• Αργυράδες - Κέρκυρας
  • Thursday , Feb 1 , 2018

Πολιτισμος

Το γάρμπο

November 21, 2020 223

 

 

Το τραγούδι των Πινιατόρων «Το Γάρμπο» Κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα, σαν μελωδία και ήταν το τραγούδι των Πινιατόρων,δηλαδή των ανθρώπων της πιάτσας(Πίνια:Κεντρικό σημείο της Κέρκυρας,στην διασταύρωση Νικηφόρου Θεοτόκη και Φιλαρμονικής,όπου ακόμα κρέμεται η μεταλλική κουκουνάρα.Ονομάστηκε έτσι,από την Ενετική λέξη Pigna που σημαίνει κουκουνάρα).Το ποίημα αυτό φέρεται να γράφτηκε γύρω στα 1950 από τον Απόστολο Ρουβά.

 

Γι αυτό το διαμαντάκι της λαογραφικής κληρονομιάς του νησιού μας πληροφορήθηκα από ένα καλό φίλο και το αναζήτησα στο διαδίκτυο.Όταν το ανακάλυψα διασκέδασα τόσο,ώστε θεώρησα ότι πρέπει να το δημοσιεύσω και για τη δική σας διασκέδαση και πληροφόρηση.Επίσης προσπάθησα να μεταφράσω όση ντοπιολαλιά βρήκα στο Κερκυραϊκό λεξικό αλλά  με πολλές ελλείψεις.Θέλω να επισημάνω ότι όλες σχεδόν οι άγνωστες λέξεις προέρχονται από την Ιταλική γλώσσα αφού,όπως γνωρίζουμε,η Κέρκυρα από το1386 εως το1797μ.Χ ήταν Ενετοκρατούμενη.

 

Σε αυτούς που ήδη το γνωρίζουν αλλά και σε αυτούς που το αγνοούσαν τους εύχομαι καλή διασκέδαση

 

Από την Πίνια αρέντεψα να πάω στὴ Γαρίτσα

 Και μια κοπέλα απάντησα με μια φιοράδα τρίτσα.

Στο μούτρο τση είχε πόρβερη(πούδρα) και ένα σωρὸ σπερλέτο

 Τριζάτο σοντοκόντολο(βαμβακερό μεσοφόρι) και βίμολο σκερτσέτο.

Αρεντεύω λοιπόν και περνάω το Λιστόν και την πιάνω κοντά στου Μπηγότα

Και τση λέω «Έλα μια» και μου λέει «Άμα τζα» εις τα πρώτα που τση κάμα μότα(πειράγματα)

 Στο ρακόντο τση αυτή μου 'χε πει παναπεί αρτεράδα η καψερὴ

 Που ο Τάτα τση είχε μπατέλο(μικρό πλοιάριο) κι' ήταν από το Καμπιέλο.

Ινσόμα χωριστήκαμε και μούπε αριβεντέρλο
κι απένα νότε αρίβαρε με βέστα(φόρεμα ) όλο μέρλο(γαρνίρισμα)
Αλαμπρατσάντε φτάκαμε όξω από το Μποσκέτο
τση χάιδεψα το πέτο τση μέσα από το κορπέτο.
Αγριεύει αυτή, φαστιντιάδα(σκοτούρα) πολύ,
και μου δίνει η μπαρόνα μία μπούφα
και το κότολο(φόρεμα) εγώ το ασκώνω όπου βρω
μέσα σ’ όλη αυτή τη μπαρούφα
Με αμπώνει αυτή αρτεράδα πολύ και φωνάζει παναπεί
“να σε φάει φάουσα(γάγγραινα) και μαύρο γαρμπούνι”
και φεύγει από ’να καντούνι.
Δεν ήμουνα μπαρόντσολο να δέχομαι κομφρόντα
ούτε κανένα ρόνκολο για τέτοια μπαραόντα,
μα τ’ ατσιντέντε γίνηκε γιατ’ ήμουνα φουριόζος,
χωρίς με το ρεντίκολο να είμαι και μορόζος(αγαπητικός)
Καθώς επασαγιάριζα(περνούσα) τη βλέπω μετζογιόρνο(μεσημέρι)

μπρὸς την Αντιβουνιώτισσα σε ένα στενό κοντόρνο(περίβολο)

δελέγκου(αμέσως) ενευρίκιασα  με πιάκαν οι διαόλοι

Κι' αυτή μ' αγριοκοίταξε με μάτια σα μπομπόλοι(σαλιγκάρια).

Αρεντεύει λοιπόν και περνάει το Λιστόν και την πιάνω μπρος του Κονταρίδη

Βροντολάρισα εγώ και τση λέω ένα σωρό ριτσαγιάρισε(ανατρίχιασε) τότσο και κείνη

Πάμε στην αγκωνή(γωνία) με αφάνο φωνή και μιλούμε παναπεί

 Και μου ορκίζεται αγάπη στον Άγιο και γω κάνω κουράγιο.

 Να κι' αριβάρει ο τάτα τση μπροστά μας σαν το Χάρο

 Με μία γιακέτα βρώμικη και μάκες(λεκέδες) στο ταμπάρο(παλτό).

Φουντώσαν τα μουστάκια του τα γκρίζα του μουστάκια

 Σα δύο αγριοφρόκαλα, σα πόντες(βελόνες) απ αστάκια(στάχυα).

Τρώω σιλικουθτιὲς(σκαμπίλια) στο κεφάλι πολλὲς και μ' ασκώνονται τρεις κουκουμίδες(καρούμπαλα)

Κι' αυτή μού ' λεγε τζα κι'όλο τζα κι αματζὰ, και με μότα μου έδιν' ελπίδες.

 Και σε λίγο γαμπρός και αυτός πεθερὸς, τι να κάμ' ο καψερός,

 Το θυμάμαι και με πιάνουν φουμάδες(εξάψεις),βούκινο τσι Σπιανάδες.

Για προίκα η μάμα τσή 'δωκε βαντάκα(μπόγος) με τσεργούλια(παλιόπανα),

Το μαζενὶ(μύλος καφέ), το μπρουστουλὶ(καβουρντιστήρι)και πήλινα τσαγκούλια(δοχεία νυκτός),

 Κι' ο τάτας μετά θάνατο μού γράφει το μπατέλο

 Και δέχτηκα να μείνουμε μαζί του στο Καμπιέλο.

 Και την έπαθα τζα παναπεί μια χαρά, σ' ένα σπίτι με δίχως κουντούτο(υπόνομος)

Και στην τάβλα μαζί και πουλέντα γραμμὴ, δίχως λάδι και δίχως ντιστρούτο.

 Καμιά νόσπολα(μούσμουλο)'δω,καμιά τζίντζολα(τζίτζιφο)'κει,δύο μπουρντούνια(λουκάνικα)στο χαρτὶ,

και αυτά είν’ όλα τση τάβλας τα ψώνια απ’αυτά τα καμπιόνια(πρότυπα ήθους).

Δεν ήμουνα και κόνσολας και κόντες άρτο ράνκο,
μα ινσόμα(συνολικά)εις το σπίτι μου μπουρδέτο είχα και μπιάνκο,
κάν’ αυγουλάκι μπροεντίν, πορπέτες και σαλάδο,
μανέστρα κολοπίμπιρι και σούγο σοφρεγάδο(σάλτσα τηγανιτή).
Τώρα τάχασ’ αυτά κι όλο πετεγογιά,
μ’ έχουνε στου κουτσού την αρέντα,
και βουρδούγιο(ρεζίλι)από δω και μπιστιού(πίστωση)από κει,
άδεια η μπούρσα(τσέπη)και δίχως μαρέντα.
Σα βουρλίτας ξυπνώ και βραδυές ξαγρυπνώ.
και πληρώνω ακριβά αυτό το γάρμπο(φλερτ)μ’ αυτή τη . . . Γκρέτα Γκάρμπο.
Εγίνηκα σφαλαγκωνιά(ιστός αράχνης)κι αυτή είναι σα τη βάκα
κι αυτό το κούχτιο η μάνα τση είναι σαν αβαντάκα.
Εφάγαν τη φαβέλα τσου και κάνουνε γκιορνάδες(μεροκάματα)
με τα πετεγολέτσα(κοτσομπολιά)τσου μ’ όλες τση φιλονάδες.
Στη φανέστρα μαζί και ποντούρες γραμμή με τον κόντε και καθ’ ένα αφέντη,
μπαραόντες εδώ, μπαρουφέτες εκεί στο καντούνι με τον κοπραβέντη(έμπορος).
Το ρακόντο μ’ αυτή σα σκεφτώ παναπεί μου ραγίζετ’ η ψυχή
και σκευάζω ένα σάλτο να κάνω στον τελέγραφο απάνω.

 

   Επιμέλεια: Ελένης Καββαδία(σύζυγος Ανδρέα Παπασπύρου)

 

ΠΗΓΗ: Η Φωνή των Αργυραδιτών, αρ. φ.148, Αυγ. - Οκτ. 2018

Καββαδίας

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Calendar

« December 2020 »
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
  1 2 3 4 5 6
7 8 9 10 11 12 13
14 15 16 17 18 19 20
21 22 23 24 25 26 27
28 29 30 31      

Argyrades - News

argyrades.gr

Σελίδες για τη ζωή, την ιστορία, τον πολιτισμό, στην Κέρκυρα. Με κριτική ματιά στην επικαιρότητα.

drepani.gr

Μια από τις ονομασίες με τις οποίες ήταν γνωστή η Κέρκυρα στην αρχαιότητα ήταν και η Δρεπάνη. Όνομα που χρησιμοποιήθηκε λόγω του σχήματός της. Η Δρεπάνη ταυτίζεται με το όπλο με το οποίο ο Κρόνος σκότωσε τον πατέρα του τον Ουρανό.

logo

© 2018 Your Company. All Rights Reserved. Designed By Your Company

Search