• Αργυράδες - Κέρκυρας
  • Thursday , Feb 1 , 2018

Πολιτισμος

Το έξυπνο πουλί – Διήγημα του Κώστα Γ. Καλούδη

February 28, 2021 365

Το έξυπνο πουλί

Διήγημα του Κώστα Γ. Καλούδη

 

Η κυρία Κάτια είχε μάθει από μικρή να το παίζει δασκάλα. Έξυπνη ήταν, περισσότερο από όσο έπρεπε. Πρώτη στα γράμματα, πρώτη στο νοικοκυριό αλλά πρώτη και στη γλώσσα. Η γιαγιά της που τη μεγάλωνε, επειδή οι γονείς της είχαν χωρίσει, και βρέθηκαν μακριά από τη Κέρκυρα, καμάρωνε πως η εγγονή της δεν είχε την ίδια τύχη με κείνη, που δεν τολμούσε ούτε να σηκώσει τα μάτια της πάνω στον πατέρα της. Από τότε είχαν αλλάξει τα χρόνια. Τα κορίτσια πλέον σπούδαζαν και ανταγωνίζονταν τα αγόρια επάξια. Όχι μόνο δεν ήταν υποδεέστερα από αυτά, αλλά δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που τα ξεπερνούσαν στην εξυπνάδα. Αυτό απόδειξε η Κάτια, ένα πανέμορφο κορίτσι χωρισμένων γονιών.

Όλες τις τάξεις στο σχολείο τις πέρασε με άριστα. Αν κάποιος ή κάποια την περνούσε έστω και ένα εκατοστό τον θεωρούσε αντίπαλο. Στις πανελλήνιες ένας συμμαθητής της, της έκλεψε την πρωτιά από ένα εκατοστό. Αυτό δεν του το συγχώρησε. Δεν υπήρχε εύκολος τρόπος να τον εκδικηθεί, αλλά είχε καταλάβει πως ήταν μαζί της τσιμπημένος. Έως τότε το τελευταίο που την ενδιέφερε ήταν ο έρωτας. Έλα όμως που κανείς δεν ξεφεύγει από τα νύχια του…

Ήταν καλοκαίρι όταν μια μέρα ανταμώθηκαν τυχαία στη παραλία με τον Ανδρέα. Ήταν μάλλον σκηνοθετημένο από τη Χρυσάνθη, τη ξαδέλφη της. Εκείνη ήταν με τον φίλο της τον Παντελή και είχαν φέρει μαζί και το Ανδρέα, το νεαρό που είχε πάρει την πρωτιά από τη Κάτια. Εκείνη δεν είχε πρόβλημα με τα αγόρια και θεωρούσε πως είχε υποχρέωση απέναντι στην Κάτια που έδειχνε να τα φοβάται.

Αφού χαιρετήθηκαν εκείνη με το Παντελή βούτηξαν στα νερά και άρχισαν να κυνηγιούνται και να φιλιούνται. Ο Ανδρέας πλησίασε και τη χαιρέτησε. Έπειτα τη ρώτησε αν είχε ώρα εκεί. Του είπε.

-Έρχομαι τα περισσότερα μεσημέρια. Μένει η γιαγιά στο κατάστημα.

-Για αυτό έχετε αυτό το θαυμάσιο χρώμα. Σας ζηλεύω.

-Ευχαριστώ.

Άνοιξαν κουβέντα για τους τουρίστες για τις δουλειές και διάφορα άλλα.

-Έχω μάθει πως προωθείτε τα προϊόντα του τόπου και θέλω να σας συγχαρώ. Πως δύσκολα θα βρεις πιο αγνά και πιο νόστιμα πουθενά.

-Αυτό είναι αλήθεια.

Της πρότεινε αν ήθελε να πάνε να βουτήξουν. Τις άρεσε η ιδέα, αλλά δεν ήθελε να το δείξει.

-Μέχρι τώρα ήμουν μέσα.

Θα τις άρεσε της Κάτιας να μπορούσε να κάνει τα ίδια με τον Ανδρέα με ναυτά που έκανε η Χρυσάνθη με το Παντελή και η κάθε Χρυσάνθη και ο κάθε Παντελής. Αλλά αυτό αποφάσισε να το κρατήσει για τον εαυτό της. Της είχε κάνει εντύπωση ο τρόπος που της μιλούσε. Της είπε ότι είχε πετύχει στη Νομική. Του είπε και εκείνη πως είχε πετύχει στην Πάτρα στο τμήμα, Διοίκησης και Επιχειρήσεων επειδή έβλεπε πως το μέλλον προς τα εκεί έδειχνε.

Από τότε πέρασαν κάποιες μέρες όταν βρέθηκαν για άλλη μια φορά στη παραλία. Τούτη τη φορά οι δύο τους. Είχε και ο Ανδρέας ίδια λόξα με εκείνη. Ενώ αγαπιούνταν ήταν και οι δύο τόσο εγωιστές που προτιμούσαν να παιδεύονται, από το να κινδυνέψει να ταπεινωθεί ο ένας από τον άλλον. . Ίσως η Κάτια είχε επηρεαστεί από τη γιαγιά της που την είχε ποτίσει αντιπάθεια ενάντια στους άντρες επειδή ο πατέρας της χώρισε τη μαμά. Ας έφταιγε άλλο τόσο και εκείνη.

Πέρασε ο καιρός και είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές τους και ούτε ένα χαμόγελο δεν είχαν ανταλλάξει λες και ζούσαν στον περασμένο αιώνα… Ακόμη ως τόσο δεν είχε σβήσει μέσα τους το ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο.

Ό Ανδρέας έστειλε προξενιά στην Κάτια με τη ξαδέλφη της τη Χρυσάνθη, αφού πρώτα βολιδοσκόπησε την κατάσταση. Περισσότερο για να απαλλαχτεί από την ιδέα που του είχε κολλήσει στο μυαλό πως η Κάτια κατά βάθος τον αγαπούσε. Έπρεπε κάποια στιγμή να απελευθερωθεί από αυτή την ιδέα που τον είχε σκλαβώσει.

Από τότε που την ερωτεύτηκε άλλο κορίτσι δεν χωρούσε στη καρδιά του όσο κι αν η Κάτια δεν τον άφηνε ούτε να την αγγίξει. Από την άλλη όμως προβληματιζόταν με τι είδος χαρακτήρα είχε αποφασίσει να δεσμεύσει τη ζωή του. Θα χαιρόταν ως τόσο να μάθει πως η Κάτια ήταν αυτός ο ηθικός χαρακτήρας που έδειχνε. Δύσκολο να το πιστέψει κανείς στον καιρό που όλα αυτά θεωρούταν οπισθοδρόμηση.

Άρχισαν να ανταμώνονται όλο και ποιο συχνά στη παραλία, ο καθένας κάτω από τη δική του ομπρέλα.

Κάποιο απόγευμα του ζήτησε να ξαπλώσει δίπλα της. Παραξενεύτηκε, αλλά άλλο που δεν ήθελε. Ένιωθε πως είχε στα χέρια του ένα θησαυρό που ποτέ δεν ήξερε το πόσο άξιζε, επειδή ήταν επτασφράγιστος. Το άρωμα που φορούσε τον έκανε να υποψιαστεί πως κάτι του ετοίμαζε.

Αφού βούτηξαν βγήκαν και ξάπλωσαν πάνω στις πετσέτες τους. Έπειτα από λίγο το χέρι της Κάτιας ακουμπάει το δικό του. Μεμιάς ένιωσε σαν να πέρασε ηλεκτρισμός από μέσα του. Την αγκαλιάζει και τη τραβάει πάνω του. Έψαξε για τα χείλη της και τα βρήκε να τον περιμένουν αλλά αμέσως μετά η Κάτια σηκώθηκε και βούτηξε στα νερά σαν να ήθελε να διώξει από πάνω της το ερωτικό φορτίο. Αφού είχε απομακρυνθεί γύρω στα δέκα μέτρα, γύρισε και φώναξε.

-Θέλω να παντρευτούμε!,

Αμέσως ο Ανδρέας πετάχτηκε επάνω.

-Πότε;

-Αύριο!... Σήμερα!.

Μεγαλύτερη χαρά, από εκείνη που ένιωσε εκείνη τη στιγμή, δεν είχε πάρει ποτέ στη ζωή του. Βούτηξε στα νερά και με απίστευτη ταχύτητα κολύμπησε προς το μέρος της. Η Κάτια ανοίχτηκε προς τα βαθιά αλλά ο Ανδρέας την έφτασε κα την άρπαξε στην αγκαλιά του . Έφερε τα χείλη του στα δικά της και η Κάτια έκανε το ίδιο.

Θα μπορούσαν μιας που είχε ήδη καθιερωθεί ο πολιτικός γάμος να παντρευτούν μέσα λίγες μέρες, αλλά η δεσποινίς Κάτια ήταν παλαιών αρχών. Ήθελε εκκλησιαστικό γάμο.

Έτσι και έγινε. Στην Αγία Τριάδα ο γάμος… Μεγάλο το γλέντι… Όλα μέλι γάλα για κάποιο διάστημα. Ως που ήρθε ο διάδοχος. Πλέον δύο ήταν η αγάπες στη ζωή της κυρίας Κάτιας. Ο γιος της και η πετυχημένη τουριστική επιχείρησή της, η οποία της απόδιδε, τον ένα και μόνο μήνα τόσα, όσα έβγαζε ο Ανδρέας όλο το χρόνο, που ήταν δικηγόρος. Μήπως είχε παντρευτεί για να αποκτήσει άντρα; Να αποκτήσει παιδί ήθελε.

Προεπισκόπηση εικόνας

Τον περισσότερο χρόνο τον περνούσαν ανταγωνιζόμενοι, το ποιος θα κερδίσει την καρδιά του μοναχογιού τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη πως τον πλήγωναν. Τον λόγο που είχε πέσει τόσο χαμηλά ο Ανδρέας απέναντι στον ρόλο του πατέρα δεν τον γνώριζε.

Τώρα πλέον είχαν περάσει τα χρόνια και ο γιος που απόχτησαν ήταν δεκαέξι χρονών. Θα μπορούσε και να ψηφίσει, αλλά και να αποκτήσει μηχανή… Το πρόβλημα ήταν, τι μηχανή; Ο νεαρός είχε μοιάσει περισσότερο στη μαμά του από ό,τι στον μπαμπά που ήταν πιο μετρημένος.

Γρήγορη. Την πιο γρήγορη. Τέτοια μηχανή ήθελε αλλιώς τίποτε.

Το τίποτε θα ήταν πιο λογικό, επέμενε ο πατέρας του. Αλλά γιατί να του περάσει; Μήπως είχε περάσει η γνώμη του σε τόσα άλλα θέματα; Μεγάλος καυγάς ξέσπασε στο σπίτι. Στο τέλος έγινε εκείνο που ήθελε η μαμά και ο γιός.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο Σάκης έφτασε να γίνει αρχηγός από μια παρέα μηχανόβιων μόνο και μόνο, επειδή κάθε φορά που έπαιρνε το παχύ χαρτζιλίκι από τη μαμά πλήρωνε για τη βενζίνη σε όσους από τη παρέα δεν περίσσευαν τα χρήματα…

Το ένα φέρνει το άλλο και ο φόβος του πατέρα βγήκε αληθινός. Σε μια στροφή βρέθηκε έξω από το δρόμο ο κύριος Σάκης, μαζί με τη μηχανή του. Ευτυχώς που το κακό ξεθύμανε πάνω στη μηχανή. Έπειτα από λίγο καιρό περπατούσε ξανά χωρίς πατερίτσες…

Έπειτα από κάποιους μήνες στα γενέθλια του που θα γινόταν δεκαοχτώ, τον ρώτησε η μαμά του, Μπροστά ήταν και ο μπαμπάς.

-Όποτε θελήσεις Σάκη μου, να μου πεις να σου πάρω μια καινούργια μηχανή. Δεν πρέπει ποτέ να δειλιάζεις με την παραμικρή αναποδιά. Δεν πρέπει να φοβάσαι τη ζωή. Μόνο δεν θα τρέχεις στο εξής. Ο Ανδρέας απορούσε για την απερισκεψία της.

Η Κάτια, κατά τη γνώμη της είχε το αλάνθαστο. Ούτε ο γιός της που έπαιρνε τους δρόμους με τους φίλους του με την καινούργια μηχανή και γύριζε μεσάνυχτα έκανε λάθος. Με τα λάθη τους μαθαίνουν τα παιδιά, είχε να πει.

Δεν ήξερε η κυρία Κάτια και ούτε ρώτησε που ο Σάκης είχε γίνει αρχηγός μιας ομάδας νεαρών, με πειραγμένες εξατμίσεις και γύριζαν πάνω κάτω όλο το παλιό χωριό, ανάμεσα στα στενά δρομάκια και τρέλαιναν τον κόσμο. Το σπορ που είχαν ανακαλύψει ήταν κάτι που δεν άντεχαν οι παλαιότερες γενιές. Αλλά άλλο από καμιά βρισιά ή κατάρα δεν εκτόξευαν. Ωστόσο είχε μείνει μια γειτονιά που δεν πλησίαζαν. Έναν δεν τολμούσαν να πειράξουν και αυτό επειδή είχε τη φήμη πως δεν χάριζε σε κανέναν.

Είτε από τσαμπουκά, είτε από ανεμυαλιά, ένα απόγευμα, αφού περιόδεψαν όλο το χωριό έφτασαν και στη γειτονιά του ανθρώπου εκείνου, για να τον χαιρετήσουν με τον τρόπο τους… Αφού άρχισαν να σκούζουν και να καλούν σε βοήθεια, για κάποια λεπτά, πως κάτι κακό είχε γίνει, έπειτα έβαλαν τις μηχανές να σκούξουν και δεν έφευγαν, αν δεν έβλεπαν το αποτέλεσμα…

Δεν άργησε να φανεί… Στα χέρια κρατούσε καραμπίνα και για να τους προειδοποιήσει, έριξε τρεις ντουφεκιές στο αέρα κάτι που δεν τους φόβισε για να τους κάνει να φύγουν. Γέμισε ξανά και σημάδεψε κατά πάνω τους. Τους έβαλε τις φωνές. Της μάνας σας να πάτε να τα κάνετε αυτά… Όλα τα παιδιά εξαφανίστηκαν. Ο Σάκης όχι. Το γιατί δεν το ήξερε εκείνη τη στιγμή…

-Ορέ! Γιατί εσύ δε φεύγεις; Τσακίσου φύγε αμέσως!, είπε και έστρεψε το όπλο κατά πάνω του. Πάλι δεν έφυγε ο Σάκης. Δεν ήταν πως δε φοβόταν… Ήταν ο εγωισμός που τον έκανε. Είχε μοιάσει της μαμάς;… Τελικά ο πιστολέρο γύρισε και έφυγε βρίζοντας.

Όλα τα έμαθε η Κάτια από μια μάνα ενός από την παρέα. Αυτό που ένιωσε ήταν οργή. Ως τότε η κυρία Κάτια δεν είχε πιστέψει πως η κακιά ώρα θα τολμούσε να τα βάλει μαζί της.

Μήνυση κατευθείαν στο πιστολέρο. Η μέρα της δίκης δεν άργησε να έρθει.

Όσο κι αν πλήρωσε τον καλύτερο δικηγόρο της πόλης δεν την κέρδισε. Ο δήθεν καλύτερος δικηγόρος, δεν μπόρεσε να τα βγάλει πέρα, με εκατό και πλέον μάρτυρες που πήγαν με το μέρος του πιστολέρο. Το έκαναν επειδή ήταν και εκείνοι θύματα του πολέμου που είχε ξεσηκώσει η νεολαία εναντίον τους.

Ηρέμησαν για κάποιο διάστημα , αλλά δεν άργησαν να ξαναρχίσουν τα ίδια.

Ειδικά τα σαββατοκύριακα τα καλοκαίρια που έρχονταν, οι παρέες τους από την πόλη. Πέρα από το χωριό την εύρισκαν και στον Άι Γιώργη. Αυτό γινόταν αργά το βράδυ που ο παραλιακός δρόμος άδειαζε από κόσμο. Ανάμεσά τους, ο κάθε Σάκης και ο κάθε Γιαννάκης . Έπειτα γύριζαν σπίτι και κοιμόταν μέχρι την άλλη μέρα το μεσημέρι. Ως που κάποιο βράδυ τους έκανε μπλοκ η αστυνομία και πήρε από όλους τις πινακίδες.

Προεπισκόπηση εικόνας

Μέχρι εδώ ήταν η αντοχή του πατέρα του Σάκη. Πήρε την απόφαση να ενεργήσει για να βάλει ένα τέλος σε τούτη την τρέλα που κατοικούσε μέσα στο σπίτι του Το μόνο όπλο που είχε στη διάθεσή του ήταν να κάνει τη Κάτια να ζηλέψει. Θα μπορούσε να της ζητήσει διαζύγιο, όπως είχε ζητήσει εκείνη τόσες φορές, αλλά δεν ήθελε να πληγώσει το Σάκη.

Με τη Χρυσάνθη και τον Παντελή η οικογένεια της Κάτιας είχε συγγενικούς δεσμούς. Ο Ανδρέας είχε βοηθήσει τον Παντελή και τη Χρυσάνθη πολλές φορές. ‘Έτσι δεν είχε πρόβλημα να τους εμπιστευτεί την απόφασή του. Εκείνοι έθεσαν τον εαυτό τους στη διάθεση του, επειδή έβλεπαν πως ο γάμος του δε θα κρατούσε για πολύ. Βέβαια εδώ ήταν δίκοπο το μαχαίρι… Ήταν να μη σε κοιτάξει κατευθείαν στα μάτια η Χρυσάνθη, αν ήσουν άντρας. Εκείνα τα διαμάντια γύρω από τις μαύρες κόρες σε μάγευαν.

-Θέλω από σένα και τη Χρυσάνθη, είπε στο Παντελή να με βοηθήσετε μήπως και συνεφέρω τη Κάτια, επειδή δεν πάει άλλο.

-Θα κάνω ότι μου ζητήσεις και θα πείσω και τη Χρυσάνθη να βοηθήσει…

-Χρειάζεται και εκείνη σαν δόλωμα.

- Κατάλαβα. Τη θέλεις να ζηλέψει…

-Ακριβώς. Ό, τι κάνει το κάνει, επειδή δεν της έχει περάσει ποτέ από το νου πως κάποια στιγμή θα της ζητήσω εγώ διαζύγιο… Αν ανέχομαι όλη τούτη τη κατάσταση είναι επειδή δε θέλω το παιδί μου να πληγώνεται. Ας κάνει το σκληρό. Κατά βάθος είναι πολύ ευαίσθητο.

-Πες μου τι θέλεις και θα γίνει.

-Θέλω να βγω με τη Χρυσάνθη μια βόλτα μαζί και εσύ να τηλεφωνήσεις στην Κάτια και να τη ρωτήσεις αν είχαμε πάει από εκεί. Πως τάχα μας είχες δει εδώ και ώρα μαζί στο αυτοκίνητο και πως δεν απαντάμε στο τηλέφωνο…

Άλλο που δεν ήθελε ο Παντελής να παίξει παιγνίδι. Όλο παιγνίδια ήταν η ζωή του. Ακόμη και στο Καζίνο… Πολλές φορές τον είχε ξελασπώσει ο Ανδρέας. Τώρα είχε εκείνος να τον βγάλει από ένα δίλλημα.

Με το πρώτο η κυρία Κάτια τσίμπησε.

-Καλησπέρα Κάτια…

-Καλησπέρα Παντελή.

-Μήπως είναι εκεί η γυναίκα μου;

-Όχι γιατί; Θα έπρεπε;

-Ρωτάω επειδή την είδα με τον Ανδρέα στο αυτοκίνητο του και νόμισα πως μπορεί να είχε έρθει να σε επισκεφτεί…

Όταν το βράδυ επίτηδες, ο Ανδρέας, γύρισε αργά στο σπίτι, η Κάτια τον περίμενε στο σαλόνι και αφού σηκώθηκε και τον πλησίασε, ξεσπάθωσε.

-Μπορείς να μου πεις που ήσουν μέχρι τώρα;

-Ήμουν με κάποιους πελάτες. Πειράζει;

-Πελάτες; Ή με γκόμενα; Αν τύχει και στο κρεβάτι μαζί…

-Δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι αυτά που σου περνάνε από το μυαλό.

-Βγάλε με και τρελή τώρα.

-Για πιο λόγο;

-Εσύ ξέρεις!

Κάπου εκεί παρουσιάστηκε και ο Σάκης. Το τελευταίο καιρό μετά εκείνο το επεισόδιο με τον πιστολέρο κάτι είχε αλλάξει μέσα του.

-Αρχίσατε πάλι;. Έχω πανελλήνιες σε λίγο καιρό και εσείς δεν με αφήνετε να διαβάσω…

-Να τα πεις στον κύριο από εδώ.

-Το λέω και στους δύο. Θέλω να διαβάσω!, απαίτησε.

Το σχέδιο που είχε καταστρώσει ο Ανδρέας έδειξε πως πήγε καλά. Τώρα έμενε το δεύτερο σκέλος, αλλά θα περίμενε λίγο ως που να έρθει το καλοκαίρι για να έχει τελειώσει ο Σάκης τις εξετάσεις, .

Σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν αν έπρεπε να ολοκληρώσει αυτό το επικίνδυνο παιγνίδι που τον ήθελε να βρεθεί στη παραλία μαζί με τη Χρυσάνθη, ξαπλωμένοι ο ένας πλάι στον άλλον με πιασμένα τα χέρια. Πριν το αποφασίσει, κάλεσε τον γιό του, που όλο αυτό τον καιρό είχε πέσει σε

μελαγχολία, έστω κι αν είχε περάσει με καλό βαθμό στη σχολή που ήθελε. Θα γινόταν και εκείνος δικηγόρος όπως ο πατέρας του και ας μη συμφωνούσε η μαμά του.

-Θέλω να καθίσεις να κουβεντιάσουμε σαν άντρες.

-Ακούω μπαμπά.

Ήταν η πρώτη φορά ίσως που θα συζητούσαν σοβαρά πατέρας και γιος για ένα θέμα που αφορούσε και τους τρεις τους στην οικογένεια.

-Θέλω να σου μιλήσω και θέλω να με πιστέψεις σε ότι σου πω…

-Πες μου.

- Όλα αυτά που έχουν συμβεί τον τελευταίο καιρό δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Είναι ένα παραμύθι που παίξαμε, εγώ η Χρυσάνθη και ο Παντελής, στη μαμά σου, μήπως και τη συνεφέρουμε… Από τον καιρό που γεννήθηκες, εμένα με έχει κάνει πέρα… Αυτό με πειράζει, αλλά αυτό που δεν θέλω είναι να συνεχίσεις να μεγαλώνεις εσύ, σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Όλα αυτές οι συγκρούσεις μεταξύ των γονέων γεννούν προβλήματα στη ψυχή ενός παιδιού και πληρώνει χωρίς να φταίει.

-Το ξέρω μπαμπά. Η μαμά θέλει να σε χωρίσει στα αλήθεια και εμένα δεν μου αρέσει αυτό.

-Αν πράγματι το εννοείς θέλω τη βοήθειά σου για να προσπαθήσουμε μαζί να την κάνουμε να καταλάβει πως αυτά είναι επικίνδυνα παιγνίδια… Αν δεν ήσουν εσύ τέτοια ώρα θα είχαμε χωρίσει από την πρώτη φορά που το είχε ζητήσει. Για σένα τα υπομένω όλα.

-Πες μου. Τι θέλεις να κάνω;

-Εσύ είσαι το καλύτερο μου χαρτί… Αν η μαμά σου, σου πήρε μηχανή για τα γενέθλιά σου, όταν έκλεισες δεκαέξι, εγώ θα σου δώσω τα χρήματα να πάρεις αυτοκίνητο, όταν κλείσεις τα εικοσιένα. Εσύ το ξέρεις, αν σου έχω πει ποτέ ψέματα.

-Το ξέρω μπαμπά. Αλλά Δεν θέλω τίποτε. Εκείνο που θέλω από εσάς είναι να είσαστε φίλοι.

-Αν το θέλεις, πρέπει να με βοηθήσεις.

-Το θέλω μπαμπά. Πες μου.

-Θυμάσαι πως έκανε, όταν τηλεφώνησε ο Παντελής και τη ρώτησε αν είχε περάσει η Χρυσάνθη από το σπίτι, πως μας είχε δει μαζί στο αυτοκίνητο…

-Και βέβαια το Θυμάμαι.

-Τώρα το πλάνο θέλει εσένα στη θέση του Παντελή…

-Ακούω., απάντησε χωρίς να το σκεφτεί.

Του είπε ακριβώς τι χρειαζόταν να κάνει και ο Σάκης συμφώνησε.

-Θα το κάνω μπαμπά. Στο υπόσχομαι. Εγώ σας αγαπάω και τους δύο. Το υποσχέθηκε στο μπαμπά του ο Σάκης και το έκανε.

Έπαιξε το ρόλο που του ανάθεσε σαν να τον ζούσε. Ήταν δύσκολος ρόλος, επειδή τον ήθελε να τηλεφωνήσει στη μαμά του και να της πει, πως ο μπαμπάς ήταν στη παραλία με μια γυναίκα και αν δεν το πίστευε, ας πήγαινε η ίδια να δει. Ήταν δύσκολο αυτό που έπρεπε να κάνει αλλά βρήκε τη δύναμη και το έκανε. Η μαμά του θα έκανε χωρίς τον άντρα της , αλλά χωρίς το γιο της, όχι. Αυτό το χαρτί θα έπαιζε ο Ανδρέας τούτη τη φορά.

Ήταν απόγευμα. Η δύση είχε αρχίσει να κοκκινίζει πάνω από τη θάλασσα. Σε κάποιο σημείο της παραλίας, ο Ανδρέας και η όμορφη Χρυσάνθη μόλις έχουν πάρει το μήνυμα να ετοιμαστούν… Ήταν και οι δύο με τα μαγιό τους σε απομονωμένο σημείο της παραλίας, όταν έπεφτε το σύνθημα

- Ο χωροφύλακας έφυγε…

Δεν ήταν μακριά το τουριστικό κατάστημα που ήταν ένα από τα πιο κερδοφόρα της περιοχής . Η Κάτια με το που έβαλε το ακουστικό κάτω, ενημέρωσε τις δύο υπαλλήλους πως δεν θα αργούσε. Πήρε το δρόμο για το σημείο που της είχε πει ο Σάκης με τα πόδια καθώς δεν ήταν μακριά. Αν το πρώτο τηλεφώνημα, του Παντελή, θα μπορούσε να ήταν φάρσα, δε θα πίστευε ποτέ πως και ο ίδιος της ο γιός θα της έπαιζε παιγνίδι. Αν ήταν αλήθεια, το ίδιο βράδυ θα του ζητούσε να φύγει από το σπίτι.

Τον λόγο που ήθελε τόσο πολύ να τον χωρίσει ήταν ζήτημα αν το ήξερε και η ίδια. Ο Ανδρέας ήταν ήσυχος άνθρωπος και ωραίος.

Η κυρία Κάτια δεν άργησε να βρεθεί πάνω από το σημείο που της είχε πει ο Σάκης. Φωτιά πήρε, όταν είδε τον Ανδρέα με τη ξανθιά θεά ξαπλωμένους ο ένας δίπλα στον άλλο.

Ένιωθε να φουντώνει μέσα της κάθε στιγμή και περισσότερο και μόλις και κατάφερε να συγκρατήσει τον εαυτό της να μην ξεσπάσει σε φωνές. Γύρισε στο τουριστικό κατάστημα και σαν επαγγελματίας που ήταν φόρεσε και το απαιτούμενο χαμόγελο και σχεδόν κατάφερε να καλύψει το ηφαίστειο που έβραζε μέσα της. Η πελατεία την έκανε να ξεχνά. Μιλούσε τρεις γλώσσες, πέρα από την ελληνική που γνώριζε καλύτερα από όλους τους επαγγελματίες της περιοχής, κατά τη γνώμη της. Μόνο που δεν χάρηκε την μεγάλη είσπραξη όπως άλλες φορές. Άλλο ήταν το στοιχείο που την απασχολούσε όχι το χρήμα. Ο σκλάβος της σήκωσε κεφάλι και αυτό δεν θα το επέτρεπε ποτέ.

Προεπισκόπηση εικόνας

Πριν το βραδινό γεύμα κάλεσε πατέρα και γιο να περάσουν στο σαλόνι που είχε κάτι να τους αναγγείλει. Συνήθως ξεσπούσε με το παραμικρό… Τούτη τη φορά το θέμα ήταν βαρύ για να πεταχτεί έτσι στον αέρα.

-Καθίστε, είπε. Έχω κάτι να σας ανακοινώσω.

Ήξεραν και οι δύο, αλλά υπάκουσαν. Αφού έμεινε για λίγο σιωπηλή, είπε με αποφασιστική φωνή.

-Θέλω διαζύγιο.

-Ορίστε;, έκανε ο Ανδρέας.

-Θέλω διαζύγιο και δεν θέλω κουβέντα.

-Για ποιο λόγο;

-Εσύ ξέρεις καλύτερα από όλους. Το λέω και το εννοώ. Ή θα φύγεις ή θα φύγω. Αλλά μια που το σπίτι είναι δικό μου θα φύγεις εσύ…

-Κανένα πρόβλημα, αλλά τι θα γίνει με το παιδί;

-Το παιδί είναι δικό μου.

-Δεν είναι μόνο δικό σου, αλλά είναι και δικό μου. Και δε γίνεται να το χωρίσουμε στα δύο. Και πάλι αν το θέλει εκείνο δε θα φέρω καμία αντίρρηση.

-Και βέβαια το θέλει! Με σένα τι σχέση μπορεί να έχει;

-Αν είμαι ο πατέρας του έχει… Εκτός και δεν είμαι.

Μεμιάς ο Σάκης σηκώνεται από τη θέση του.

-Πάψτε! Εσείς θα με τρελάνετε! Δε θέλω μόνο τον ένα! Σας θέλω και τους δύο!!! Καταλάβετέ το… Δεν τη  θέλω τέτοια ζωή. Σας τη γυρίζω πίσω… Εσύ μαμά με τη γκρίνια σου μέρα νύχτα φταις !

-Ως και εσύ; Το αίμα μου;, έκανε η Κάτια κεραυνόπληκτη. Κι εγώ μαμά! Τον ταπείνωσες τον μπαμπά... Τον είχες σαν δούλο σου και εμένα σα χτήμα σου. Δεν θα σε ακολουθήσω. Ούτε το μπαμπά θα ακολουθήσω… Θα αυτοκτονήσω!! Τη βαρέθηκα τη ζωή μου. Αν την άλλη φορά εγώ δεν έφυγα όταν μας φοβέρισε ο άλλος με το όπλο, ήταν επειδή με είχατε κάνει να μην την αγαπάω.

-Τρελάθηκες!; φώναξε ενώ έδειχνε να νιώθει πως έχανε τη γη κάτω από τα πόδια της.

-Εσείς με τρελάνατε!

Κάνει να φύγει και ο πατέρας του τον προλαβαίνει και τον σταματάει.

-Έλα εδώ… Δε θα φύγεις αν δεν ξεκαθαρίσει ετούτη η κατάσταση.

-Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου…

-Έλα εδώ είπα!

-Όχι δεν έρχομαι!, και αφού ξέφυγε από το κράτημα του πατέρα του, βγήκε.

Ίσως να τον βόλευε έτσι τον Ανδρέα για να πει κάποια πράγματα στην Κάτια που δεν ήθελε να ακούσει ο γιος του.

-Σου αρέσει τώρα; Πήγαινε να τον φέρεις πίσω., είπε ενώ η Κάτια έδειχνε να χάνει τις αισθήσεις της. Κρατούσε το κεφάλι της με τα δύο χέρια σαν κάτι να τη χτύπησε. Πήγε και έπεσε πάνω στο καναπέ και μέσα σε ελάχιστη ώρα είχε λιποθυμήσει.

-Σάκη!, φώναξε. Η μαμά κάτι έπαθε. Τηλεφώνησε αμέσως στο γιατρό!

Ο γιατρός, που δεν άργησε να έρθει μιας και το ιατρείο του ήταν κοντά, χρειάστηκε να της κάνει ηρεμιστική ένεση. Είχε πάθει δυνατό σοκ. Όλη την ώρα ο Ανδρέας και ο Σάκης δίπλα της. Περίμεναν με αγωνία να συνέλθει. Θα είχαν τηλεφωνήσει στο νοσοκομειακό αλλά τους είπε ο γιατρός πως δε χρειαζόταν. Πράγματι έτσι και έγινε. Έπειτα από λίγο επανήλθε.

Σαν άνοιξε τα μάτια της κοίταξε γύρω της και έδειχνε σαν να μην πίστευε σε αυτό που έβλεπε. Γιος και πατέρας από πάνω της να αγωνιούν. Έκανε να χαμογελάσει,  αλλά την πήραν τα κλάματα… Ήταν σαν να είχε επανέλθει σαν ένας άλλος άνθρωπος. Κοίταζε πότε τον Ανδρέα και πότε τον Σάκη. Σήκωσε τα χέρια να τους αγγίξει… Έκανε να μιλήσει, αλλά δεν τα κατάφερε.

Ο Σάκης κοίταξε τον μπαμπά του φοβισμένος. Το ίδιο έκανε και ο Ανδρέας. Ίσως τους πέρασε από το νου μήπως τους έπαιζε θέατρο. Επειδή δεν της άρεσε ποτέ να χάνει.

Έπειτα η Κάτια ξέσπασε σε κλάμα που έδειχνε χαρά…

-Έλα κοντά μου γλυκό μου παιδί… είπε στο Σάκη μόλις συνήλθε και τον αγκάλιασε και έπειτα αμέσως γύρισε τα μάτια τα κλαμένα στον Ανδρέα μου…

Αφού έμειναν για λίγο αγκαλιασμένοι και οι τρεις, ο Σάκης ρώτησε.

-Μαμά γιατί έκλαιγες πριν;

-Νόμιζα πως μου φύγατε και με αφήσατε μόνη…

-Όχι μαμά. Και εγώ και ο μπαμπάς σε αγαπάμε και θέλουμε να σε έχουμε κοντά μας.

-Γύρισε τα μάτια της στον Ανδρέα.

-Συγνώμη Ανδρέα μου. Συγχώρεσε με. Δεν ξέρω πως έχω καταντήσει έτσι.

-Έχεις κουραστεί αγάπη μου., είπε και την χάιδεψε στα μαλλιά.

Αφού έμειναν για λίγο και οι τρεις αγκαλιασμένοι., ό Σάκης είπε.

- Λέγαμε με το μπαμπά, αν το θέλεις κι εσύ, να πάμε ως τα νησιά να ανταμώσουμε και τους φίλους και τους συγγενείς…

-Ναι αγάπη μου.. Θα κάνω ό,τι μου πείτε… Δε θα σας πικράνω ποτέ ξανά.

Αυτό που έπρεπε να γίνει έγινε. Άφησε το τουριστικό κατάστημα στις υπαλλήλους της και έθεσε τον εαυτό της στη διάθεση του άνδρα της και του γιού της. Τη ρώτησαν που ήθελε να πάει και τους είπε, όπου ήθελαν εκείνοι…

Ένα θαύμα φάνηκε πως είχε γίνει. Δεν ήταν πια η παλιά Κάτια. Ήταν η ιδανική μαμά που το κάθε σπίτι δικαιούται να έχει.

Γύρισαν όλα τα Επτάνησα. Αντάμωσαν παλιούς φίλους και μακρινούς συγγενείς και ένιωσαν περήφανοι που ζούσαν σε αυτό τον παράδεισο που λέγεται Ελλάδα.

Κάτι ξέρουν και εκείνοι που λένε πως Αν δεν χάσεις κάτι, δεν καταλαβαίνεις την αξία του. Και είχαν χάσει πολλά και οι τρεις τους όλα αυτά τα χρόνια. Τι κι αν ήταν από τη φύση τους ωραίοι κι αν είχαν όλα τα καλά, όταν τους έλειπε το χαμόγελο; Τον επόμενο χρόνο δεν άνοιξε το τουριστικό κατάστημα. Τα είχε ακυρώσει όλα η Πανδημία, του Κορονοϊού. Αν είχε μείνει κάτι που είχε αληθινή αξία ήταν η αγάπη μεταξύ τους. Ήταν η πρώτη φορά που η Κάτια νοιαζόταν περισσότερο για τους ανθρώπους της από ό,τι για τον πλούτο…

Κ. Γ. Καλούδης

Καββαδίας

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Calendar

« April 2021 »
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
      1 2 3 4
5 6 7 8 9 10 11
12 13 14 15 16 17 18
19 20 21 22 23 24 25
26 27 28 29 30    

Argyrades - News

argyrades.gr

Σελίδες για τη ζωή, την ιστορία, τον πολιτισμό, στην Κέρκυρα. Με κριτική ματιά στην επικαιρότητα.

drepani.gr

Μια από τις ονομασίες με τις οποίες ήταν γνωστή η Κέρκυρα στην αρχαιότητα ήταν και η Δρεπάνη. Όνομα που χρησιμοποιήθηκε λόγω του σχήματός της. Η Δρεπάνη ταυτίζεται με το όπλο με το οποίο ο Κρόνος σκότωσε τον πατέρα του τον Ουρανό.

logo

© 2018 Your Company. All Rights Reserved. Designed By Your Company

Search