03-27-2026 14:31
Επικαιρότητα
- Κατηγορία: Πολιτισμός
Ευριπίδη «Ηλέκτρα», της Μαρίας Δανιήλ
Φωτό: από κατωιταλικό αμφορέα, η συνάντηση του Ορέστη και του Πυλάδη με την Ηλέκτρα
γράφει η Μαρία Δανιήλ
«Ηλέκτρα» του Ευριπίδη
«Δε σου κρατώ κακία, παιδί μου»
Μία από τις σημαντικότερες τραγωδίες του Ευριπίδη. Μ’ αυτήν ο ποιητής συγκρούστηκε με την ιδεολογία και την ηθική τάξη που κυριαρχούσε επί αιώνες πριν απ’ αυτόν και κυριαρχεί για αιώνες μετά απ’ αυτόν.
Η Κλυταιμήστρα είναι ένα από τα πιο εκτεθειμένα, στη συνείδηση των ανθρώπων, πρόσωπα της μυθολογίας. Είναι αυτή που απάτησε και σκότωσε τον άντρα της, τον πατέρα των παιδιών της, τον αρχιστράτηγο της σημαντικότερης πανελλήνιας εκστρατείας των πρώιμων αρχαίων χρόνων. Κι αν κάποιος ρωτούσε «και το γεγονός ότι ο Αγαμέμνονας έσφαξε την Ιφιγένεια;», η απάντηση θα ήταν «μα το έκανε για έναν πανελλήνιο στόχο. Για να ξεκινήσει η εκστρατεία στην Τροία». «Κι ο Ορέστης; Που σκότωσε τη μάνα του;» «Δεν είναι ωραίο πράγμα, βέβαια, να σκοτώνεις τη μάνα σου, αλλά κι αυτή του σκότωσε τον πατέρα».
Κάπως έτσι ήταν τοποθετημένα τα πράγματα στο μυαλό των ανθρώπων την εποχή που δίδασκε ο Ευριπίδης αυτή την τραγωδία, κάπως έτσι είναι και σήμερα. Ο ποιητής, όμως, ασφυκτιά. Γι’ αυτόν, μεγαλύτερο έγκλημα από τη μητροκτονία δεν υπάρχει. Κι αποφασίζει να ανασκευάσει συθέμελα ένα μύθο, που οι σύγχρονοί του θεωρούσαν αποδεκτό.
Η ανασκευή αρχίζει από τον πρόλογο. Η Κλυταιμήστρα δε σκότωσε τον άντρα της, όπως παρουσιάζεται στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου. Σοφίστηκε το φόνο, αλλά το έγκλημα το διέπραξε ο Αίγισθος. Η Ηλέκτρα δε ζει στο παλάτι, όπως τη θέλει ο Αισχύλος κι ο Σοφοκλής1. Ζει σ’ ένα αγροτόσπιτο, μ’ ένα γεωργό. Γιατί ο Αίγισθος φοβόταν μήπως ο Ορέστης ή τα παιδιά που θα έκανε η Ηλέκτρα εκδικηθούν το θάνατο του Αγαμέμνονα και διεκδικήσουν την εξουσία. Ήθελε, λοιπόν, να αφανίσει τα παιδιά του πρώην βασιλιά. Η Κλυταιμήστρα, όμως, κατάφερε να σώσει την κόρη της από τα δολοφονικά του σχέδια. Αυτός τότε την πάντρεψε μ’ ένα γεωργό, γιατί τα παιδιά ενός ασήμαντου πατέρα δεν μπορούν να διεκδικήσουν εξουσία. Τον Ορέστη, που ήταν ακόμη παιδί, τον έσωσε ο παιδαγωγός φυγαδεύοντάς τον στο θείο του, το Στρόφιο, στη Φωκίδα.
Τις πληροφορίες αυτές μας τις δίνει ο γεωργός, ο σύζυγος της Ηλέκτρας. Ένας απλός άνθρωπος του λαού, αγνός και τίμιος, που έχει επίγνωση της κοινωνικής του θέσης, σέβεται τα συναισθήματα μιας γυναίκας που του την έδωσαν παρά τη θέλησή της, αίρεται πάνω από τη μικροψυχία και την κακοβουλία του άρχοντά του και δεν αγγίζει τη γυναίκα του. Ένας άνθρωπος που δε θέλει να εμπλακεί στις δολοπλοκίες των αφεντάδων του και καταθέτει την αλήθεια του όπως αυτός τη νιώθει. Κι η αλήθεια του γεωργού είναι ότι η Κλυταιμήστρα δεν είναι φόνισσα κι ότι κατάφερε να σώσει την κόρη της από το θάνατο. Αυτά, βέβαια, δεν την απαλλάσσουν από την ευθύνη για όσα έχουν συμβεί. Η Κλυταιμήστρα, όμως, του γεωργού είναι πιο ήπια και πιο ανθρώπινη από αυτήν που είχαν στο νου τους οι θεατές του έργου.
Η Ηλέκτρα τού Ευριπίδη δεν έχει χάσει μόνο τον πατέρα της. Έχει χάσει όλα τα μεγαλεία που είχε ως βασιλοπούλα. Πώς να νιώθει άραγε αυτή η γυναίκα; Η απορία λύνεται μόλις παρουσιάζεται η Ηλέκτρα στη σκηνή. Βγαίνει από το σπίτι, πριν χαράξει η μέρα, με μια υδρία στο κεφάλι, για να πάει στην πηγή να φέρει νερό. Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να κάνει κάτι τέτοιο. Το κάνει, όμως, επίτηδες! Για να δείξει στους θεούς την ατιμία του Αίγισθου! Θέλει να θρηνήσει, παράλληλα, τον πατέρα της και τη δική της άθλια ζωή, που η μάνα της, η καταραμένη, την έδιωξε από το σπίτι.
Ω! νύχτα σκοτεινή, που τα χρυσά θρέφεις
αστέρια, στο σκοτάδι σου πηγαίνω,
τη στάμνα αυτή ακουμπώντας στο κεφάλι,
νερό να τη γεμίσω απ’ το ποτάμι,
όχι γιατί με σπρώχν’ η ανάγκη τόσο,
μα για να δείξω στους θεούς την ατιμία
του Αίγισθου, και στο μεγάλο αιθέρα
για τον πατέρα μου τους θρήνους μου ν’ απλώσω.
Γιατί η καταραμένη Τυνδαρίδα,
η μάνα μου, απ’ το σπίτι μ’ έχει διώξει
για του αντρός της το χατίρι. (στ. 54-61)
Το γεγονός ότι η Κλυταιμήστρα την έσωσε από τον Αίγισθο είναι ως μη γενόμενο για την Ηλέκτρα. Αυτή ένα πράγμα ξέρει. Ότι η μάνα της την έδιωξε. Κι όταν ο γεωργός τής λέει ότι δε χρειάζεται να παιδεύεται αυτή που ήταν τόσο καλομαθημένη, η Ηλέκτρα επιμένει να υποβάλλει τον εαυτό της στην έσχατη ταπείνωση: να κάνει δουλειές που, όταν ζούσε στο παλάτι, τις έκαναν οι δούλοι. Ο θεατής έχει μπροστά του μια γυναίκα που δε μισεί απλώς τη μάνα της. Το μίσος της είναι διπλά υποκινούμενο -από το θάνατο του πατέρα της και την προσωπική της κατάντια. Η ίδια φροντίζει να το υποδαυλίζει για να γίνεται εντονότερο. Ένα απύθμενο, ακραίο πάθος καθορίζει τη στάση της.
Η Ηλέκτρα φεύγει για την πηγή. Εμφανίζεται, τότε, ο Ορέστης μαζί με τον Πυλάδη και κάποιους ακόλουθους. Ο Ορέστης αναφέρει στο φίλο του αυτά που έχει κάνει κι όσα προτίθεται να κάνει. Έχει έρθει κρυφά στο Άργος για να σκοτώσει τους φονιάδες του γονιού του, όπως του όρισαν οι χρησμοί. Πρώτα πήγε στον τάφο του πατέρα του, του πρόσφερε μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά του και στάλαξε πάνω στο μνήμα αίμα από ένα αρνί που έσφαξε. Τώρα, όμως, δεν ξέρει τι να κάνει. Μέσα στην πόλη δεν μπαίνει, γιατί όλα πρέπει να γίνουν κρυφά. Είναι, άραγε, προτιμότερο να φύγει γι’ άλλους τόπους, μη τυχόν τον γνωρίσει κάποιος φρουρός, ή να αναζητήσει την αδελφή του για να την έχει βοηθό του στο φόνο; Καταλήγει πως είναι καλύτερο να κρυφτούνε και να ρωτήσουν κάποιον περαστικό γεωργό ή κάποια δούλα πού θα βρουν την αδελφή του.
Παράδοξη η παρουσία του Ορέστη. Ο ποιητής, βέβαια, πρέπει στον πρόλογο να πληροφορήσει τους θεατές για το τι έχει συμβεί μέχρι στιγμής και τι σε γενικές γραμμές πρόκειται να συμβεί. Για ποιο λόγο, όμως, παρουσιάζει τον Ορέστη να τα λέει όλα αυτά στον Πυλάδη; Όταν ξεκινούσαν μαζί από τη Φωκίδα για το Άργος δεν ήξερε ο φίλος του το σκοπό του ταξιδιού του; Ή πώς είναι δυνατόν να μην είδε τι έκανε ο Ορέστης στον τάφο του πατέρα του, εφόσον ήταν συνεχώς μαζί του; Φαίνεται, όμως, ότι ο Ορέστης δεν αντέχει το βάρος των ενεργειών που πρόκειται να κάνει και κυρίως το φόνο της μάνας του. Η θέλησή του κάμπτεται.
δίβουλος ήρθα εδώ στου Άργους
τα σύνορα (στ. 95-6)
Νιώθει την ανάγκη, λοιπόν, να μιλήσει στο φίλο του, τον άνθρωπο που εμπιστεύεται. Καθώς ακούει τον εαυτό του να μιλά, η κατάσταση μέσα του γίνεται πιο συνειδητή. Μετά απ’ αυτό, μπορεί να βρει τι χρειάζεται να γίνει. Ο Πυλάδης δεν προτείνει λύση. Απλώς ακούει. Όπως ένας σύγχρονος ψυχοθεραπευτής.
Στο μεταξύ έρχεται η Ηλέκτρα από την πηγή θρηνώντας.
Γοργά περπάτα, βιάζ’ η ώρα·
περπάτα, περπάτα θρηνώντας·
πικρή συμφορά, συμφορά μου. (στ. 112-4)
Η Ηλέκτρα μόνο με θρήνο μπορεί να αντιμετωπίσει την καινούρια μέρα. Θρηνεί που οι συμπολίτες της την φωνάζουν δύστυχη. Θρηνεί που ο πατέρας της βρίσκεται στον Άδη, σφαγμένος απ’ τη γυναίκα του κι από τον Αίγισθο. Η άποψη του γεωργού για την Κλυταιμήστρα δεν ισχύει για την Ηλέκτρα. Θεωρεί τη μάνα της φόνισσα. Και θέλοντας να πιει μέχρι τον πάτο του πόνου το ποτήρι, υποβάλλει τον εαυτό της να θρηνήσει ξανά τη ρημαγμένη της ζωή.
Εμπρός, τον ίδιο θρήνο ξαναπές τον,
βυθίσου μες στη γλύκα των δακρύων.
Γοργά περπάτα, βιάζ’ η ώρα·
περπάτα, περπάτα θρηνώντας. (στ. 125-8)
Με τη στάμνα στον ώμο συνεχίζει το θρήνο της. Την πιάνει, όμως, το παράπονο για τον αδελφό της, που ποιος ξέρει πού βρίσκεται, και παρακαλεί το Δία να τον φέρει από τα ξένα για να τη βοηθήσει να ξεπληρώσει το θάνατο του πατέρα της. Ξεσπά τότε, σ’ ένα δραματικό μοιρολόι.
Κραυγή λυπητερή, φωνή του Άδη,
πατέρα μου, σου στέλνω μες στη γης
και θρήνους, που με λιώνουν κάθε μέρα.
Τα μάγουλά μου σκίζω με τα νύχια,
χτυπάω το κουρεμένο μου κεφάλι
για το χαμό σου.
Αχ! Αχ! Το πρόσωπό σου ξέσκιζε·
κι όπως ο κύκνος ο στριγγόλαλος
που κράζει πλάι στην ακροποταμιά,.. …….
έτσι κι εγώ θρηνώ για σένα,
πατέρα μου δυστυχισμένε,
που το κορμί σου σε στερνό λουτρό το έλουσες
μες σε φριχτού θανάτου το κρεβάτι……..
Και δε σε δέχτηκε η γυναίκα σου
με στέφανα, παρά στου Αίγισθου το δίκοπο
παράδωσε σπαθί για συμφορά σου,
παίρνοντας άντρα της εκείνον τον πανούργο. (στ. 143-167)
Ο θεατής σαστίζει μ’ αυτό το μοιρολόι. Είναι δυνατόν τόσα χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα της να τον θρηνεί σα να πέθανε μόλις την προηγούμενη μέρα; Κάποιος πρέπει να τη βοηθήσει να βγει απ’ αυτό το αβάσταχτο πένθος που της ρημάζει τη ζωή. Ποιος άλλος θα μπορούσε να το κάνει εκτός απ’ το χορό;
Ο ποιητής επινοεί μια χαρούμενη πάροδο των γυναικών του χορού, που προσπαθούν να βοηθήσουν την Ηλέκτρα να αποτινάξει το πολύχρονο, βαρύ πένθος που την τυλίγει. Της προτείνουν να πάρει μέρος στη γιορτή που θα γίνει στο Άργος για την Ήρα. Κι όταν αυτή, για να βρει εύσχημο τρόπο να αρνηθεί, προφασίζεται τα βρόμικα μαλλιά της και τα κουρέλια που φορά, οι γυναίκες προσφέρονται να της δώσουν όμορφα ρούχα και στολίδια χρυσά για να λάμψουν οι χάρες της. Γιατί πρέπει να τιμά τους θεούς με προσευχές κι όχι με στεναγμούς. Μόνο με θρήνους δε θα νικήσει τους εχθρούς της. Και τώρα μεγάλη θεά γιορτάζει.
Με πραγματικό ενδιαφέρον την προσεγγίζουν οι γυναίκες του χορού. Η Ηλέκτρα, όμως, επιμένει να μένει βουτηγμένη στο πένθος της για τον αδικοσκοτωμένο πατέρα της, για τον εξόριστο αδελφό της, για τη δική της δύστυχη ζωή. Κι όσο για τους θεούς, κανείς δεν ακούει το θρήνο της. Κι η μάνα της κοιμάται μ’ άλλον στου φόνου το κρεβάτι. Οι γυναίκες προσπαθούν να προσανατολίσουν σε άλλο πρόσωπο το μίσος που νιώθει για τη μάνα της. Η Ελένη φταίει για τις συμφορές που βρήκαν τους Έλληνες και το δικό της σπιτικό. Η εμφάνιση, όμως, του Ορέστη και του Πυλάδη ακυρώνει την προσπάθειά τους.
Η Ηλέκτρα τρομάζει όταν βλέπει τους ξένους, γιατί νομίζει πως είναι ληστές. Ο Ορέστης την καθησυχάζει γρήγορα λέγοντας πως τον έστειλε ο αδελφός της για να μάθει πώς περνά τη ζωή της. Ο ίδιος έχει αναγνωρίσει την αδελφή του ακούγοντας τη συζήτησή της με το χορό. Τη δική του ταυτότητα, όμως, την κρατά κρυφή. Φαίνεται πως κάτι τον συγκρατεί ή τον ταράζει. Κι αυτό μάλλον δε σχετίζεται με την παρουσία των ξένων γυναικών, γιατί δεν τολμά να παρουσιαστεί ούτε κι όταν η Ηλέκτρα τον διαβεβαιώνει ότι τις εμπιστεύεται απόλυτα. Πρέπει να ’ναι τα λόγια της αδελφής του που τον ταράζουν.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Στ’ Άργος σαν έρθει ο Ορέστης, τι θα κάνει;
ΗΛΕΚΤΡΑ: Ρωτάς γι’ αυτό; Ντροπή· δεν είναι να ’ρθει τώρα;
ΟΡΕΣΤΗΣ: Πώς θα σκοτώσει τους φονιάδες του πατέρα;
ΗΛΕΚΤΡΑ: Κάνοντας όσα εκάμαν στο γονιό μου.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Τη μάνα σου θα σκότωνες μαζί του;
ΗΛΕΚΤΡΑ: Με το τσεκούρι που ο γονιός μου εχάθη.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Να του το πω; Τη γνώμη δεν αλλάζεις;
ΗΛΕΚΤΡΑ: Τη μάνα μου να σφάξω κι ας πεθάνω.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Αχ! Εδώ να ’ταν ο Ορέστης να τ’ ακούσει. (στ. 274-83)
Η ψυχρή αποφασιστικότητα της Ηλέκτρας, που έχει τα πάντα ξεκαθαρισμένα μέσα της, χωρίς καμιά ηθική αναστολή γι’ αυτό που θέλει να κάνει αλλά και για τον τρόπο που έχει επιλέξει, κλονίζει τους θεατές. Πόσο μάλλον τον Ορέστη, που έχει έρθει δίβουλος στο Άργος και τώρα νιώθει απίστευτα μικρός μπροστά στη μεγάλη του αδελφή. Ο φόνος της μάνας είναι γι’ αυτήν μονόδρομος. Ο ίδιος όμως νιώθει τόσο αβέβαιος, που δεν τολμά να της αποκαλυφθεί, παρότι η ταραχή του λίγο έλειψε να τον προδώσει. Τη ρωτά πώς θα σκοτώσει ο Ορέστης τους φονιάδες «του πατέρα»· όχι «του πατέρα σας». Κι όταν ακούει το αποτρόπαιο «τη μάνα μου να σφάξω κι ας πεθάνω», του ξεφεύγει η αλήθεια του: ένα «φεῦ» (αλίμονο, αχ). Αμέσως μετά «διορθώνει», «Να ’ταν εδώ ο Ορέστης να τ’ ακούσει»!
Ο Ορέστης ζει χρόνια εξόριστος. Η εξορία του, όμως, είναι λιγότερο επαχθής από την άθλια ζωή που βιώνει η αδελφή του κοντά στους ανθρώπους που μισεί. Το απύθμενο μίσος της -που η ίδια φροντίζει καθημερινά να υποδαυλίζει- της επιβάλλει μια στάση απόλυτη: ο Αίγισθος κι η μάνα πρέπει να πεθάνουν. Αυτός έχει ζήσει σε περιβάλλον ασφάλειας και προστασίας. Πώς να διαπράξει ένα τέτοιο διπλό φονικό χωρίς μια έντονη συναισθηματική ώθηση; Ζητά, λοιπόν, από την Ηλέκτρα να του αφηγηθεί τα βάσανά της. Ίσως όσα πει η αδελφή του να τον απαλλάξουν από τους ενδοιασμούς του.
Η Ηλέκτρα μιλά πρώτα για τα προσωπικά της βάσανα. Μονάχη της υφαίνει τα ρούχα της, μονάχη της κουβαλάει νερό απ’ το ποτάμι, σε γιορτές και πανηγύρια δεν πηγαίνει. Η μάνα της, όμως, έχει δούλες για να την υπηρετούν -αυτές που έφερε ο Αγαμέμνονας. Κι ο άντρας της καμαρώνει κυκλοφορώντας με τ’ αμάξια του πρώην βασιλιά. Το μνήμα του πατέρα της καταφρονεμένο, δε δέχτηκε ποτέ τιμές νεκρικές. Κι ο Αίγισθος, μεθυσμένος, χοροπηδά πάνω στον τάφο, τον πετροβολά και φωνάζει
«Πού είναι
ο γιος σου Ορέστης τώρα; Στέκει δίπλα
στον τύμβο σου κι ωραία σε προστατεύει;» (στ. 330-1)
Για τους θεατές ο θάνατος του Αίγισθου είναι ηθικά επιβεβλημένος. Ασχημονεί τόσο βέβηλα στον τάφο του Αγαμέμνονα και προκαλεί τόσο έντονα, που αυτόν πρέπει να τον σκοτώσει ο Ορέστης. Τη μάνα του, όμως; Η Ηλέκτρα την κατηγόρησε μόνο για το ότι χρησιμοποιεί τα λάφυρα που έφερε ο πατέρας της. Είναι αυτός λόγος μητροκτονίας; Προφανώς όχι. Μα και όταν λέει πως είναι ντροπή να μη φανεί ο αδελφός της αντάξιος του ξακουσμένου πατέρα του και «να μην μπορεί έναν άντρα να σκοτώσει» (στ. 337), για την Κλυταιμήστρα δε λέει τίποτα. Άλλαξε γνώμη η Ηλέκτρα για το φόνο της μάνας ή όχι; Καθώς επιστρέφει ο γεωργός απ’ τα χωράφια, οι θεατές θα πρέπει να περιμένουν να λυθεί η απορία τους αργότερα.
Η Ηλέκτρα πληροφορεί τον άντρα της για τους ξένους κι αυτός δείχνει τόσο μεγάλη προθυμία να τους φιλοξενήσει, που ο Ορέστης εκπλήττεται. Δεν μπορούσε να φανταστεί πως ένας τόσο φτωχός άνθρωπος θα ήταν τόσο καλός. Συνειδητοποιεί τότε ότι δεν υπάρχουν εξωτερικά χαρακτηριστικά με τα οποία θα μπορούσε να αναγνωρίσει κάποιος τον καλό άνθρωπο. Σ’ αυτό το σημείο ο ποιητής, αδιαφορώντας για την πλοκή του έργου, παρουσιάζει τον Ορέστη να απευθύνεται στους θεατές και να τους κατηγορεί για τα κριτήρια με τα οποία επιλέγουν τους ηγέτες τους.
Εσείς, που με τις άμυαλές σας γνώμες
σε πλάνες πέφτετε, δε θα σκεφτείτε
ποτέ σας γνωστικά και τους ανθρώπους
να τους ζυγιάζετε απ’ το φέρσιμό τους
και τους καλούς από το χαρακτήρα;
Ετούτοι κυβερνούν σωστά τις πόλεις
και τα δικά τους σπίτια· τα ωραία
κορμιά που η φρόνηση τους λείπει, μόνο
της αγοράς αγάλματα είναι.2 (στ. 383-8)
Ο Ορέστης δέχεται με χαρά τη φιλοξενία του γεωργού και προτείνει στους ακόλουθούς του να μπουν όλοι μαζί στο σπίτι. Η Ηλέκτρα, όμως, ντρέπεται που δεν έχει αρκετές προμήθειες για να κάνει το τραπέζι στους ξένους. Ζητά, λοιπόν, από τον άντρα της να πάει στο γέροντα παιδαγωγό που ζει έξω από την πόλη και να του πει να φέρει τρόφιμα για τους ξένους. Η Ηλέκτρα θέλει το γέροντα στο σπίτι της, γιατί ξέρει ότι θα τρελαθεί απ’ τη χαρά του όταν μάθει ότι ο Ορέστης, που κάποτε αυτός είχε σώσει, ζει. Ο γεωργός πηγαίνει, παρά το ότι πιστεύει ότι έχουν αρκετά τρόφιμα για να χορτάσουν οι ξένοι για μια μέρα. Εξάλλου, μια γυναίκα μπορεί σε μια ανάγκη τα λίγα να τα κάνει πολλά. Ο απλοϊκός γεωργός χαίρεται τη ζωή του με τα λίγα αγαθά που έχει. Του είναι δύσκολο να καταλάβει ότι η πρώην βασιλοπούλα θέλει να προσφέρει πλουσιοπάροχο γεύμα στους απεσταλμένους του αδελφού της.
Ο γεωργός φεύγει. Η Ηλέκτρα μπαίνει στο σπίτι να φροντίσει τους ξένους κι ο χορός μένει μόνος στην ορχήστρα. Τραγουδά τότε ένα τραγούδι για την έναρξη της εκστρατείας στην Τροία, για τη συμμετοχή του Αχιλλέα σ’ αυτήν, για την ασπίδα του με τις εκπληκτικές ζωγραφιές που προκαλούσαν τρόμο στον Έκτορα, για το κράνος και το θώρακά του. Οι θεατές παρακολουθούν το τραγούδι του χορού κάπως αμήχανα. Δεν τους είχε συνηθίσει ο Ευριπίδης σε στάσιμα εμβόλιμα3. Συνήθως, ο χορός στηρίζει τις επιλογές των ηρώων του έργου ή επινοεί λύσεις. Εδώ όμως; Τι σχέση έχει η ασπίδα και ο θώρακας του Αχιλλέα με την υπόθεση του έργου; Οι τελευταίοι στίχοι του στάσιμου, όμως, δεν είναι εμβόλιμοι. Οι γυναίκες του χορού εύχονται το θάνατο της Κλυταιμήστρας, που ο έρωτάς της σκότωσε τον Αγαμέμνονα, βασιλιά τόσο γενναίων πολεμιστών όπως ο Αχιλλέας. Η λαϊκή βούληση εκφράστηκε και απαιτεί το θάνατο της Κλυταιμήστρας. Το στάσιμο, ωστόσο, στο σύνολό του, προξενεί απορία. Οι θεατές κρατούν αυτήν την απορία τους, μήπως ο ποιητής δώσει κάποια λύση αργότερα.
Ο παιδαγωγός έρχεται κατάκοπος φέρνοντας ένα αρνί, τυρί, κρασί και στεφάνια λουλουδένια. Προηγουμένως είχε περάσει από τον τάφο του Αγαμέμνονα. Έκπληκτος είδε πάνω στον τάφο ένα αρνί πρόσφατα σφαγμένο και μια τούφα από ξανθά μαλλιά. Πιστεύει, λοιπόν, ότι έχει έρθει κρυφά ο Ορέστης, γιατί κανείς Αργείος δε θα τολμούσε να προσφέρει νεκρικές τιμές στον τάφο του Αγαμέμνονα. Δίνει στην Ηλέκτρα την τούφα απ’ τα μαλλιά να τη συγκρίνει με τα δικά της, για να καταλάβουν αν όντως έχει έρθει ο Ορέστης. Η Ηλέκτρα, όμως, του απαντά ότι δεν μπορούν να μοιάζουν τα μαλλιά παλικαριού που το ’θρεψε η παλαίστρα με τα μαλλιά κοπέλας που τα ’θρεψε το χτένισμα. Εξάλλου,
Μαλλιά με το ίδιο χρώμα,
γέροντα, θα ’βρεις σε πολλούς, μα δίχως
να ’χουν το ίδιο αίμα στις φλέβες. (στ. 530-1)
Ο γέροντας επιμένει και της προτείνει να πάει στον τάφο και να συγκρίνει το πόδι της με τα χνάρια που άφησε η αρβύλα του ξένου. Κι η Ηλέκτρα τού αντιτείνει ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν χνάρια σε βραχότοπο. Μα κι αν αυτό συμβεί, τα πόδια δυο αδελφών δεν είναι όμοια. Του άντρα είναι μεγαλύτερα!
Οι θεατές χαμογελούν με συγκατάβαση. Αντιλαμβάνονται το ειρωνικό σχόλιο του Ευριπίδη για τον Αισχύλο, ο οποίος στις Χοηφόρους παρουσιάζει την Ηλέκτρα να αναγνωρίζει τον αδελφό της από τα μαλλιά και τα χνάρια των ποδιών του.
Σε λίγο βγαίνουν οι ξένοι από το σπίτι. Η Ηλέκτρα κάνει τις απαραίτητες συστάσεις κι ο γέροντας παιδαγωγός αναγνωρίζει τον Ορέστη. Ένα σημάδι στο φρύδι του είναι η απόδειξη. Το έκανε μικρός, όταν έπεσε κυνηγώντας με την Ηλέκτρα ένα ελαφάκι στο πατρικό παλάτι. Τα δύο αδέλφια αγκαλιάζονται ευτυχισμένα. Λίγα τα λόγια που λένε. Πώς θα μπορούσαν, εξάλλου, να εκφράσουν με λόγια την ευτυχία που νιώθουν; Κι όταν σε λίγο η Ηλέκτρα, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που συμβαίνει, ρωτά τον αδελφό της αν όντως είναι αυτός, της απαντά με εμφανή την πρόθεση να δείξει ότι είναι «άντρας».
Ο μόνος βοηθός σου, άμα πετύχουν
τα δίχτυα βέβαια που πασχίζω
να ρίξω. (στ. 581-2)
Οι θεατές χαμογελούν συγκαταβατικά, αυτή τη φορά με τον Ορέστη. Πριν από λίγο δεν ήξερε τι να κάνει και σκεφτόταν να φύγει αν τον αναγνώριζαν οι φρουροί. Τώρα έχει ήδη καταστρώσει και σχέδιο! Αμέσως μετά, όμως, το χαμόγελο παγώνει στα χείλη τους, καθώς τον ακούνε να λέει στην Ηλέκτρα
δεν πρέπει στους θεούς πια να πιστεύεις,
αν θα νικήσ’ η αδικία το δίκιο. (στ. 584-5)
Τόσο βλάσφημη κουβέντα δεν είχαν ξανακούσει οι θεατές σε παράσταση τραγωδίας. Έχουν συνηθίσει, βέβαια, να δέχονται από τον Ευριπίδη κριτική για τους θεούς τους. Και στις Τρωάδες -πριν από δύο χρόνια- η Εκάβη είχε αμφισβητήσει το δωδεκάθεο4. Αλλά τέλος πάντων, η Εκάβη βουτηγμένη μέσα στο πένθος της θα μπορούσε ίσως να πει και χειρότερα! Ο Ορέστης όμως; Πώς ξεστομίζει τέτοια κουβέντα; Δικαιολογείται αυτό μόνο από το νεαρόν της ηλικίας του;
Την αλγεινή εντύπωση από τη βλασφημία του Ορέστη αναλαμβάνει να διασκεδάσει ο χορός. Εκφράζει τη χαρά του για την επιστροφή του Ορέστη, εύχεται να μπει με το καλό κυρίαρχος στην πόλη και δηλώνει την πίστη του στους θεούς.
Θεός,
ναι, θεός μας φέρνει πάλι, φίλες,
τη νίκη. (στ. 590-1)
Η κατάσταση ισορρόπησε κάπως.
Τώρα είναι ώρα να καταστρωθεί το δολοφονικό σχέδιο. Κι ο Ορέστης ζητά πληροφορίες από τον παιδαγωγό για το πώς πρέπει να ενεργήσει. Αυτός του λέει να μην περιμένει να βρει φίλους σ’ αυτό το εγχείρημά του τώρα που δυστυχεί. Το πατρικό παλάτι και τη χώρα θα τα πάρει στα χέρια του, αν σκοτώσει τον Αίγισθο και τη μάνα του. Ο Ορέστης δηλώνει ότι βρίσκεται στο Άργος για να κερδίσει αυτή τη …δόξα και ρωτά πώς θα πετύχει το στόχο του.
Είναι δυνατόν ο φοβισμένος κι αναποφάσιστος νεαρός, που πριν από λίγο προσπαθούσε να φαντάξει «μεγάλος» στα μάτια της αδελφής του, τώρα να θέλει να δοξαστεί με το φόνο της μάνας του; Τα συναισθήματά του παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση. Δεν πείθει τους θεατές ότι εννοεί αυτά που λέει. Μάλλον τον εαυτό του θέλει να πείσει.
Ο παιδαγωγός πληροφορεί τον Ορέστη ότι ο Αίγισθος θα κάνει θυσία έξω από την πόλη. Μαζί του θα ’ναι μόνο δούλοι. Είναι ευκαιρία να τον χτυπήσει. Εύκολη φαντάζει η υπόθεση με τον Αίγισθο. Με την Κλυταιμήστρα, όμως; Θα ’ναι κι αυτή στη θυσία; Όχι, απαντά ο παιδαγωγός. Δε βγαίνει μαζί με τον άντρα της, γιατί φοβάται την κατακραυγή του κόσμου. Θα πάει αργότερα.
Η εικόνα της φοβισμένης βασίλισσας προκαλεί αίσθηση στο κοινό. Η Κλυταιμήστρα δεν είναι μια παντοδύναμη, αποτρόπαιη μέγαιρα. Είναι μια γυναίκα που έχει συναίσθηση ότι με τις ενέργειές της έχει προκαλέσει την ηθική των υπηκόων της και φοβάται να τους αντιμετωπίσει.
Για την Ηλέκτρα, όμως, αυτά είναι ψιλά γράμματα. Όταν ο Ορέστης αναρωτιέται με ποιο τρόπο θα σκοτώσει τη μάνα του, η αδελφή του έχει ήδη καταστρώσει το σχέδιο της εξόντωσής της. Θα την καλέσει στο σπίτι της, γιατί τάχα γέννησε πριν δέκα μέρες και τώρα πρέπει, ως λεχώνα, να εξαγνιστεί. Οι θεατές παρακολουθούν άναυδοι. Ποιος άνθρωπος, άντρας ή γυναίκα, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την υποτιθέμενη γέννηση του παιδιού του για να σκοτώσει τη μάνα του; Η παγίδα που μηχανεύτηκε η Ηλέκτρα είναι όντως σατανική.
Ο παιδαγωγός εύχεται να δει το θάνατο της Κλυταιμήστρας. Η Ηλέκτρα, όμως, δεν έχει χρόνο για ευχές. Πρέπει να εκτελεστεί γρήγορα το σχέδιο που καταστρώθηκε. Του λέει, λοιπόν, να οδηγήσει τον Ορέστη στον τόπο που κάνει θυσία ο Αίγισθος και μετά να καλέσει τη μάνα της. Ο Ορέστης καταλαβαίνει ότι είναι ώρα να πηγαίνει και επικαλείται για βοήθεια το Δία και τον πατέρα του. Η Ηλέκτρα επικαλείται την Ήρα και τη Γη. Ο θεατής μένει για άλλη μια φορά έκπληκτος. Δεν έχει καθόλου συναίσθηση τι πρόκειται να κάνει αυτή η γυναίκα; Τόσο πολύ είναι έρμαιο του πάθους της; Επικαλείται τη Γη, τη μάνα όλων μας, για να σκοτώσει τη μάνα της!
Από τη στιγμή που άρχισε να καταστρώνεται το σχέδιο μέχρι τη στιγμή που ο Ορέστης και ο παιδαγωγός ετοιμάζονται να φύγουν, ο ποιητής χρησιμοποιεί στιχομυθία5 στο διάλογο των προσώπων. Μ’ αυτό τον τρόπο αποδίδει εναργέστερα τα συναισθήματα των ηρώων του και προσδίδει στη σκηνή ένα γρήγορο ρυθμό. Όταν, όμως, τα δυο αδέλφια κι ο παιδαγωγός επικαλούνται τους θεούς, ο ρυθμός γίνεται ξέφρενος.
ΗΛΕΚΤΡΑ: Το έργο σου τώρα, έχεις τον πρώτο φόνο.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Πηγαίνω∙ ένας το δρόμο να μου δείξει.
ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Εγώ με την καρδιά μου σ’ οδηγάω.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Ω! Δία προστάτη, διώξε τους εχθρούς μας…
ΗΛΕΚΤΡΑ: λυπήσου μας∙ τρανές οι συμφορές μας…
ΓΕΡΟΝΤΑΣ: σπλαχνίσου τους, κρατούν απ’ τη γενιά σου.
ΗΛΕΚΤΡΑ: Κι ω! Ήρα εσύ, των Μυκηναίων βωμών μητέρα…
ΟΡΕΣΤΗΣ: δώσ’ μας τη νίκη, αν δίκαια τη ζητάμε.
ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Βοήθα να εκδικήσουν το γονιό τους.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Πατέρα, που σε βύθισαν στον Άδη…
ΗΛΕΚΤΡΑ: και Γη σεβάσμια, που με τα χέρια μου σε κρούω…
ΓΕΡΟΝΤΑΣ: βοήθα τα παιδιά τ’ αγαπημένα.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Πάρε όλους τους νεκρούς και σύντρεξέ μας,
ΗΛΕΚΤΡΑ: όσοι μαζί σου αφάνισαν τους Φρύγες…
ΓΕΡΟΝΤΑΣ: κι όσοι μισούνε τους ανόσιους φονιάδες. (στ. 668-683)
Οι θεατές έχουν σαστίσει. Ποιον από τους τρεις να παρακολουθήσουν πρώτα; Τα τρία πρόσωπα λειτούργησαν ως ένα! Με ποιο τρόπο πέτυχε κάτι τέτοιο ο ποιητής; Αν δεν μπορέσουν να λύσουν αμέσως την απορία τους και θυμηθούν τη σκηνή αργότερα, αφού η παράσταση θα έχει τελειώσει, ίσως συνειδητοποιήσουν ότι δεν παρακολούθησαν μια συνηθισμένη στιχομυθία ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, αλλά σε τρία! Το ένα, μάλιστα, συμπλήρωνε τα λόγια του προηγούμενου, ενώ το τρίτο (ο γέροντας) μιλούσε κάθε τρίτο στίχο.
Κι αυτό συνέβη στο πιο καθοριστικό σημείο του έργου και πρώτη φορά σε παράσταση τραγωδίας -τουλάχιστον στα έργα που μας έχουν διασωθεί.
Ο γέροντας κι ο Ορέστης ξεκινούν. Η Ηλέκτρα έχει αντιληφθεί ότι ο αδελφός της δε διακατέχεται από κανενός είδους ενθουσιασμό γι’ αυτό που πρόκειται να κάνει. Ακόμη και λίγο πριν ξεκινήσει φάνηκε διστακτικός. Δε ζήτησε από το γέροντα να του δείξει το δρόμο, αλλά μίλησε εντελώς αόριστα. «Αν κάποιος του ’δειχνε το δρόμο…». Η αδελφή του προσπαθεί να τον κινητοποιήσει. Ο Ορέστης πρέπει όχι απλώς να δείχνει ότι είναι, αλλά να γίνει άντρας! Για να ’ναι περισσότερο βέβαιη ότι το σχέδιο θα πετύχει, του φορτώνει την ευθύνη της δικής της ζωής. Να ξέρει ότι, αν αυτός αποτύχει και σκοτωθεί, η ίδια θα αυτοκτονήσει!
Ο Ορέστης κι ο παιδαγωγός φεύγουν. Η Ηλέκτρα μπαίνει στο σπίτι κι ο χορός μένει μόνος στην ορχήστρα. Τραγουδά τότε ένα ακόμη εμβόλιμο στάσιμο. Για το χρυσόμαλλο τ’ αρνί, αυτή τη φορά. Που ήταν σύμβολο εξουσίας και ο Θυέστης το ’κλεψε από τον αδελφό του τον Ατρέα, τον πατέρα του Αγαμέμνονα. Ο Δίας οργίστηκε κι άλλαξε την πορεία του ήλιου, για να δείξει ότι ο θρόνος ανήκει στον Ατρέα. Το δεύτερο εμβόλιμο στάσιμο προβληματίζει τους θεατές περισσότερο από το πρώτο. Νιώθουν ότι κάτι θέλει να δηλώσει μ’ αυτό ο ποιητής, αλλά δεν καταλαβαίνουν ακόμη τι. Οι δύο τελευταίοι, ωστόσο, στίχοι δεν είναι εμβόλιμοι. Αναφέρονται στην Κλυταιμήστρα, όπως και στο προηγούμενο στάσιμο. Μόνο που τώρα, αφού τα παιδιά της έχουν καταστρώσει το σχέδιο εξόντωσής της, ο χορός δεν απαιτεί το θάνατό της. Την κατηγορεί μόνο ότι σκότωσε τον άντρα της χωρίς να πάρει υπόψη της την ιστορία της οικογένειάς του6. Ο υποψιασμένος θεατής αντιλαμβάνεται ότι ο χορός πιστεύει πως η Κλυταιμήστρα πρέπει να θανατωθεί. Τον κλονίζει, όμως, το γεγονός ότι αυτή την πράξη θα την κάνουν τα παιδιά της.
Ένας αγγελιαφόρος -ακόλουθος του Ορέστη- έρχεται μετά από λίγο και ανακοινώνει το φόνο του Αίγισθου. Η Ηλέκτρα από το φόβο της δεν τον αναγνωρίζει, παρότι πριν από λίγο του είχε παραθέσει γεύμα. Τι μπορεί να φοβάται η Ηλέκτρα; Δηλώνει άραγε ο φόβος της μόνο αγωνία για την επιτυχία του εγχειρήματος ή και κάτι άλλο; Για δεύτερη φορά, ωστόσο, παρουσιάζεται φοβισμένη. Η πρώτη ήταν όταν πρωτοείδε τον Ορέστη και τον πέρασε για ληστή. Η γυναίκα που φαινόταν ότι έλεγχε απολύτως την κατάσταση δεν μπορεί να ελέγξει τους φόβους της. Ένας εκρηκτικός συνδυασμός δύναμης και αδυναμίας!
Ο αγγελιαφόρος την πληροφορεί για την ταυτότητά του κι η Ηλέκτρα τον ρωτά τι ακριβώς έχει συμβεί. Αρχίζει, τότε, να της διηγείται με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα. Βρίσκουν τον Αίγισθο ξένοιαστο, του λένε πως είναι Θεσσαλοί, αυτός τους καλοδέχεται, κάνει τη θυσία και ζητά από τον Ορέστη να γδάρει το ζώο, μιας κι οι Θεσσαλοί φημίζονται γι’ αυτό. Ο Αίγισθος, καχύποπτος, θέλει να ελέγξει αν ο Ορέστης λέει αλήθεια. Ο Ορέστης γδέρνει τόσο καλά το ζώο, που τον πείθει. Ο Αίγισθος, όμως, εξετάζει τα σπλάχνα του ζώου και ταράζεται. Συμφορά μεγάλη του προμηνύουν7. Καθώς είναι σκυμμένος πάνω από τα σπλάχνα, ο Ορέστης τον χτυπά στο σβέρκο και τον σκοτώνει.
Οι θεατές μουρμουρίζουν αμήχανοι. Πισώπλατο χτύπημα, άνανδρο. Το θάνατο του Αίγισθου τον ήθελαν και τον θεωρούσαν ηθικά επιβεβλημένο. Ο Ορέστης, όμως, δεν του έδωσε καν τη δυνατότητα να ξέρει ποιος και γιατί τον σκοτώνει. Θα ήταν άραγε υπερβολικό να θεωρήσει κανείς πως με τη δολοφονία του φοβισμένου αλλά ανυποψίαστου Αίγισθου ο ποιητής καταδικάζει την αυτοδικία; Πάντως δύσκολα θα συγκρατήσουν οι θεατές ένα μορφασμό αποδοκιμασίας όταν ακούνε ότι οι δούλοι, μόλις κατάλαβαν ότι έχουν μπροστά τους τον Ορέστη, τον στεφάνωσαν με αλαλαγμούς χαράς. Μόνο επειδή είναι γιος του Αγαμέμνονα; Την ανανδρία του δεν την είδαν; «Έτσι είναι οι δούλοι» είχε πει ο παιδαγωγός, πριν ακόμη ξεκινήσουν από το σπίτι της Ηλέκτρας.
Η Ηλέκτρα, αντίθετα, έχει μείνει άφωνη απ’ τη χαρά της. Μόνο μετά από την προτροπή του χορού καταφέρνει να εκφράσει με λόγια αυτή τη χαρά.
Ω! φέγγος, ω! του ήλιου αρματοφόρα
φλόγα, κι ω! γης, ω! νύχτα, που μονάχα εσένα
θωρούσα, τώρα λεύτερα έχω μάτια
να βλέπω, γιατί ο Αίγισθος εχάθη,
ο φονιάς του γονιού μου. (στ. 866-9)
Κι όταν σε λίγο έρχεται ο Ορέστης, φέρνοντας το σώμα του Αίγισθου, του βάζει στεφάνι στα μαλλιά, γιατί ο άθλος που πέτυχε είναι πολύ πιο σημαντικός από κάποιον που τρέχει «δρόμο έξι πλέθρα σ’ άχρηστον αγώνα». Τι σύγκριση κι αυτή! Το πικρόχολο, βέβαια, σχόλιο του Ευριπίδη για τους αθλητές είναι εύληπτο. Αλλά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πώς «δένει» αυτό που κάνει ο αθλητής μ’ αυτό που έκανε ο Ορέστης; Απλώς, δε «δένει». Ο ποιητής ευτελίζει το στεφάνωμα του Ορέστη και οι θεατές μάλλον χαμογελούν ειρωνικά. Τι έκανε, εξάλλου, ο Ορέστης; Ένα πισώπλατο χτύπημα έδωσε. Τίποτα άλλο.
Η ειρωνεία των θεατών μετατρέπεται σε αποστροφή, όταν ακούνε τον Ορέστη να λέει στην αδελφή του ότι μπορεί τώρα να πάρει το σώμα του Αίγισθου, να το ρίξει στα αγρίμια ή να το μπήξει σε παλούκι και να το αφήσει να το σπαράξουν τα όρνια. Ο μέχρι πριν από λίγο δίβουλος νεαρός, τώρα που έχει βάψει τα χέρια του στο αίμα, προχωρεί ανενδοίαστα σε πιο ανίερες πράξεις. Ωθεί την αδελφή του να ασχημονήσει με τον απρεπέστερο τρόπο πάνω στο σώμα του νεκρού. Οι σύγχρονοι ψυχαναλυτές θα ’χαν πολλά να πουν για τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά ο Ορέστης.
Η Ηλέκτρα, φοβούμενη την καταλαλιά του κόσμου, δεν επιλέγει αυτή την ακραία διαπόμπευση του νεκρού που της πρότεινε ο αδελφός της. Επιλέγει λεκτική διαπόμπευση. Κατηγορεί τον Αίγισθο που την ορφάνεψε κι έκανε γάμο ανόσιο με τη μάνα της. Τον οικτίρει που παντρεύτηκε γυναίκα άπιστη και που νόμιζε ότι μαζί του θα ’ταν φρόνιμη(!)8. Τον σαρκάζει που έγινε «της κυράς ο άντρας κι όχι ο αφέντης της γυναίκας» και που νόμιζε πως ήταν σπουδαίος επειδή είχε πλούτη. Τον κατηγορεί που ατίμαζε παρθένες με την εξουσία του βασιλιά και του όμορφου και καταλήγει
Χάσου, λοιπόν, γιατί ανόητος φάνηκες
κι ήρθε ο καιρός αυτά να τα πληρώσεις. (στ. 952-3)
Αμηχανία επικρατεί στους θεατές. Δεν περίμενε, βέβαια, κανείς από τον Ορέστη και την Ηλέκτρα να εκδηλώσουν αισθήματα συμπάθειας για τον Αίγισθο. Πρώτη φορά, όμως, διασύρεται νεκρός πάνω στη σκηνή. Γιατί έφερε ο Ευριπίδης τον Αίγισθο μπροστά τους και συνέθεσε μια τόσο βέβηλη για νεκρό σκηνή; Ίσως γιατί έπρεπε τα δυο αδέλφια να χάσουν, λίγο πριν από το φόνο της μάνας τους, την όποια συμπάθεια είχαν οι θεατές γι’ αυτά…
Σε λίγο φαίνεται από μακριά η Κλυταιμήστρα. Η Ηλέκτρα καγχάζει.
Για κοίταξέ την πόσο καμαρώνει
με τα λαμπρά της ρούχα και τ’ αμάξι! (στ. 966)
Ο Ορέστης τα χάνει. Διστάζει.
Τι κάνουμε λοιπόν; Θα σφάξουμε τη μάνα; (στ. 967)
Κι η αδελφή του τον ειρωνεύεται.
Μόλις την είδες σ’ άρπαξεν η λύπη; (στ. 968)
Ο Ορέστης λυγίζει κάτω από το βάρος της πράξης που πρόκειται να κάνει και κατηγορεί τον Απόλλωνα ότι του έδωσε αστόχαστο χρησμό προστάζοντάς τον να σκοτώσει τη μάνα του. Κι όταν η Ηλέκτρα, μ’ έναν απίστευτο αμοραλισμό, τον ρωτά σαν τι θα πάθει αν εκδικηθεί τον πατέρα του, ο Ορέστης της δίνει μια απάντηση που για οποιονδήποτε άλλο -εκτός από την αδελφή του- θα μπορούσε να είναι αποστομωτική.
Ήμουν αγνός, θα φύγω μητροκτόνος. (στ. 975)
Αναγκασμένος από ένα χρησμό που δεν τον θεωρεί σωστό και κάτω από την αδίσταχτη πίεση της αδελφής του, που απαιτεί απ’ αυτόν να μη δειλιάσει και να μη φανεί άνανδρος, μπαίνει με τους ακόλουθούς του και κρύβεται στο σπίτι.
Πηγαίνω μέσα· φοβερό το έργο
που αρχίζω και φριχτές θα κάνω πράξεις.
Αν στους θεούς αρέσουν τούτα, ας γίνουν.
Πικρό κι όχι γλυκό το αγώνισμά μου. (στ. 985-7)
Η Κλυταιμήστρα φτάνει πάνω σε αμάξι και ζητά από τις Τρωαδίτισσες δούλες που τη συνοδεύουν να τη βοηθήσουν να κατέβει. Η Ηλέκτρα «προσφέρεται» ειρωνικά να κάνει η ίδια αυτή τη δουλειά, μιας κι η μάνα της την κατάντησε δούλα. Η Κλυταιμήστρα ξέρει ότι η κόρη της τη μισεί. Η Ηλέκτρα, όμως, δεν ξέρει όλη την αλήθεια κι η μάνα της θέλει να της την πει.
Αφού τα μάθεις όλα,
τότε να με μισήσεις, αν το αξίζω˙
αλλιώς γιατί πρέπει να μου ’χεις έχθρα; (στ. 1015-17)
Να μια εξέλιξη που οι θεατές δεν την περίμεναν. Θα δώσει ο Ευριπίδης στην Κλυταιμήστρα τη δυνατότητα να απολογηθεί; Σαν τι θα μπορούσε να πει η φόνισσα ενός τόσο ξακουστού βασιλιά, η οποία μάλιστα παντρεύτηκε μετά τον εχθρό του;
Πρώτα, ότι ο πατέρας της, ο Τυνδάρεως, δεν την έδωσε στον Αγαμέμνονα για να πεθάνει είτε η ίδια είτε τα παιδιά που θα γεννούσε. Κι όμως αυτός ξεγέλασε την κόρη της την Ιφιγένεια, πως τάχα θα την πάντρευε με τον Αχιλλέα, την φώναξε στην Αυλίδα, απ’ όπου θα ξεκινούσαν τα πλοία για την Τροία και την έσφαξε. Αν το ’χε κάνει για να σώσει μια πόλη, ή το σπιτικό του ή τ’ άλλα του παιδιά, θα τον συγχωρούσε. Θα ’χε σφάξει μία για να σώσει πολλούς. Αυτός, όμως, το ’κανε για την Ελένη που ξεμυαλίστηκε. Και για το Μενέλαο που δεν ήξερε με ποιο τρόπο να την τιμωρήσει. Κι όταν γύρισε από την Τροία, έβαλε στο κρεβάτι της τη θεοπαρμένη κόρη9 κι έτσι δυο νύφες ζούσανε μαζί στο ίδιο σπίτι. Βέβαια, είναι κι οι γυναίκες άμυαλες. Όταν όμως ο άντρας παραμερίσει τη γυναίκα του, θέλει κι αυτή να βρει άλλη αγάπη. Και γιατί τάχα κατηγορούν μόνο αυτήν, ενώ για ’κείνον που ήταν η αφορμή δε μιλά κανείς; Κι αν αντί για την Ελένη είχαν κλέψει το Μενέλαο, θα ’χε αυτή το δικαίωμα να σφάξει τον Ορέστη; Θα το ανεχόταν αυτό ο Αγαμέμνονας; Αποφάσισε, λοιπόν, να τον σκοτώσει. Ποιον θα έβρισκε βοηθό της, αν όχι κάποιον εχθρό του;
Η Κλυταιμήστρα τελείωσε κι ο θεατής κινείται αμήχανος στη θέση του. Καλά τα είπε. Έχει, δηλαδή, κι ο πιο στυγερός δολοφόνος το δικαίωμα να απολογηθεί. Μπορεί μετά να δεις τα πράγματα από άλλη οπτική γωνία. Κι η Ηλέκτρα τι θα μπορούσε να αντιτάξει τώρα, για να δικαιολογήσει το φόνο που έχει σχεδιάσει; Μαλάκωσαν, άραγε, την ψυχή της τα λόγια της μάνας της; Σκοπεύει, μήπως, ο Ευριπίδης να κάνει τη μεγάλη ανατροπή στο μύθο και να αποτρέψει τη μητροκτονία;
Όχι. Το πάθος της Ηλέκτρας είναι τόσο αβυσσαλέο, που η απόφασή της να σκοτώσει τη μάνα της δεν μπορεί να καμφθεί από τέτοιες «δικαιολογίες». Αυτή, εξάλλου, την ξέρει τη μάνα της καλύτερα από τον οποιονδήποτε. Την έβλεπε που στολιζόταν μπρος στον καθρέφτη μόλις έφυγε ο άντρας της και πριν απ’ τη σφαγή της Ιφιγένειας. Δεν είναι τίμια η γυναίκα που κοιτάει την ομορφιά της όταν λείπει ο άντρας της! Κι όταν αργότερα άκουγε πως νικούσαν οι Τρώες, χαιρόταν. Όταν έχαναν, συννέφιαζε η θωριά της. Κι αν -όπως λέει η μάνα της- ο πατέρας της έσφαξε την Ιφιγένεια, τι της έφταιξαν τ’ άλλα της παιδιά; Μήπως εξορίστηκε ο νέος της άντρας που εξόρισε τον Ορέστη; Ή μήπως θανατώθηκε για να πληρώσει τη δική της άθλια ζωή, που είναι σαν να την έχει σκοτώσει διπλά, πιο σκληρά από την αδελφή της;
Το κατηγορητήριο της Ηλέκτρας τελείωσε. Όταν, λοιπόν, αμέσως μετά, δηλώνει στη μάνα της ότι θα τη σκοτώσει μαζί με τον Ορέστη για να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα της, οι θεατές κοιτάζονται απορημένοι. Μα δεν κατηγόρησε τη μάνα της για το θάνατο του πατέρα της! Που στολιζόταν την κατηγόρησε, λες κι είναι έγκλημα να φροντίζει μια γυναίκα τον εαυτό της όταν ο άντρας της λείπει… Για τη χαρά της με τις νίκες των Τρώων την κατηγόρησε. Λες κι έπρεπε να χαίρεται με τις νίκες του άντρα της μετά τη σφαγή της κόρης της… Τι απόμεινε, λοιπόν, από το κατηγορητήριο; Ότι δεν εξόρισε και δε θανάτωσε τον εραστή της. Δικαιολογεί κάτι τέτοιο ένα φόνο και μάλιστα μητροκτονία; Έτσι όπως οργάνωσε ο ποιητής το θέμα του, δύσκολα θα βρισκόταν θεατής που θα απαντούσε καταφατικά σε μια τέτοια ερώτηση.
Η Κλυταιμήστρα, όμως, που παρουσιάζει ο ποιητής αμέσως μετά από το κατηγορητήριο, είναι τόσο ανθρώπινη που κερδίζει τη συμπάθεια του κοινού. Συμμερίζεται την αγάπη της κόρης για τον πατέρα της,
Το φυσικό σου, κόρη μου, είναι πάντα
ν’ αγαπάς τον πατέρα. Έτσι συμβαίνει
πολλές φορές. (στ. 1102-3)
τη συμπονά για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται,
Μα έτσι,
μετά τη γέννα σου, απομένεις
άλουστη και κακοντυμένη; (στ. 1107-8)
δεν της κρατά κακία για όσα σκληρά λόγια της είπε και μετανιώνει γι’ αυτά που έχει κάνει.
Δε σου κρατάω κακία·
αλλά κι εγώ δε χαίρομαι και τόσο,
παιδί μου, για τις πράξεις μου……
Πόσο με συνεπήρε περισσότερο,
παρ’ όσο θα ’πρεπε, η οργή κι απάνω
στον άντρα μου έτσι έχω ξεσπάσει. (στ. 1105-9)
Όταν, λοιπόν, η Ηλέκτρα την παρασύρει στο σπίτι για να κάνει, τάχα, τον εξαγνισμό για το παιδί, είναι πολλοί οι θεατές που θα ’θελαν να της φωνάξουν «μην μπεις». Ο ποιητής δε θέλησε να ανασκευάσει εντελώς το μύθο. Ανέστρεψε, όμως, εντελώς τα συναισθήματα που είχαν οι θεατές για την Κλυταιμήστρα. Είναι μια γυναίκα που έπραξε λάθος μεγάλο. Είχε, όμως, κι αυτή τα δίκια της. Όταν, λοιπόν, μπαίνει στο σπίτι της Ηλέκτρας κι η κόρη της, που ακολουθεί πίσω της, την ειρωνεύεται,
έχε το νου σου
οι καπνισμένοι τοίχοι μη λερώσουν
τα πέπλα σου (στ. 1139-40)
οι θεατές γνωρίζουν πως άλλο πράγμα πρέπει να προσέξει η Κλυταιμήστρα και θέλουν με κάποιο τρόπο να της το φωνάξουν. Δεν είναι, όμως, βολετό. Αντίθετα, ακούγεται η δική της φωνή μέσα απ’ το σπίτι.
Για τους θεούς, τη μάνα σας, παιδιά μου,
μη θανατώσετε. (στ. 1164)
Άλλη μια κραυγή της ακούγεται κι όλοι είναι βέβαιοι ότι το έγκλημα έχει συντελεστεί. Κι ο χορός, που είχε ζητήσει το θάνατο της βασίλισσας, τώρα θρηνεί τη μάνα που τη σφάξαν τα παιδιά της.
Κι εγώ σε θρηνώ που σε σφάζουν τα τέκνα σου. (στ. 1167)
Οι θεατές έχουν μουδιάσει. Αμήχανοι αντιλαμβάνονται ότι τα συναισθήματά τους έχουν τελείως αντιστραφεί. Αντί για ικανοποίηση από την τιμωρία της δόλιας βασίλισσας, νιώθουν δέος για το φόνο της μάνας. Και τώρα περιμένουν, όπως συμβαίνει συνήθως στις τραγωδίες μετά από τα φονικά, να βγει κάποιος αυτόπτης μάρτυρας -ένας ακόλουθος του Ορέστη ή ο Πυλάδης που ήταν μέσα στο σπίτι- για να τους ενημερώσει ποιος έκανε το φόνο και πώς. Αντί γι’ αυτό, βλέπουν να μεταφέρονται έξω από το σπίτι τα κορμιά του Αίγισθου και της Κλυταιμήστρας και να βγαίνουν θρηνώντας τα δυο αδέλφια, βουτηγμένα στο αίμα. Το βάρος της πράξης τους τούς έχει συντρίψει και τους δυο.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Ω! Γη και Δία παντεπόπτη των θνητών,
κοιτάχτε αυτά τα φονικά κι ανόσια έργα.
ΗΛΕΚΤΡΑ: Κι είμαι εγώ η αιτία
που σαν φωτιά η δυστυχισμένη
πάνω στη μάνα μου έπεσα,
σ’ εκείνη που με γέννησε. (στ. 1177- 85)
Τώρα συνειδητοποιούν το μέγεθος του εγκλήματος και νιώθουν ότι είναι μιάσματα. Δε θα βρεθεί άνθρωπος θεοφοβούμενος ή φίλος ή σύζυγος που θα σταθεί κοντά τους. Και ξαφνικά ο Ορέστης απευθύνεται στην Ηλέκτρα.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Είδες πώς έβγαλεν η δύσμοιρη
τα πέπλα της και μου ’δειξε τα στήθη
την ώρα της σφαγής;
Αχ! πώς γονάτισε στο χώμα!
Κι εγώ από τα μαλλιά……
ΧΟΡΟΣ: Ξέρω· σε σπάραξεν ο πόνος όταν άκουσες
τη θλιβερή κραυγή της μάνας που σε γέννησε.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Μέσα στο βόγκο της μου φώναζε,
απλώνοντας τα χέρια στο σαγόνι μου:
«Παιδί μου, σε ικετεύω».
Γαντζώθηκε απ’ τα γένια μου
κι έτσι απ’ το χέρι μου έπεσε το ξίφος.
ΧΟΡΟΣ: Η άμοιρη· πώς βάσταξες να δεις
της μάνας σου να χύνεται το αίμα
καθώς ψυχομαχούσε;
ΟΡΕΣΤΗΣ: Με το μανδύα σκεπάζοντας τα μάτια μου
την εθυσίασα, το μαχαίρι
μπήγοντας στο λαιμό της.
ΗΛΕΚΤΡΑ: Κι εγώ σου ’δωσα θάρρος
και κράτησα μαζί σου το σπαθί.
ΧΟΡΟΣ: Φριχτότατο έκανες κακούργημα. (στ. 1206-26)
Η σκηνή είναι συγκλονιστική. Ο ποιητής επέλεξε να παρακάμψει το τυπικό της αγγελικής ρήσης10 και να παρουσιάσει τους δύο αυτουργούς να διηγούνται οι ίδιοι το φονικό. Καθώς ακούνε τον εαυτό τους να διηγείται, ξαναζούν το έγκλημα στιγμή προς στιγμή. Ο σπαραγμός τους είναι απίστευτος. Οι παρεμβάσεις του χορού κάνουν το πλέγμα της κοινωνικής τους απομόνωσης αδιαπέραστο.
Ο Ορέστης ζητά από την αδελφή του να σκεπάσει με πέπλα της μάνας το κορμί. Κι ενώ η Ηλέκτρα την καλύπτει, της απευθύνει έναν τελευταίο συγκλονιστικό χαιρετισμό.
Αγαπημένη εσύ και μισημένη.(!) (στ. 1230)
«Πόσο δυσεξιχνίαστη η ψυχή του ανθρώπου!…»11
Στο θεολογείο εμφανίζονται οι Διόσκουροι και απευθύνονται στον Ορέστη. Ήρθαν γιατί είδαν τη σφαγή της αδελφής τους. Οι θεατές περιμένουν να ακούσουν ένα δριμύ κατηγορώ των θεών για τους δυο φονιάδες και την ετυμηγορία για την τιμωρία τους. Αντί γι’ αυτό οι Διόσκουροι δηλώνουν
Ετούτη δίκαια τιμωρήθηκε, μα δίκαια
δεν έπραξες εσύ. Ο Φοίβος, ναι ο Φοίβος……
αν και σοφός, δε σου ’δωσε μαντείες
σοφές. (στ. 1244-6)
κι έπειτα ανακοινώνουν αυτά που πρέπει να γίνουν. Ο Ορέστης πρέπει να δώσει την Ηλέκτρα γυναίκα στον Πυλάδη κι αυτός να την πάρει μαζί του στην πατρίδα του. Ο Ορέστης, επειδή θα τον κυνηγήσουν οι Ερινύες12, πρέπει να φύγει για την Αθήνα. Εκεί θα τον δικάσουν, ο Απόλλωνας θα αναλάβει την ευθύνη για το φόνο και ο Ορέστης θα αθωωθεί. Θα πάει μετά σε μια πόλη αρκαδική να κατοικήσει, που θα πάρει το όνομά του. Την Κλυταιμήστρα θα την θάψουν ο Μενέλαος και η Ελένη που γύρισαν από την Αίγυπτο. Γιατί η Ελένη ποτέ δε βρέθηκε στην Τροία. Ο Δίας έστειλε το είδωλό της εκεί, μόνο και μόνο για να γίνει πόλεμος και να σκοτωθούν τόσοι άνθρωποι13. Ο Πυλάδης να δώσει πλούσια δώρα στον πρώτο άντρα της Ηλέκτρας. Κι ο Ορέστης γρήγορα να πάει στην Αθήνα. Γιατί μόλις αθωωθεί, θα ζήσει καλότυχα.
Θεατές και χορός τα έχουν χάσει. Για τόσο βαρύ έγκλημα δεν περίμεναν τέτοιες λύσεις από τους από μηχανής θεούς. Κι ο χορός βιάζεται να ρωτήσει
Και πώς εσείς, όντας θεοί κι αδέλφια
της σκοτωμένης, δεν εδιώξατε
τις συμφορές απ’ το παλάτι; (στ. 1298-300)
Το ύφος της ερώτησης ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της σεμνότητας με την οποία πρέπει να απευθύνεται κανείς στους θεούς και αγγίζει τα όρια της βλασφημίας. Οι Διόσκουροι αντιπαρέρχονται νηφάλιοι την προσβολή.
Η μοίρα κι η ανάγκη οδηγούσαν
εκείνο που έπρεπε να γίνει,
κι οι άσοφοι χρησμοί του Φοίβου. (στ. 1301-2)
Απορία, όμως, έχει και η Ηλέκτρα. Καλά τα είπανε για τον Ορέστη ότι τον παρέσυραν άσοφοι χρησμοί. Αυτήν, όμως, ποιος Απόλλωνας και ποιοι χρησμοί τής όρισαν να γίνει μητροκτόνος; Οι Διόσκουροι απαντούν το ίδιο νηφάλια και σίγουροι γι’ αυτό που λένε. Κοινές τύχες και μια προγονική κατάρα σύντριψε τα δυο αδέλφια. Τόσο εύκολα απαλλάσσουν την Ηλέκτρα; Μα αν αυτή δεν κατάστρωνε το σχέδιο, αν δεν πίεζε τόσο πολύ τον αδελφό της, αν δεν του ’πιανε το χέρι να σπρώξει το μαχαίρι, η μάνα τους θα ζούσε!
Τα δυο αδέλφια πέφτουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου για να αποχαιρετιστούν. Το έργο πλησιάζει στο τέλος του κι οι θεατές δεν ξέρουν τι να προσέξουν από δω και πέρα. Τα λόγια; Μήπως και καταλάβουν από κάποια φράση γιατί τόσο προκλητικά αθωώθηκε η Ηλέκτρα; Ή τον αποχωρισμό των δύο αδελφών; Ο ποιητής επιλέγει το δεύτερο. Συνθέτει ένα σπαραχτικό αποχαιρετισμό και προσανατολίζει όλο το ενδιαφέρον των θεατών του σ’ αυτόν.
ΟΡΕΣΤΗΣ: Αχ! αδελφή μου, τώρα που σε βρήκα,
μετά από τόσα χρόνια, τώρα αμέσως
θα στερηθώ τη θέρμη της αγάπης σου
και θα σε χάσω, φεύγοντας, για πάντα…….
ΗΛΕΚΤΡΑ: Σφιχτά, αδελφέ μου, αγκάλιασέ με…..
ΟΡΕΣΤΗΣ: Πέσε στην αγκαλιά μου, αγκάλιασέ με,
και κλάψε σα να κλαις πάνω σε τάφο…….
Ποτέ μου πια δε θα σε δω!
ΗΛΕΚΤΡΑ: Ούτε κι εγώ θα δω τα μάτια σου. (στ. 1308-32)
Ο Ορέστης ζητά από τον Πυλάδη να παντρευτεί την αδελφή του, αλλά οι Διόσκουροι του λένε να βιαστεί. Οι Ερινύες ήδη έρχονται και πρέπει γρήγορα να φύγει για την Αθήνα. Οι ίδιοι πρέπει να πάνε στο πέλαγος της Σικελίας για να σώσουν κάποια καράβια14. Κι όπως θα πετούν ψηλά στον αέρα, θα βοηθούν τους δίκαιους. Έτσι που κανείς να μη θέλει να πράξει το άδικο μήτε να ταξιδεύει με επίορκους.
Το έργο τελείωσε και οι θεατές μένουν καρφωμένοι στις θέσεις τους. Είναι δυνατόν, ενώ περιμένουν να λυθούν οι απορίες τους, να δημιουργείται καινούρια απορία ακριβώς με το τέλος του έργου; Με ποια λογική οι Διόσκουροι στηλιτεύουν τους επίορκους, όταν μόλις πριν από λίγο έχουν απαλλάξει δύο μητροκτόνους, και μάλιστα τους φονιάδες της ίδιας τους της αδελφής; Και πώς ο Ευριπίδης, ενώ προσανατόλισε όλο το έργο στην καταδίκη της μητροκτονίας, τελικά αθωώνει τους μητροκτόνους; Αν αυτά δε λυθούν κατά τη διάρκεια της παράστασης, πότε θα λυθούν; Προφανώς, μετά την παράσταση! Κι είναι τόσο πολλές οι προκλήσεις αυτού του έργου, που οι θεατές θέλουν να τις συζητήσουν.
Συνήθως από τα εύκολα αρχίζουν αυτές οι συζητήσεις. Από το πώς, για παράδειγμα, τους φάνηκε ο ηθοποιός που έπαιζε τον Πυλάδη. Κι όταν κάποιος πει πως ο Πυλάδης δεν είχε ρόλο, κάποιος άλλος θα αντιτείνει. Ε, όχι και δεν είχε ρόλο! Απ’ την αρχή μέχρι το τέλος ήταν παρών. Και ο Ορέστης του απευθύνθηκε, και η Ηλέκτρα μίλησε γι’ αυτόν, και οι Διόσκουροι επίσης. Αυτός, όμως, έμεινε άλαλος. Εύκολα παίζει κανείς τον άλαλο; Ε, τι! Δύσκολα θα ’κανε κάποιος τη σκιά του Ορέστη; Όχι τη σκιά του. Τη συνείδησή του… Αυτό, μάλιστα. Εύκολο δεν είναι.
Μα κι ο χορός! Μόνο στην αρχή προσπάθησε να βοηθήσει την Ηλέκτρα. Από κει και πέρα σχεδόν τίποτα. Εμβόλιμα στάσιμα. Πού είναι οι χοροί του Ευριπίδη που συμπάσχουν με τον υποκριτή; Κάποιος θα βρισκόταν τότε να ρωτήσει. Περίμενε κανείς να βάλει ο Ευριπίδης το χορό να βοηθά μητροκτόνους; Και θα ’χε κι αυτή η απορία λυθεί.
Τα δύσκολα, όμως, έρχονται στη συνέχεια και αφορούν τα βασικά πρόσωπα του έργου, που ο ποιητής τα παρουσίασε εντελώς διαφορετικά απ’ ό,τι μέχρι τώρα γνώριζαν οι θεατές. Μια ήπια και μετανοημένη Κλυταιμήστρα, ένας δίβουλος Ορέστης, μια αδίστακτη Ηλέκτρα. Πόσο αβυσσαλέο το πάθος της! Σκότωσε τη μάνα της χωρίς καμιά σοβαρή κατηγορία σε βάρος της. Γιατί; Υπάρχει μήπως καμιά αιτία τόσο ισχυρή για να σκοτώσει κανείς τη μάνα του; Κι οι Διόσκουροι, τότε, γιατί την απάλλαξαν; Αλλά δε μίλησαν πολύ γι’ αυτήν. Τον Ορέστη φαινόταν πως νοιάζονταν. «Κάνε το ένα, κάνε το άλλο…. Μετά τη δίκη θα ζήσεις καλότυχα… Τρέχα, τρέχα να σωθείς…» Μα είναι δυνατόν να νοιάζονται για το φονιά της αδελφής τους; Και γιατί ο Ευριπίδης δε χρησιμοποίησε κάποιον άλλο από μηχανής θεό; Έπρεπε να βάλει τους Διόσκουρους να αθωώνουν τους φονιάδες, με το αίμα της αδελφής τους ακόμα ζεστό, ζωντανό μπροστά τους;
Και τότε ξαφνικά όλα καθαρίζουν. Το αίμα της αδελφής; Όχι της αδελφής. Το αίμα της μάνας είναι ζωντανό! Οι Διόσκουροι έχουν το ίδιο αίμα με την Κλυταιμήστρα. Το αίμα της μάνας μιλά στο τέλος! Τα παιδιά της, με διαφορετικά συναισθήματα το καθένα, φτάσανε στη μητροκτονία. Ακόμα, όμως, και σ’ αυτήν την ακραία κατάσταση, η μάνα είναι αυτή που θα προσπαθήσει να τα βγάλει από το αδιέξοδο στο οποίο έχουν περιέλθει. Την Ηλέκτρα, εξάλλου, την είχε συγχωρήσει όταν ακόμη ήταν ζωντανή. «Δε σου κρατάω κακία» της είχε πει!. Τ’ αγόρι της όμως; Ένα «παιδί μου σε ικετεύω» πρόφτασε να του πει. Πρόφτασε όμως να δει την απόγνωση στα μάτια του. Και το μαχαίρι είδε, που του ’πεσε από το χέρι. Μα τώρα θα το κυνηγούν οι Ερινύες. Αυτό, το αγόρι της, που δεν πρόφτασε να το χαρεί, πρέπει τώρα να φροντίσει! Γι’ αυτό τον νοιάζονται τόσο πολύ οι Διόσκουροι!
Δεν είναι, λοιπόν, οι Διόσκουροι που αθωώνουν τους φονιάδες. Είναι η μάνα που έχει συγχωρήσει τα παιδιά της!
* Η μετάφραση του αρχαίου κειμένου είναι του Τ. Ρούσσου
Σημειώσεις:
1. Το ίδιο θέμα με την Ηλέκτρα του Ευριπίδη πραγματεύεται ο Αισχύλος στις Χοηφόρους και ο Σοφοκλής στην Ηλέκτρα. Και οι δύο παρουσιάζουν την Ηλέκτρα να ζει στο παλάτι. Ο ένας στο Άργος κι ο άλλος στις Μυκήνες.
2. Το έργο διδάχθηκε την άνοιξη του 413 π.Χ. Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που ο μορφονιός, ο Αλκιβιάδης, έπεισε τους Αθηναίους να εκστρατεύσουν στη Σικελία. Ο ποιητής στις Τρωάδες είχε δείξει την αντίθεσή του σ’ αυτό το εγχείρημα. Τώρα, κι ενώ τα πράγματα στη Σικελία πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, δίνει το δικαίωμα στον εαυτό του να ψέξει τους συμπολίτες του. Τα κριτήρια επιλογής των ηγετών τους είναι εσφαλμένα.
3. Εμβόλιμα χαρακτηρίζονται τα στάσιμα που το περιεχόμενό τους δεν έχει άμεση σχέση με την υπόθεση του έργου.
4. Ω! στήριγμα της γης, όποιος κι αν είσαι… / ή Δίας ή αλύγιστος της πλάσης / νόμος, ή νους των θνητών (Τρωάδες, 893-5)
5. Διάλογος που εξελίσσεται ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, στίχο προς στίχο.
6. Ο χορός υπονοεί ότι ο Δίας έδωσε την εξουσία στον Ατρέα και τα παιδιά του. Η Κλυταιμήστρα, με το φόνο του Αγαμέμνονα και παίρνοντας ως άντρα της το γιο του Θυέστη, τον Αίγισθο, αντιβαίνει στη βούληση του Δία και δίνει την εξουσία σε απόγονο του Θυέστη.
7. Η εξέταση των σπλάχνων των ζώων ήταν ένας τρόπος για να μαντεύουν το μέλλον.
8. Υπονοεί ότι η Κλυταιμήστρα δεν ήταν πιστή στον Αίγισθο, κάτι που δε μας παραδίδεται από άλλη πηγή.
9. Εννοεί την Κασσάνδρα, κόρη του Πρίαμου και της Εκάβης, που έφερε ο Αγαμέμνονας από την Τροία.
10. Λόγια ενός αγγελιαφόρου που αφηγείται γεγονότα τα οποία δεν μπορούν να παρουσιασθούν στη σκηνή.
11. Στ. Δρομάζος, Αρχαίο Δράμα, σ. 329.
12. Θεότητες που κυνηγούσαν τους επίορκους και τους μητροκτόνους.
13. Το θέμα αυτό πραγματεύεται ο ποιητής στην τραγωδία Ελένη.
14. Αρκετοί μελετητές υποστηρίζουν ότι αυτά που λένε οι Διόσκουροι σ’ αυτό το σημείο αποτελούν υπαινιγμό του ποιητή για τη δύσκολη κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο Αθηναϊκός στόλος στη Σικελία.
Tραγωδία ανοιχτά της Κρήτης με θύματα 22 μετανάστες
Σε απέραντο υγρό νεκροταφείο έχει μετατραπεί η Μεσόγειος για τις στρατιές των κολασμένων της γης, τα θύματα της φτώχειας και των πολέμων. Νέα τραγωδία εκτυλίχθηκε ανοιχτά της Κρήτης, με τουλάχιστον 22...
Εκδήλωση – συζήτηση το Σάββατο 28 Μαρτίου στο Δημαρχείο Καλλιθέας: «Το Δημόσιο σχολείο που θα θέλαμε να έχουμε»
ΑΠΕΜΠΛΟΚΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΔΙΚΟ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥΣ - Στις 28 Μάρτη, 3μμ στο Σύνταγμα και σε όλη την Ελλάδα κατεβαίνουμε στο δρόμο!