Του Γιώργη Γιαννακέλλη - vathikokkino.gr
Το άρθρο του Γιώργου Μαλούχου, στα “ΝΕΑ”, για την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στην υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι απλώς ένα δημοσιογραφικό σχόλιο. Είναι μια χαρακτηριστική παρέμβαση ενός συστημικού γραφιά που, μπροστά στο τεράστιο σκάνδαλο που αποκαλύφθηκε, επιχειρεί να περισώσει ό,τι μπορεί από το κύρος των θεσμών της αστικής εξουσίας.
Ο Μαλούχος, γνωστός για τον αντικομμουνισμό και τη σταθερή του παρουσία στο πιο καθεστωτικό κομμάτι του ελληνικού Τύπου, χρησιμοποιεί ασυνήθιστα βαριά γλώσσα. Μιλά για «εκτροπικό όνειδος», για «παρακρατικό μηχανισμό μέσα στο πρωθυπουργικό γραφείο» και για την «πιο μαύρη σελίδα της σύγχρονης ιστορίας».
Δεν πρόκειται όμως για κάποια ξαφνική αναλαμπή ριζοσπαστισμού. Είναι η αγωνία ενός συστημικού σχολιαστή που βλέπει ότι το σκάνδαλο των υποκλοπών έχει ανοίξει επικίνδυνες ρωγμές στο ίδιο το οικοδόμημα της αστικής δημοκρατίας.
Το βασικό επιχείρημα του άρθρου είναι ότι η πρόσφατη δικαστική απόφαση αποτελεί μια «ιστορική θεσμική αντίσταση» απέναντι στην εκτροπή. Δηλαδή ότι κάποιοι δικαστές, σε χαμηλότερα επίπεδα της δικαστικής ιεραρχίας, κατάφεραν να περισώσουν την τιμή της Δικαιοσύνης και να αποκαταστήσουν, έστω και μερικώς, την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της παρέμβασης.
Ο Μαλούχος δεν αμφισβητεί την ύπαρξη των μηχανισμών παρακολούθησης. Δεν μιλά για τον διαχρονικό ρόλο των μυστικών υπηρεσιών μέσα στο αστικό κράτος. Δεν αγγίζει καν το αυτονόητο: ότι το κράτος πάντα παρακολουθούσε, φακέλωνε και κατασκόπευε όσους θεωρούσε απειλή για την εξουσία του.
Αντίθετα, επιχειρεί να παρουσιάσει το σκάνδαλο των υποκλοπών ως μια «παρέκκλιση» από τη φυσιολογική λειτουργία της αστικής δημοκρατίας. Σαν μια ανωμαλία που μπορεί να διορθωθεί αν η Δικαιοσύνη επιτελέσει τον θεσμικό της ρόλο.
Αυτή είναι η παλιά και δοκιμασμένη αφήγηση του συστήματος: το πρόβλημα δεν είναι το ίδιο το κράτος, αλλά κάποιοι που «εκτρέπονται» από τους κανόνες του.
Όμως η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι η φυσική συνέχεια μιας μακράς παράδοσης κρατικής επιτήρησης και παρακρατικής δράσης που διαπερνά ολόκληρη την ιστορία του ελληνικού κράτους.΄Μια ιστορική αναδρομή στην πιο “βρόμικη” υπηρεσία του ελληνικού κράτους, την ΚΥΠ/ΕΥΠ, το τεκμηριώνει αυτό.
Από τους φακέλους κοινωνικών φρονημάτων και την ΚΥΠ μέχρι τις σύγχρονες ψηφιακές παρακολουθήσεις, το κράτος δεν σταμάτησε ποτέ να παρακολουθεί τους πολίτες του. Η μόνη διαφορά σήμερα είναι ότι τα εργαλεία είναι πιο εξελιγμένα και η τεχνολογία πιο αποτελεσματική.
Γι’ αυτό και το άρθρο του Μαλούχου έχει μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική στόχευση. Δεν αποσκοπεί στην αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά στη διαχείριση της κρίσης που προκάλεσε το σκάνδαλο.
Στο τέλος του κειμένου του ο αρθρογράφος στρέφεται στη Δικαιοσύνη, την οποία αποκαλεί «τρίτο πυλώνα του πολιτεύματος», καλώντας την ουσιαστικά να «περισώσει την ουσία και την τιμή της πολιτείας». Με άλλα λόγια, να αποκαταστήσει το κύρος του πολιτικού συστήματος μέσα από μια ελεγχόμενη δικαστική παρέμβαση.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλα αυτά γράφονται τη στιγμή που η υπόθεση οδηγείται στο Εφετείο.
Η απόφαση των δικαστών του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου άνοιξε μια ρωγμή. Δημιούργησε μια απροσδόκητη αναστάτωση σε έναν μηχανισμό που μέχρι τώρα είχε λειτουργήσει κυρίως στη λογική της συγκάλυψης.
Και αυτή η ρωγμή φαίνεται να προκαλεί έντονη νευρικότητα στο καθεστωτικό μπλοκ εξουσίας.
Ενδεικτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε ο εισαγγελέας της υπόθεσης από τα συστημικά ΜΜΕ. Εκεί όπου ορισμένα μέσα έσπευσαν να τον παρουσιάσουν περίπου ως απομονωμένο και αποδοκιμασμένο από τους συναδέλφους του, στην πραγματικότητα αποκαλύπτεται κάτι πολύ πιο σοβαρό: ότι η υπόθεση των υποκλοπών έχει προκαλέσει ρήγματα ακόμη και μέσα στο ίδιο το σώμα της Δικαιοσύνης.
Και αυτό ακριβώς είναι που φοβάται το σύστημα.
Γιατί όσο βαθύτερα προχωρά η υπόθεση, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται ότι δεν πρόκειται για ένα απλό σκάνδαλο. Πρόκειται για μια υπόθεση που αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας.
Το άρθρο του Μαλούχου είναι τελικά μια κραυγή αγωνίας. Όχι για τη δημοκρατία, όπως προσπαθεί να εμφανιστεί. Αλλά για την ανάγκη να διασωθεί το κύρος των θεσμών της αστικής εξουσίας, με την απόφαση του Εφετείου, πριν η υπόθεση των υποκλοπών αποκαλύψει σε όλο της το βάθος τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί πραγματικά το σύστημα.
Και όσο κι αν προσπαθούν οι καθεστωτικοί δημοσιογράφοι να παρουσιάσουν τη δικαστική απόφαση ως απόδειξη «θεσμικής αυτοκάθαρσης», η πραγματικότητα είναι ότι το σκάνδαλο των υποκλοπών άνοιξε ένα μέτωπο που δύσκολα θα κλείσει.
Γιατί όταν αρχίζει να ξετυλίγεται το νήμα τέτοιων υποθέσεων, δεν απειλείται απλώς μια κυβέρνηση.
Απειλείται ολόκληρος ο μηχανισμός εξουσίας που τις γεννά.
Το κείμενο του Μαρούχου.

Ιστορικού βάρους υπήρξε η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για το σκάνδαλο των υποκλοπών: πρόκειται για τη μοναδική θεσμική αντίσταση στο διαβόητο εκτροπικό όνειδος που κουρελιάζει την πάλαι ποτέ αρτιότερη, στην ταραχώδη ιστορία αυτού του κράτους, Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία, όπως και η πτώχευση, εκείνη όμως με έξωθεν επιβολή σε κλίμακα ζωής και θανάτου. Όνειδος στο οποίο όσοι όφειλαν να διαφυλάξουν το πολίτευμα πρωτοστάτησαν στη συγκάλυψη.
Τέτοιο σηπτικό εκτροπικό βάθος ουδέποτε βίωσε η χώρα σε εποχές δημοκρατίας. Στην υποτιθέμενη «ευρωπαϊκή Ελλάδα» του 21ου αιώνα οργανώθηκε ένας κατ’ εξοχήν παρακρατικός μηχανισμός μέσα στο ίδιο το πρωθυπουργικό γραφείο για να παρακολουθεί Έλληνες πολίτες με εργαλείο την ΕΥΠ, που αποστολή έχει την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Μέσα από το γραφείο του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη, η ΕΥΠ, χρησιμοποιώντας παράνομο λογισμικό σε ακραία παραβίαση του Συντάγματος, παρακολουθούσε μέλη της ίδιας του της κυβέρνησης, αρχηγούς των Ενόπλων Δυνάμεων και αμέτρητο πλήθος άλλων ως Αλβανία του Χότζα.
Αν όμως εκείνοι συνιστούσαν απειλή για την εθνική ασφάλεια, τότε ένας πρωθυπουργός που αυτά συνέβησαν κυριολεκτικά υπό τη σκέπη του τι επιπέδου κίνδυνο συνιστά ακόμα και σήμερα για το πολίτευμα και τη χώρα; Άλλωστε και στο δεύτερο σκέλος η απάντηση εξελίσσεται πλέον δραματικά στα ελληνικοτουρκικά.
Υπάρχει όμως και δεύτερη εξίσου σοβαρή διάσταση: δεν παρέμεινε μόνο έργο της κυβέρνησης. Κατέστησε συνένοχο και τη Βουλή. Έτσι δεν άφησε τίποτα να θυμίζει καν από μακριά ότι η Ελλάδα παραμένει χώρα με Σύνταγμα που ορίζει ως πολίτευμα τη δημοκρατία.
Ο ιταμός ρόλος της Βουλής, δηλαδή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που στηρίζει την κυβέρνηση, στο ξέπλυμα και το σκέπασμα των υποκλοπών συνιστά την πιο μαύρη σελίδα της σύγχρονης ιστορίας της – και με τον όρο «σύγχρονης» επίσης πηγαίνει κανείς πάλι πίσω και από τη Μεταπολίτευση. Και, βεβαίως, η δεύτερη αυτή εκτροπή δεν έμεινε άνευ ανταμοιβής.
Έρχεται όμως σήμερα, ευτυχώς για τη δημοκρατία, ο τρίτος πυλώνας του πολιτεύματος, η Δικαιοσύνη, και, μάλιστα, όχι στο επίπεδο στο οποίο θα όφειλε να είχε ενεργήσει από την πρώτη στιγμή καθώς και εκείνη στα υψηλά της κλιμάκια ακολούθησε τον ίδιο δρόμο και επιχειρεί να περισώσει την ουσία και την τιμή μιας από κάθε πλευρά προδομένης, εν τέλει ψευδεπίγραφης πολιτείας. Γι’ αυτό γράφει ιστορία.