρος «των στρατιωτών Αποστ. Κουντούρη κ.λπ. του εργοστασίου Φωταερίου και του Κ. Μαυροκεφάλου και Στεφ. Κονδίνη (σ.σ. ενδεχομένως άλλων φρουρών εργοστασίων ή απεργοσπαστών)», αλλά το Συμβούλιο Εφετών αναίρεσε τις συγκεκριμένες κατηγορίες.
Επίσης, οι άλλοι δύο από τους επτά εργάτες (Πέτας και Λυκίσσας) αντιμετώπισαν αρχικά και απροσδιόριστες διαφοροποιημένες κατηγορίες «επί αποπείρα φόνου και αποπείρα φθοράς», τις οποίες το Συμβούλιο Εφετών επίσης αναίρεσε. Κατηγορούνταν ακόμη «επί αδίκω επιθέσει» κατά φρουρών εργοστασίων, πράγμα για το οποίο το Συμβούλιο έκρινε ότι ήταν αναρμόδιο να αποφανθεί και παρέπεμψε τη συγκεκριμένη υπόθεση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.
Ταυτόχρονα, το Συμβούλιο Εφετών παρέπεμψε σε δίκη ενώπιον του Εφετείου πέντε άλλα διοικητικά στελέχη και υποστηρικτές του ΑΕΣΚ, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου του τοπικού Σοσιαλιστικού Κέντρου, με την κατηγορία ότι «υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι» συνέδραμαν και συναποφάσισαν από 8-15 Ιουλίου 1912 δραστηριότητες, με τις οποίες «εκ προθέσεως παρεκίνησαν» τους επτά προαναφερθέντες εργάτες - στελέχη του ΑΕΣΚ στην υποτιθέμενη «θρασύτητα κατά της Αρχής» και την απεργία, «απειλούντες και συμβουλεύσαντες αυτούς μετ' απάτης, πειθούς και φορτικότητος και τέλος προκαλούντες ή και μεταχειριζόμενοι επίτηδες ως έρμαιον την εις ην ευρίσκοντο ούτοι πλάνην και την ψυχικήν αυτών ορμήν»!
Τα πέντε αυτά πρόσωπα ήταν οι εξής (με τη σειρά και τα στοιχεία όπως αναφέρονται στο βούλευμα):
* Θεόδωρος Μακρής (σ.σ. αντιπρόεδρος του ΑΕΣΚ) του Σπυρίδωνος, 28 ετών, δικηγόρος, που γεννήθηκε στο νησί Παξοί του νομού Κέρκυρας και κατοικούσε στην πόλη της Κέρκυρας.
* Νικόλαος Σπυράκος (σ.σ. πρόεδρος του ΑΕΣΚ) του Χρήστου, 58 ετών, απόστρατος ταγματάρχης, που γεννήθηκε στην Πάτρα και κατοικούσε στην Κέρκυρα (σ.σ. είχε παντρευτεί στο νησί και ήταν πατέρας δύο παιδιών).
* Ιωάννης Σπυρόπουλος (σ.σ. πρόεδρος του Σοσιαλιστικού Κέντρου) του Γεωργίου, 32 ετών, γιατρός, που γεννήθηκε και κατοικούσε στην Κέρκυρα (σ.σ. δεν προκύπτει από ληξιαρχικά αρχεία να είχε γεννηθεί στο νησί).
* Μιχαήλ Λάνδος του Βενεδίκτου, 45 ετών, δημοσιογράφος (σ.σ. εκδότης της εφημερίδας «Κερκυραϊκή Ηχώ», σύμφωνα με δημοσίευμα δεν είχε γίνει δεκτός στο Σοσιαλιστικό Κέντρο), που γεννήθηκε και κατοικούσε στην Κέρκυρα.
* Γεώργιος Σιμωνέτης του Νικολάου, 29 ετών, εμποροράφτης, που γεννήθηκε και κατοικούσε στην Κέρκυρα.
Οι πέντε αυτοί κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν αρχικά και κατηγορία «επί ηθική αυτουργία» σε πράξεις «αποπείρας φόνου, αποπείρας φθοράς και αδίκου επιθέσεως» εναντίον βιομηχανικών εγκαταστάσεων και φρουρών εργοστασίων ή και άλλων προσώπων. Η συγκεκριμένη κατηγορία, όμως, αναιρέθηκε.
Σε βάρος των 12 κατηγορουμένων (των επτά συνδικαλιστών εργατών και των πέντε διοικητικών στελεχών και υποστηρικτών τους) ασκήθηκε παράλληλα δίωξη και παραπομπή σε δίκη στο Εφετείο, με την επιπρόσθετη κατηγορία ότι από 8-15 Ιουλίου «δια ζώσης, ήτοι δι' αγορεύσεως από του παραθύρου του ενταύθα Σοσιαλιστικού Κέντρου και του Εργατικού Συνδέσμου και δια κραυγών εν ταις οδοίς "Κάτω οι πλουτοκράται, κάτω οι τύραννοι, κάτω οι λησταί των πόλων" προσεκάλεσαν και ηρέθισαν τους πολίτας εις διχόνοιαν και αμοιβαίαν καταφρόνησιν και εχθροπάθειαν»!
Ένας ακόμη υποστηρικτής των απεργών, ο περιγραφόμενος ως καπνοπώλης, Τίτος Ρέγγης του Βασιλείου, 35 ετών, που είχε γεννηθεί και κατοικούσε στην πόλη και ο οποίος είναι γνωστό ότι μετείχε στον Σοσιαλιστικό Όμιλο και τον Αύγουστο του 1912 είχε αναλάβει χρέη εκδότη στην εφημερίδα «Σοσιαλιστική Δημοκρατία», αρθρογραφώντας κιόλας σε αυτή για την απεργία και τη δίωξη που είχε κινηθεί σε βάρος του, κατηγορούνταν «επί διαταράξει της ειρήνης των πολιτών».
Υπέπεσε σε αυτό το αδίκημα, υποτίθεται, «την 12 Ιουλίου, δια του παρ' αυτώ συνταχθέντος και κυκλοφορήσαντος εντύπου φέροντος επιγραφήν "Προς τους απεργούς εργάτας" και αντί υπογραφής "Οι σοσιαλισταί Κερκύρας"». Το Συμβούλιο Εφετών παρέπεμψε τη συγκεκριμένη υπόθεση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, θεωρώντας ότι το ίδιο ήταν αναρμόδιο να αποφανθεί.
![]() |
![]() |
Πέραν των 13 αυτών εργατών - απεργών και υποστηρικτών τους, υπό κατηγορία είχαν βρεθεί άλλα 118 πρόσωπα (πιο πάνω δύο σελίδες του βουλεύματος με τα ονόματα), που ήταν στο σύνολό τους απεργοί και διαδηλωτές. Έτσι, οι κατηγορούμενοι ανέρχονταν συνολικά σε 131.
Πρόκειται για τα εξής πρόσωπα (κατ' αλφαβητική σειρά, με τα στοιχεία που αναφέρονται σε τελικό απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών):
* Λαυρέντιος Αγιούς (του Γρηγορίου), Γεώργιος Αθανασίου (...), Θωμάς Αθανασίου (Γεωργίου), Αριστείδης Αλαμάνος (Γεωργίου), Νικόλαος Αλεξάκης (Ιωάννη), Σταμάτιος Απέργης (Αρσενίου).
* Δημήτριος Βαρότσης (του Ιωάννη), Διονύσιος Βεριστάκτης (...), Νικόλαος Βεριστάκτης (...), Γεώργιος Βλάσης (...), Στυλιανός Βραδής (Σωκράτη), Ξενοφών Βρανίκας (Βικεντίου).
* Απόστολος Γκέκας (του Αθανασίου), Αλέξανδρος Γκρέκος (Ονουφρίου), Θεοτόκης Γραμμένος (Σπυρίδωνος) Λούης Γρυπάρης (Αναστασίου).
* Βασίλειος Δαμίρης (του Νικολάου), Διονύσιος Δέδες (Ιωάννη), Αναστάσιος Δημισιάνος (Δημητρίου), Γεράσιμος Δραγώνας (Δημητρίου), Βασίλειος Δράκος (Γεωργίου).
* Αντώνιος Ζερβόπουλος (του Ιωάννη), Ιωάννης Ζήτας (Αντωνίου), Στέφανος Ζούτσης (Ιωάννη).
* Σπυρίδων Θεοδώρου (του Μιχαήλ).
* Γεώργιος Ιωνάς (του Δημητρίου), Ευστάθιος Ιωνάς (Αντωνίου), Ιωάννης Ιωνάς (Αλεξίου), Ιωάννης Ιωνάς (Φωτίου), Κωνσταντίνος Ιωνάς (Νικολάου).
* Σπυρίδων Καλογερόπουλος (του Αθανασίου), Αλέξανδρος Κάνδαρος (Νικολάου), Κωνσταντίνος Κάνταρος (Γεωργίου), Σπυρίδων Κάνταρος (Αναστασίου), Γεώργιος Καρύδης (Σπυρίδωνος), Ιωσήφ Καστελλάνος (...), Σπυρίδων Κολαΐτης (Γεωργίου), Νικόλαος Κομπολίτης (Γεωργίου), Ηλίας Κονοφάος (Σπυρίδωνος), Γεώργιος Κόντης (Νικολάου), Αθανάσιος Κοντοστάνος (Σπυρίδωνος), Βασίλειος Κοντοστάνος (Σπυρίδωνος), Γεώργιος Κοντοστάνος (Δραγώνα), Κωνσταντίνος Κοντοστάνος (Σπυρίδωνος), Αλεξάνδρα Κοτώνη (Σπυρίδωνος), Χαράλαμπος Κουβάς (Σπυρίδωνος), Νικόλαος Κούρκουλος (Ανδρέου), Αλέξανδρος Κυπριώτης (Νικολάου), Γεώργιος Κωστελλέτος (Θωμά), Κωνσταντίνος Κωστής (Σωτηρίου).
* Ιωάννης Λινοσπόρης (του Διονυσίου), Ιωάννης Λινοσπόρης (Νικολάου), Σπυρίδων Λινοσπόρης (Νικολάου), Αριστείδης Λούβρος (Σπυρίδωνος), Νικόλαος Λούβρος (Δημητρίου).
* Ευθύμιος Μακρής (του Ιωάννη), Βασίλειος Μάνδυλας (Πανταζή), Σπυρίδων Μάνδυλας (Ευσταθίου), Σπυρίδων Μαρτζούκος (Χριστοφόρου), Σπυρίδων Μάτσας (Ανταίου), Χρήστος Μαυρόχης (Ανδρέα), Αθανάσιος Μεταλληνός (...), Αθανάσιος Μεταλληνός (Παναγιώτη), Αλέξανδρος Μεταλληνός (Παναγιώτη), Αναστάσιος Μεταλληνός (Γεωργίου), Γεράσιμος Μεταλληνός (Νικολάου), Γεώργιος Μεταλληνός (Σπυρίδωνος), Δημήτριος Μεταλληνός (Παναγιώτη), Ιωάννης Μεταλληνός (Αντωνίου), Σπυρίδων Μεταλληνός (Νικολάου), Σταυράκης Μεταλληνός (Νικολάου), Αθανάσιος Μητρογιώργος (Νικολάου), Γεράσιμος Μητσιάλης (Αναστασίου), Νικόλαος Μπάκος (Γεωργίου), Κωνσταντίνος Μπαλατσινός (Ευσταθίου), Νικηφόρος Μπαλατσινός (Σπυρίδωνος), Διονύσιος Μπατούνης (Αθανασίου), Αθανάσιος Μπάσης (Φωτίου), Απόστολος Μπεράτης (Ευαγγέλου), Σπυρίδων Μπεράτης (Παναγιώτη), Σωτήριος Μποζίκης (Νικολάου), Νικόλαος Μπονάρας (Ιωνά), Φώτιος Μπούας (Δημητρίου), Ιωάννης Μπούτος (Δημητρίου), Κωνσταντίνος Μπριάρης (Χρήστου).
* Αλέξανδρος Νάνος (του Χρήστου), Σπυρίδων Νικολούζος (Ματθαίου), Σπυρίδων Νόδος (...).
* Κωνσταντίνος Παπαδάτος (του Χριστοδούλου), Σπυρίδων Παπαδάτος (...), Χρήστος Παπίρης (Αναστασίου), Πέτρος Περούλης (Δημητρίου), Χρήστος Πίνας (Γεωργίου), Νικόλαος Πουλημένος (Ανδρέα).
* Ιωαννης Ρέγγης (του Αθανασίου), Σπυρίδων Ριγανάς (Φιλίππου), Στέφανος Ρίζος (Γερασίμου).
* Βασίλειος Σαββανής (του Γεωργίου), Βασίλειος Σαββανής (Σπυρίδωνος), Γεώργιος Σαββανής (Κωνσταντίνου), Γεώργιος Σαράτσης (Αποστόλου), Αναστάσιος Σκένδρος (Κωνσταντίνου), Ανδρέας Σούφης (Πέτρου), Ιωάννης Σπίγγος (Γερασίμου), Κωνσταντίνος Σπίγγος (Ευσταθίου), Μιχαήλ Σπίγγος (Θεμιστοκλέους), Νικόλαος Σπίγγος (Γερασίμου), Αναστάσιος Στεργιαννόπουλος (...), Σπυρίδων Στεργίου (Νικολάου).
* Πέτρος Τησαρχόντου (του Σπυρίδωνος), Σπυρίδων Τράνακας (Χριστοδούλου), Παναγιώτης Τσέπας (Νικολάου), Ηλίας Τσιμέας (Παναγιώτη), Αθανάσιος Τσουκαλάς (Σταματίου), Χρήστος Τσόνας (Μιχαήλ), Θεόδωρος Τσώνας (Αναστασίου), Κωνσταντίνος Τσώνας (Αναστασίου), Χρήστος Τσώνας (Δημητρίου).
* Παναγιώτης Χονδρογιάννης (του Αθανασίου).
Αν και δεν προκύπτει από την απόφαση του Συμβουλίου Εφετών το ακριβές κατηγορητήριο που είχαν αντιμετωπίσει, φαίνεται ότι άλλοι βαρύνονταν με επιμέρους κατηγορίες και άλλοι με το σύνολο των κατηγοριών που προαναφέρθηκαν, όπως «επί θρασύτητι κατά της αρχής, επί διαταράξει της ειρήνης των πολιτών, επί αδίκω επιθέσει» και τις άλλες ανυπόστατες κατηγορίες. Το Συμβούλιο των Εφετών αποφάσισε την παύση κάθε δίωξης εις βάρος αυτών των 118 κατηγορουμένων, κρίνοντας ότι «δεν πρέπει να γίνη κατηγορία» εναντίον τους. Με την ίδια απόφαση διέταξε την κατάργηση της ισχύος ενταλμάτων σύλληψης και κατασχετηρίων, δηλαδή μέτρων αφαίρεσης περιουσιακών στοιχείων, που είχε εκδώσει ο ανακριτής Ν. Νιανιάρας στις 27 και 28 Σεπτεμβρίου εναντίον εννέα από αυτούς. Η φυλάκιση και η κατάσχεση περιουσίας -που αποφασίστηκαν δέκα περίπου μέρες πριν αρχίσει ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος- αφορούσαν τους κατηγορούμενους Κων. Μπαλατσινό, Σπ. Μεταλληνό, Διον. Βεριστάκτη, Νικ. Βεριστάκτη, Σπ. Νόδο, Σπ. Μπεράτη, Παν. Τσέπα, Βασ. Δαμίρη και Ηλ. Κονοφάο. Προφανώς, θα αφέθηκαν ελεύθεροι και θα άρθηκαν τα μέτρα κατάσχεσης τυχόν περιουσίας τους, αφού απαλλάχθηκαν από τις σχετικές κατηγορίες.
Με ασαφείς διατυπώσεις, ο Εισαγγελέας Εφετών είχε αφήσει να εννοηθεί ότι ήταν «ασθενείς» οι ενδείξεις κατά των 118 αυτών κατηγορούμενων ως «συστασιωτών ή συνεργών» σε παράνομες πράξεις και είχε εισηγηθεί ως «δέον, να μη γένηται κατηγορία σε βάρος τους». Πολλοί από αυτούς, στο μεταξύ, είχαν επιστρατευθεί και βρίσκονταν, όπως προαναφέρθηκε, σε πολεμικά μέτωπα.
![]() |
![]() |
Αισχρό εισαγγελικό πόρισμα
Η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών προς το Συμβούλιο Εφετών (πιο πάνω άλλες δύο ενδεικτικές σελίδες, όπως σώθηκαν στο ιδιωτικό αρχείο Φ. Αργυρού σε κατάλοιπα του Θ. Μακρή και τέθηκαν στη διάθεσή μας από τον Ν. Παγκράτη συμπληρώνοντας σχετικά υλικά που σώζονται στα Αρχεία Νομού Κέρκυρας) αποδεχόταν τους πιο ψεύτικους και συκοφαντικούς για τους εργάτες και τον ΑΕΣΚ ισχυρισμούς του βιομήχανου Αλ. Δεσύλλα και των άλλων εργοδοτών. Αποτελεί, θα μπορούσε να πει κανείς, αισχρό μνημείο της συντονισμένης επίθεσης με την οποία βρέθηκαν αντιμέτωποι οι απεργοί αμέσως μετά την έναρξη της απεργίας, προκειμένου να «σκύψουν το κεφάλι». Στο στόχαστρο της εισαγγελικής κρίσης βρέθηκαν, εμμέσως πλην σαφώς, ακόμη και αστυνομικές αρχές που είχαν παρέμβει στον Δεσύλλα, μεσολαβητικά, για να ανακαλέσει απολύσεις.
Αξίζει να αναφερθούν αναλυτικά κάποια άγνωστα από τότε στοιχεία της, γιατί δίνουν πρόσθετες πληροφορίες για πραγματικά γεγονότα, αποκαλύπτουν την έκταση που προσέλαβε η επιχείρηση συκοφάντησης του εργατικού αγώνα και πιστοποιούν την εχθρότητα που κυριάρχησε στη στάση των κρατικών αρχών απέναντι στους εργάτες, καθώς και την ξεδιάντροπη στοίχισή τους με τους βιομήχανους, δήθεν... για το καλό της πόλης και των ίδιων των εργατών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πολυσέλιδο εισαγγελικό πόρισμα για τα γεγονότα δεν αναφέρονται ούτε μία φορά οι θέσεις και η αντίκρουση των εργατών και του ΑΕΣΚ πάνω σε όσα κατηγορήθηκαν στο στάδιο της ανάκρισής τους. Περιλαμβάνονται μόνο στοιχεία από καταθέσεις και μαρτυρίες εργοστασιαρχών και υποστηρικτών τους, ως θέσφατα.
Προέκυπτε τάχα, από την ανάκριση, ότι ο Δεσύλλας είχε απολύσει δύο μέλη του ΑΕΣΚ «λόγω κακοήθους και ακόσμου (σ.σ. συμπεριφοράς) προς τας εν τω αυτώ εργοστασίω εργάτιδας», διότι δήθεν «προ του μέτρου τούτου, το πρώτον μεν είχε επιπλήξει και νουθετήσει αυτούς, κατόπιν δε εξακολουθούντων και εμμενόντων εν τη αυτή συμπεριφορά, αποβάλλει αυτούς, προσωρινώς, και μετά την επανάληψιν της εργασίας των μηδαμώς σωφρονισθέντων» τους απέλυσε οριστικά. Αυτά, που οι Αλ. και Θ. Δεσύλλας είχαν ισχυριστεί εκ των υστέρων σε καταθέσεις τους, ο εισαγγελέας, αδιάντροπα, τα συμπεριέλαβε αυτούσια στο βούλευμά του. Μεμφόταν μάλιστα τον ΑΕΣΚ και την Αστυνομία, που παρενέβη «αναρμοδίως» στον βιομήχανο για να πάρει πίσω τους απολυμένους. Ο ΑΕΣΚ κατηγορούνταν ότι, μέσω του προέδρου του, «δι' επιστολής του από 3 Ιουλίου ε.ε., εν η την αποβολήν των εργατών χαρακτηρίζει αφάνταστον και παρακάμπτων την (σ.σ. δήθεν) πραγματικήν αυτής αιτίαν, όντως αξιέπαινον και αφορώσαν την προστασίαν της ηθικής και της υπολήψεως των μετά των ανδρών συνεργαζομένων θυγατέρων του λαού (...), φιλικώς μεν ως έγραφε αλλά δι' ύφους επιτακτικού ηξίωσε την εκ νέου πρόσληψιν των απολυθέντων, αντί να αποβάλωσι αυτούς του Συνδέσμου»(!) Θεωρούσε μεμπτό το ότι «του Εργοστασιάρχου Δεσύλλα μη υποκύψαντος εις τας αξιώσεις του Συνδέσμου, επικαλεσθέντος και την ανάμιξιν της Αστυνομίας, εμμέσως μεν αλλά αναρμοδίως παρεμβάσης μέχρι τινός , απεφασίσθη υπό του Συνδέσμου να εξαναγκασθή ο εν λόγω εργοστασιάρχης εις την πρόσληψιν των εργατών». Δεν υπήρχε ούτε λέξη για το ότι ο Αλ. Δεσύλλας, σύμφωνα και με έγγραφο του ΑΕΣΚ, είχε αρνηθεί προγενέστερο αίτημα του νομάρχη για την επαναπρόσληψή τους, απαντώντας του «σκαιότατα», αντί οποιασδήποτε τέτοιας δικαιολογίας, ότι δεν αναγνωρίζει σε κανέναν «τρίτο» δικαίωμα «να ανακατεύεται στα συμφέροντά του».
Η εισαγγελική κρίση δεχόταν αυτούσιους και τελείως αναπόδεικτους ισχυρισμούς του βιομήχανου Αναστασίου για εκβίασή του από τον Εργατικό Σύνδεσμο, προκειμένου να απολύσει και να επαναπροσλάβει ίδια πρόσωπα.
Προφανής σκοπός της ήταν η πλήρης διαβολή του ΑΕΣΚ. Έτσι, υιοθετούσε καταθέσεις του Αναστασίου και του επίσης βιομήχανου Ζαφειρόπουλου, σύμφωνα με τις οποίες στον Σύνδεσμο οι εργάτες «ενεγράφοντο ως μέλη αυθορμήτως καταβάλλοντες εις το Ταμείον του Συλλόγου δραχμήν μεν μίαν κατά μήνα, τακτικώς, εκτάκτως δε υποχρεούμενοι εις εβδομαδιαίας μικροτέρας εισφοράς, εξαναγκαζόμενοι όμως των μη εκουσίως εγγραφομένων εις τούτο, υπό τινων εκ των μελών και ιδίως του Διοικητικού αυτού Συμβουλίου εκστατικώς περίπου δι' απειλών ότι θέλουσιν αποβληθή εκ της εργασίας των έστω (...) δι' υλικής βίας (...), επιβαλλομένου δε πάσι τη ηθική εξαναγκαζομένοις να ορκίζονται επί της εικόνος του Εσταυρωμένου, ότι θέλουσιν υπακούση εις τας αποφάσεις του Συνδέσμου και εμμείνη (...) πιστοί εις αυτάς μέχρις εσχάτων ή μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός των». Ο τύραννος των εργατών, με άλλα λόγια, ήταν ο Σύνδεσμός τους!
Οι καημένοι οι βιομήχανοι ήταν μαζί με τους εργάτες θύματα τρομοκρατών του ΑΕΣΚ, κατά τον εισαγγελέα που έσταζε χολή εναντίον της απεργίας. Διότι, τάχα, «η επιβολή ην το Προεδρείον του Συνδέσμου, το Συμβούλιον αυτού και τα φανατικώτερα και άτακτα εκ των μελών αυτού στοιχεία εξήσκουν, επί και των εργοδοτών και των εργατών ήτο τοιαύτη ώστε εκ της ανακρίσεως παρίστανται και οι μεν και οι δε τρομοκρατούμενοι και πιεζόμενοι εις τοιούτον βαθμόν, ώστε οι μεν να μη δύνανται ελευθέρως να διευθύνωσι τα συμφέροντά των, οι δε ελευθέρως επίσης να προσφέρωσι και ασκώσι την εργασίαν των, αλλ' οι μεν πρώτοι να υποκύπτωσιν εις τας απαιτήσεις του Συνδέσμου αποβάλλοντας τους μη εν αυτώ εγγεγραμμένους και αντικαθιστώντες αυτούς δια μελών του συνδέσμου, οι δε ακουσίως να αρνούνται την εργασίαν των, στερούμενοι τα προς συντήρησίν των μέσα και να υποβάλλωνται εις την εγγραφήν των ως μελών και εις όρκον, εναντίον της συνειδήσεώς των».
«Ουδέν έχωσι παράπονον»!
Κατά τον εισαγγελέα, βλέπετε, όλα ήταν τέλεια στα εργοστάσια και οι εργάτες δεν είχαν ούτε ένα παράπονο. Ήταν, έλεγε στο κατάπτυστο κείμενό του, «πλείστοι εκ των απεργούντων εργατών» αυτοί που υποτίθεται πως είχαν δηλώσει ότι «από μακρού χρόνου εργαζόμενοι ουδέν έχωσι παράπονον κατά των εργοστασιαρχών, αλλ' αναγκάζονται να καταλείπωσι την εργασίαν των, διότι τοιαύτην έλαβον διαταγήν, άλλοι διότι ήσαν υποχρεωμένοι δια του όρκου και ηπειλούντο δια καταγγελιών επί ψευδορκία και άλλοι καθόσον επετηρούντο υπό των συναδέλφων αποπειραθέντες να εξακολουθήσωσι (...) κρύφα εργαζόμενοι και εν νυκτί».
Σύμφωνα με τον εισαγγελέα, ο πρόεδρος του ΑΕΣΚ Ν. Σπυράκος -που είχε επιστρέψει στην Κέρκυρα από ταξίδι του στην Αθήνα προτού λήξει η απεργία- είχε υποπέσει στο... φοβερό αδίκημα, σε επίσκεψή του σε φρουρούμενη από οπλισμένους στρατιώτες βιομηχανία, να πει σε εργοστασιάρχη «αδιαφορώ περί της ζημιάς σου, θα προστατεύσω μόνον τα συμφέροντα του λαού, έστω και δια της κουμπούρας», όπως έντεχνα τον κατηγόρησε ο βιομήχανος Ζαφειρόπουλος. Ήταν άξιο δίωξης και το ότι ο υποστηρικτής του ΑΕΣΚ Μ. Λάνδος είπε σε απεργό της βιομηχανίας Καλλιβωκά «ας τους κερατάδες να ζημιωθούν».
Όπως το έθετε ο εισαγγελέας, «οι ενταύθα Αρχαί» κινητοποιήθηκαν αμέσως μόλις ξέσπασε η απεργία, «παραχωρήσαντος του Φρουραρχείου ικανούς άνδρας εις μεν τα εργοστάσια αλεύρων και ζυμαρικών ως ζυμωτάς, εις δε τα του φωταερίου ως εργάτας και ικανούς στρατιώτας προς φρούρησιν αυτών». Η επίσημη αιτιολογία ήταν η ενδεχόμενη έλλειψη άρτου και φωτισμού, ενώ η πραγματική, βέβαια, ήταν η υποταγή των εργατών στους όρους εργασίας που αξίωναν οι βιομήχανοι· και γι' αυτό εξαπολύθηκαν αντεργατικές διώξεις, αντί να πιεστούν οι εργοστασιάρχες να δεχθούν τα δίκαια εργατικά αιτήματα και να συνεχιστεί κανονικά η παραγωγή. Αλλά, όπως είδαμε, κατά τον εισαγγελέα που «τύλιξε σε μια κόλλα χαρτί» δεκάδες φτωχούς εργάτες ως κακοποιούς, δεν υπήρχαν καν... παράπονα! Οι «υπό την πίεσιν» του ΑΕΣΚ «απεργούντες ωμολόγουν ανεπιφυλάκτως», δεν ντράπηκε να ισχυριστεί, «ότι ουδέν παράπονον είχον, αλλ' ως είρηται, ότι εξηγαγκάζοντο και εξεβιάζοντο εις την απεργίαν»!
Ο ίδιος έδωσε μια δική του περιγραφή για όσα περί πυροβολισμών εκ μέρους των απεργών κατά φρουρών, τελείως αναπόδεικτα τελικά, αναφέρθηκαν από την Αστυνομία ως συμβάντα στις εγκαταστάσεις της μονάδας αεριόφωτος στο προάστιο Μαντούκι. «Το εσπέρας της 8ης Ιουλίου», την πρώτη κιόλας μέρα της απεργίας, «ερρίφθησαν κατά του εργοστασίου του φωταερίου», ανέφερε, «δύο πυροβολισμοί εκ του άνωθεν αυτού υψώματος (...), την δε της δεκάτης Ιουλίου επανελήφθησαν οι πυροβολισμοί, πλείονες των πρώτων, διευθυνόμενοι κατά του φρουρούντος σκοπού (...) Η φρουρά αντεπυροβόλησε και εξήλθε προς καταδίωξιν των πυροβολούντων, αλλ' ούτοι είχον ήδη τραπή εις φυγήν». Οι πολύμηνες, επίμονες και εξονυχιστικές έρευνες και ανακρίσεις απέβησαν άκαρπες, αλλά για τον εισαγγελέα οι πυροβολισμοί, «κατά την κρίσιν πάντων των μαρτύρων, ερίφθησαν υπό των ζωηροτέρων και φανατικωτέρων απεργών». Το μόνο που πράγματι διαπιστώθηκε ήταν ότι χτυπήθηκε με μεγάλη πέτρα βασικό μηχάνημα του εργοστασίου. Εκτοξεύτηκε, έγραψε, «μέγας λίθος κατά του μηχανήματος, καθ' ου και συνετρίβη άνευ περαιτέρω βλάβης». Δεν εντοπίστηκε, ωστόσο, δράστης.
Οι τοπικές αρχές είχαν διατάξει τους απεργούς «να επαναλάβωσι τας εργασίας των προσλαμβανόμενοι εκ νέου εις τα εργοστάσια εις α υπηρέτουν, επιτυχούσαι εν μέρει του σκοπού των», έκρινε ο εισαγγελέας. Αυτό έγινε, έλεγε, «αμεταπίστων μεινάντων πολλών εξ αυτών», δηλαδή των απεργών. Κατηγορούσε τη διοίκηση του ΑΕΣΚ ότι «δι' ευσχήμου προφάσεως» για τη συνέχιση του αγώνα είχε διατυπώσει νέα λίστα αιτημάτων προς τις αρχές και τους εργοστασιάρχες. Ενώ κατηγορούσε δεκάδες εργάτες για απεργιακά αδικήματα στο χρονικό διάστημα 8-15 Ιουλίου, υποστήριζε ότι «περί την 11ην Ιουλίου, υπό την πίεσιν και εξέγερσιν της κοινής γνώμης (σ.σ. μιλούσε ακόμη και περί δήθεν «καθολικής αγανακτήσεως και αποδοκιμασίας της απεργίας εκ μέρους ολοκλήρου της πόλεως», επαναλαμβάνοντας ισχυρισμούς των τοπικών αρχών), η απεργία έληξε». Στην πραγματικότητα, αυτό είχε διατάξει η Αστυνομία.
Αποφασίστηκε η λήξη της, έλεγε ο εισαγγελέας, «πολλών εκ των απεργησάντων μη προσληφθέντων εκ νέου ως εργατών παρά των εργοστασιαρχών παρ' οις πρότερον ειργάζοντο». Παραδεχόταν ωστόσο, αμέσως μετά, ότι υπήρχε συνέχεια. Υπήρξαν ακόμα πιο «απείθαρχοι» εργάτες, που έπρεπε -πρωτίστως εκείνοι- να καταδιωχθούν. Στοχοποιούσε ηγετικά στελέχη τους, που ήταν, έλεγε, «οι ζωηρότεροι και οι φανατικώτεροι και οι μάλλον δράσαντες και εμμένοντες εις την απεργίαν, παρά τας παρακελεύσεις των Αρχών», δηλαδή κόντρα στις εντολές των αστυνομικών αρχών να τερματίσουν κάθε απεργιακή δραστηριότητα. Ονομάτιζε μάλιστα τους εργάτες - διοικητικά στελέχη του ΑΕΣΚ Στέφανο Λυκίσσα, Βασίλειο Στραβοράβδη, Γεώργιο Κουτρούλη, Γεώργιο Δούη και Γεώργιο Πέτρου, που τέθηκαν πρώτοι-πρώτοι στο στόχαστρο των δικαστικών διώξεων, ακόμη και «επί αποπείρα φόνου κατά των στρατιωτών των ενταύθα εργοστασίων Φωταερίου και Α. Αναστασίου», πριν αποφασιστεί «να παύση προς καιρόν η κατ' αυτών επί τη πράξει ταύτη καταδίωξις», ελλείψει οποιουδήποτε στοιχείου ενοχής τους.
Οι εν λόγω συνδικαλιστές εργάτες κατηγορούνταν στο εισαγγελικό βούλευμα, μαζί με τον πρόεδρο του Σοσιαλιστικού Κέντρου Ιωάννη Σπυρόπουλο και τους σοσιαλιστές Τίτο Ρέγγη και Γεώργιο Σιμωνέτη, ως «παροτρύνοντες τους εργάτας εις μίσος και περιφρόνησιν και εξέγερσιν κατά των εργοστασιαρχών». Αυτό είχαν κάνει, έλεγε, «δι' ομιλιών και δια δημοσιευμάτων». Ανάμεσά τους ο εισαγγελέας ξεχώριζε ως ιδιαίτερη περίπτωση τον 35χρονο Ρέγγη, που κατηγορούνταν ως «θερμώς υποστηρίζων την εμμονήν εις την απεργίαν» και ως «συντάκτης του δημοσιευθέντος φυλλαδίου» των σοσιαλιστών, που προαναφέραμε.
![]() |
![]() |
Η ανάκριση και η απολογία του Τίτου Ρέγγη
Ο Ρέγγης είχε κληθεί σε απολογία ενώπιον ανακριτή. Το περιεχόμενο της απολογίας του, όπως σχολιάστηκε από τον ίδιο σε χρονογράφημά του στη «Σοσιαλιστική Δημοκρατία» στο φύλλο της με ημερομηνία 9 Σεπτεμβρίου 1912, ήταν τέτοιο που ο Γ. Κορδάτος συμπεριέλαβε σημεία του κειμένου του στο βιβλίο του «Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος».
Έγραψε ο Ρέγγης στην εφημερίδα, σε θέμα με τίτλο «Η Δικαιοσύνη του σημερνού κράτους» (βλ. εικόνα πιο πάνω αριστερά), αναφερόμενος στον Ποινικό Νόμο - Κώδικα:
Δεν ήξερα πως υπάρχει άρθρο στον Π.Ν. (το 204) που τιμωρεί εκείνον που με γραψίματά του κινεί το μίσος των πολιτών μεταξύ τους και ούτε πως υπάρχει το άρθρο 167 του Π.Ν. που τιμωρεί την απεργία. Εμείς οι εργάτες, βλέπετε, έχουμε απέραντες νομικές γνώσες! Ενόμιζα σαν κουτός εργάτης (!) πως όπως ο πλουτοκράτης έχει δικαίωμα να κλείση το εργοστάσιό του όποτε του καπνίση και να στέλνη τους εργάτες του να φάνε αέρα, έτσι και ο εργάτης, έλεγα, πως μπορεί, όταν θέλη, να πη δε δουλεύω. Κι' έλεγα πως όπως όλη μέρα οι πλουτοκράτες μάς πολεμάνε και συνεννοούνται μεταξύ τους για να μας εξολοθρεύσουν, έτσι και οι εργάτες μπορούν να ενώνονται και να εκφράζουν λόγια που κινούν το μίσος των συναδέλφων τους εργατών προς το πλουτοκρατικό καθεστώς. Αυτά ενόμιζα, όταν προχτές που εκράχτηκα στην ανάκριση (σ' άλλη μεριά της εφημερίδας γράφω) έμαθα πως αυτή η ισότης που εγώ νόμιζα πως υπάρχει μεταξύ των ρωμιών είναι φανταστική και πως η ισότης είναι ένα πράγμα πολύ ελαστικό, που γίνεται όπως θέλουν οι πλουτοκράτες που διοικούν. Εσκέφτηκα τότες που μια φορά είχα διαβάσει στο Σύνταγμα πως όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι απέναντι του νόμου και είπα στο δικηγόρο μου αυτά τα άρθρα είναι αντισυνταγματικά και δεν πρέπει να έχουν ισχύ. Αλλά αυτός μου ξήγησε πως το Σύνταγμα είναι για τα μάτια και πως νόμοι δευτερεύοντες το καταστρατηγούν, γιατί το Σύνταγμα εγίνηκε με τέτοιο τρόπο, που να φαίνεται πως κάτι δίνει και να μη δίνη τίποτες, λ.χ. λέει πως είναι ίσοι αλλά απέναντι του νόμου, ώστε αν οι διάφοροι πλουτοκρατικοί νόμοι θέλουν το Σύνταγμα κουρελιάζεται. Κ' έτσι το Σύνταγμα είναι και αυτό πλουτοκρατικό. Έτσι εκατάλαβα που ό,τι προέρχεται από τούτο το πλουτοκρατικό Κράτος είναι υπέρ της πλουτοκρατίας και κατά του εργάτη· Τι λοιπόν καθόμαστε, συντρόφοι μου εργάτες, και μας κουτιαίνουν με λόγια και μας γεμίζουν προλήψεις, μας δειλιάζουν, μας ελαττώνουν το θάρρος μας; Είναι δικαιοσύνη αυτή να πολεμάει κάθε κίνημα του εργάτη υποστηρίζοντας την πλουτοκρατία; Είναι κράτος αυτό να έχη νόμους μόνον και μόνον πλουτοκρατικούς και να γράφη στο Σύνταγμα άρθρα ψεύτικα, που μας γελούν καθημερινώς και μας κάνουν να δίνουμε εμπιστοσύνη στην Πλουτοκρατία που κυβερνάει; Εμπρός αδέλφια ας καταλάβουμε τη δύναμη, που έχουμε όταν ενωθούμε και ας καταβάλουμε την πλουτοκρατία, ας γένουμε ένα μεγάλο Σοσιαλιστικό Κόμμα, να ρίξουμε την σημερνή κατάσταση και να πάρουμε εμείς την αρχή. Τότες θα γένουν νόμοι αληθινά δίκαιοι και θα λάμψη στον κόσμο αληθινή δικαιοσύνη, αλλοιώς η Δικαιοσύνη των σημερνών Κρατών είναι η αδικία επισημοποιημένη και ο υπηρέτης και το όργανο της πλουτοκρατίας.
Σε άλλο θέμα του στο ίδιο φύλλο, με τίτλο «Η κατηγορία μου και η ανάκρισή μου» (βλ. εικόνα πιο πάνω δεξιά), έδωσε επιπρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την κατηγορίες που διατυπώθηκαν σε βάρος του και την ξεκάθαρη απάντηση που έδωσε στον ανακριτή (κάποια σημεία στο σωσμένο φύλλο της εφημερίδας είναι δυσδιάκριτα). Έγραψε:
Την 1 Σεπτεμβρίου εκαλέστηκα από τον ανακριτή εφέντη Νιανιάρα να ανακριθώ για το μεγάλο αδίκημα που έκαμα που έβγαλα στις 12 Ιουλίου, που είχε λήξη η απεργία, ένα παράρτημα (...) στους εργάτες (...) τη γνώμη (...) και τους επαινούσα (...) μου απαγγέλθηκε πως είμαι (σ.σ. ηθικός) αυτουργός, ποιος ξέρει πώς, της αποπείρας ανθρωποκτονίας και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, δηλ. της επίθεσης των απεργών (8 Ιουλίου...) και κατηγορούμαι κι' όλας πως παρεκίνησα τους εργάτες να κάμουν απεργία και να επιτεθούν κατά των συναδέρφων. Και πως με το φύλλο τις 12 Ιουλίου «Προς τους απεργούς Εργάτες» ερέθισα τους πολίτες εις εχθροπάθειαν (Άρθρ. 204 ΙΙ. Ν.).
Παρουσιάσθηκα να ανακριθώ με το δικηγόρο μου Α. Σίδερη (σ.σ. τον αγωνιστή των σοσιαλιστικών ιδεών στο νησί και μετέπειτα σοσιαλιστή - κομμουνιστή βουλευτή Αριστοτέλη Σίδερι) και αμέσως ο ανακριτής Νιανιάρας εις το δικηγόρο μου τούδωσε κάθισμα να κάτση, εγώ σαν κατηγορούμενος έπρεπε να μένω ορθός και κάθε που εμιλούσε του δικηγόρου μου τούλεγε «σεις» εμένα όμως «εσύ» (εργάτης εγώ βλέπετε ενώ ο Σίδερης δικηγόρος). Αφού απολογήθηκα είπα πως το φυλλάδιο που έβγαλα μου επεβάλλετο να το κάμω γιατί είμαι σοσιαλιστής και έχω υποχρέωση να υποστηρίζω κάθε σοσιαλιστικό κίνημα εναντίον του ελεεινού πλουτοκρατικού καθεστώτος και πως στο φυλλάδιό μου είπα πράματα που κάθε μέρα λέγονται και τα ξέρουν και άνθρωποι που δεν είναι δικαστές πως υπάρχει αγώνας και πόλεμος μεταξύ εργατών και εργοδοτών.
Αφού ετελείωσε η ανάκρισή μου, ο δικαστής ήθελε να μπη σε συζήτηση μαζύ μου, επάνω στο σοσιαλισμό, άρχισε να μου λέη πως αυτά που λέω εγώ είναι ο Αναρχικός Σοσιαλισμός και πως ο αληθινός Σοσιαλισμός είναι η υποταγή εις τους νόμους του Κράτους!!! Εσυμφώνησα και εγώ ακούοντας τον νέον αυτόν Σοσιαλιστήν και έμεινα σύμφωνος πως μόνον ο Σοσιαλισμός των δικαστών μας θα σώση τον εργατικό κόσμο.
Αυτά τα γράφω για να ιδούν οι εργάτες πως αφού τώρα ο Σοσιαλισμός αληθινά επεβάλθηκε άρχισαν όλοι να λένε που είναι σοσιαλιστές. Μη δεν είναι και ο Βενιζέλος μας; Αλλά τους αληθινούς σοσιαλιστάδες τούς λένε αναρχικούς. Οι εργάτες όμως δεν πρέπει να φοβούνται μπαμπάλες και ψέμματα ή αναρχικούς τους πούνε ή σοσιαλιστές ή ό,τι θέλουνε, ένα είναι το κίνημα να λείψουν οι σημερνοί εργοδότες, το σημερνό τους κράτος και τα σημερνά τους δικαστήρια και οι σημερνοί τους ανακριτάδες.
ΑΛΕΚΟΣ ΠΡΙΦΤΗΣ

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2026 22:16
Tραγωδία ανοιχτά της Κρήτης με θύματα 22 μετανάστες
Σε απέραντο υγρό νεκροταφείο έχει μετατραπεί η Μεσόγειος για τις στρατιές των κολασμένων της γης, τα θύματα της φτώχειας και των πολέμων. Νέα τραγωδία εκτυλίχθηκε ανοιχτά της Κρήτης, με τουλάχιστον 22...
Εκδήλωση – συζήτηση το Σάββατο 28 Μαρτίου στο Δημαρχείο Καλλιθέας: «Το Δημόσιο σχολείο που θα θέλαμε να έχουμε»
ΑΠΕΜΠΛΟΚΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΔΙΚΟ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥΣ - Στις 28 Μάρτη, 3μμ στο Σύνταγμα και σε όλη την Ελλάδα κατεβαίνουμε στο δρόμο!
































