10-29-2026 19:09
Κέρκυρα
- Κατηγορία: Κέρκυρα
Πέντε ήρωες του συναρπαστικού βιβλίου του Ν. Παργινού για το Λαζαρέτο
Γράφει ο Χρήστος Γαρουνιάτης
Το ιστορικό μυθιστόρημα του Νίκου Παργινού «Η τελευταία εκτέλεση», έργο πραγματικά μοναδικό και μεγάλης σημασίας για την κερκυραϊκή ιστορική μνήμη, αφού έχουν προ πολλού εξαντληθεί οι παλαιότερες εκδόσεις συγκρατουμένων των εκτελεσμένων αγωνιστών του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, όπως και οι «Φωνές» που εξέδωσε πριν από δύο και πλέον δεκαετίες ο συμπολίτης μας Νίκος Μητσιάλης για τον εγχώριο αντίτυπο όσων διαδραματίζονταν στη φυλακή-κάτεργο της πόλης στο φόντο των τραγικών φόνων αθώων ανθρώπων στη νησίδα, ξεκινά και τελειώνει στο Λαζαρέτο.
Ο βασικός λογοτεχνικός ήρωας, Λευτέρης Παπάζογλου, βρίσκεται έγκλειστος στις βάρβαρες εγκληματικές Φυλακές της Κέρκυρας, γνωρίζοντας ότι η εκτέλεσή του έχει ήδη αποφασιστεί.
Το Λαζαρέτο μετατράπηκε σε «ιδεοκαθαρτήριο» και τόπο θυσίας, αφού ο μοναδικός πραγματικός λόγος εκείνων των εκτελέσεων ήταν η άρνηση των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, είτε ήταν μέλη του ΚΚΕ είτε όχι, να το αποκηρύξουν.
Ο συγγραφέας εκφράζει συχνά την ανάγκη να παραμείνει η ιστορική μνήμη ζωντανή. Θεωρεί ότι το Λαζαρέτο αποτελεί μια «ανοιχτή πληγή» και ένα μνημείο που πρέπει να αξιοποιηθεί σωστά, ώστε να γνωρίζουν οι νεότερες γενιές την ιστορία των αγωνιστών που εκτελέστηκαν εκεί.
Ο Παργινός «ακολούθησε τον ήρωά του στο σκοτεινό κελί του», επιχειρώντας να αποδώσει με σεβασμό τα όρια της ανθρώπινης αντοχής και της αξιοπρέπειας μπροστά στον θάνατο.
Σε αυτά θέλουν να συμβάλλουν και αυτές εδώ οι γραμμές, με πρόσθετα στοιχεία για ορισμένους από εκείνους και τις άδικες δίκες τους, που οδήγησαν σε αποφάσεις σκοπιμότητας για τη θανατική καταδίκη τους.
Ο Χρήστος Αικατερίνης
Ένας από εκείνους που εκτελέστηκαν τα χρόνια 1947-1949 ήταν ο εικονιζόμενος δεξιά στην εισαγωγική φωτογραφία της εποχής του Χρήστος Αικατερίνης, γεωργός. Ο εικονιζόμενος δίπλα του είναι ο αδελφός του, Γιάννης Αικατερίνης. Αμφότεροι ζούσαν με την οικογένειά τους στο μαρτυρικό χωριό Άγιος Θωμάς του νομού Βοιωτίας και αγωνίστηκαν στη διάρκεια της Κατοχής με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ εναντίον των Γερμανών, οι οποίοι στις 22 Ιούλη 1944 έκαψαν το χωριό και σκότωσαν, μεταξύ άλλων, τον Γιάννη Αικατερίνη. Αρκετοί από τους δεκάδες εκτελεσμένους είχαν τέτοιες παρόμοιες ιστορίες να διηγηθούν. Συγγενείς τους έπεσαν θύματα των ξένων κατακτητών και οι ίδιοι γλίτωσαν, όχι όμως για πολύ, αφού ακολούθησαν νέοι δήμιοι.
Περιγραφές συγκρατουμένων του αναφέρουν για τον ίδιο και τη βραδιά που τον πήραν από το κελί του, όπως και άλλους από διαφορετικά κελιά, για εκτέλεση:
Τον πήραν τελευταίο τη βραδιά αυτή. Όταν άνοιξαν το κελί του ήταν ανεβασμένος στην πλάτη ενός άλλου αγωνιστή και φώναζε με το χωνί γι' αυτή την εκτέλεση. Με το άνοιγμα του κελιού του, ένας φύλακας κάρφωσε τη ματιά απάνω του.
– Μήπως θέλετε εμένα;
Και επειδή δεν πήρε απάντηση κατάλαβε, ήταν γι' αυτόν. Και απάντησε:
– Κατεβαίνω αμέσως. Μόνο να με αφήσετε να φορέσω τα καλά μου ρούχα. Πάω κι εγώ σαν το Γιάννη.
Σώθηκαν και οι εξής, αναλυτικότερες περιγραφές συγκρατουμένων του για τον ίδιο:
Ήρθαν στην αχτίνα μας χωρίς να τους ακούσουμε (...) Ο Αικατερίνης είναι ανεβασμένος στη «σκαλωσιά» και φωνάζει: «Λαέ της Κέρκυρας...», το φως απ' τους φακούς στραβώνει (...) Σαν τέλειωσε το σύνθημά του ο Κατερίνης τους ρωτάει: Αν θέλετε εμένα, είμαι έτοιμος... και μ' ένα πήδημα βρέθηκε στο πάτωμα. Περιμένετε όμως δυό λεπτά να ετοιμαστώ... Ντύθηκε, έβαλε τα καλά του, φόρεσε και τα καινούργια του παπούτσια...
– Ξέρεις, απαγορεύεται η γραβάτα, λέει κάποιος φύλακας απ' το σκοτάδι...
– Γιατί, ρώτησε απότομα ο «γαμπρός»...
– Ας τον, δεν πειράζει, δεν πνίγονται αυτοί, πρόσθεσε κάποιος άλλος.
– Το μαντήλι... ξέχασα το μαντήλι... Κάνει τη βαλίτσα του άνω κάτω ώσπου να το βρει... Είναι κεντητό σε μια άκρη... Το διπλώνει και το βάζει στο λαιμό... Κοιτάζεται σα νάχε καθρέφτη... Ωραίος, του λένε ξένοι και δικοί... Το μαύρο κοστούμι, η γραββάτα, τ' άσπρο πουκάμισο και τα σπαστά μαύρα μαλλιά τον κάνουν ζωγραφιά... Είμαι έτοιμος... Α! Μια στιγμή, κάτι ξέχασα. Πάει στο παληό του σακάκι και παίρνει ένα μπλοκ... Έχει σημειώσει τα... οικονομικά της παρέας. Προσθέτει, αφαιρεί και... μετράει τα υπόλοιπα... Εντάξει... Μετά απ' το πορτοφόλι του, βγάζει ένα κατοστάρικο (...) «Αυτό να το πάρετε λουκούμια για την αχτίνα απ' ένα στον καθένα...».
Φιλάει τους συντρόφους του, περνάει ένα ένα τα κελλιά, χαιρετάει... Φωνές, χωνιά, πανζουρλισμός... Στη μέση του διαδρόμου θα μας χαιρετήσει με τα λόγια: «Παιδιά, δεν είναι τίποτα ο θάνατος, σαν περάσει η πρώτη ανατριχίλα, που κρατάει όσο ν' ακούσεις το ΕΣΥ, μετά τίποτα... Ζήτω η Αντίσταση... Κάτω η ταπείνωση... Γεια σας αδέλφια...».
Έφυγε... Εκτελέστηκε στο Λαζαρέτο στις 4 Μάρτη 1948, μαζί με άλλους πέντε συναγωνιστές του
Ο Νίκος Δημάκος
Ο Νίκος Δημάκος, ένας άλλος από τους ιστορικούς ήρωες του συναρπαστικού μυθιστορήματος του Ν. Παργινού, αρχικά, την 1η Φλεβάρη 1946, προσήχθη σε δίκη στο Δικαστήριο Συνέδρων Αθηνών, μαζί με μία γυναίκα, με την κοινή κατηγορία ότι το... 1933, παραβαίνοντας τον βενιζελικό νόμο 4229/1929 «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος», από κοινού «προσήλθον εις συνάθροισιν προσώπων επιθυμούντων την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος». Επρόκειτο, όπως εξηγούσε το κατηγορητήριο, για «κομμουνιστική συγκέντρωση» που είχε γίνει τις 26 Φλεβάρη 1933 στο αθηναϊκό θέατρο «Ακροπόλ», όπου οι κατηγορούμενοι εντοπίστηκαν «ψάλλοντες επαναστατικά εμβατήρια». Είδε κι έπαθε για να γίνει δεκτό, τελικά, ότι το «αδίκημα» είχε παραγραφεί. Σύμφωνα με στοιχεία των πρακτικών εκείνης της δίκης, ο αγωνιστής είχε συλληφθεί και καταδικαστεί για παρόμοιο λόγο, επί δικτατορίας Μεταξά, το 1938.
Άλλη δίκη του στο ίδιο δικαστήριο, για «έγκλημα φόνου», ξεκίνησε τις 20 Ιούνη 1946. Ήταν κατηγορούμενος μαζί με έναν συναγωνιστή του, ως υπεύθυνος ή συνυπεύθυνος «μετ' άλλων», αγνώστων, για τον θάνατο πρώην λοχία των προδοτικών Ταγμάτων Ασφαλείας, στην περιοχή του Ταύρου στην Αττική, τις 2 Δεκέμβρη 1944.
Μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν, με συκοφαντικές υποθέσεις, εναντίον του: «Ο Δημάκος εκάλεσε τον (...) έξω από ταβέρνα όπου ήμουν και όταν βγήκα δεν είδα κανέναν (...) Την επομένην εύρον τον Δημάκον ένοπλον με στολήν ανθυπολοχαγού, τον ερώτησα και μου είπε ότι τον έστειλε εις το Τμήμα (του ΕΑΜ) στην Καλλιθέα - Νέα Σμύρνη (...) Κατά την γνώμην μου τον (...) τον εξετέλεσαν οι κατηγορούμενοι διότι ήτο εις τα Τάγματα Ασφαλείας (...) Τον είχον συλλάβει και την 26 Οκτωβρίου 1944 (...) Οι κατηγορούμενοι ήσαν στην ΟΠΛΑ (σ.σ. Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών). Ευρέθησαν 25-28 πτώματα, έκαμαν δε τους φόνους οι κατηγορούμενοι, με τους (...) και άλλους (...) Οι κατηγορούμενοι ανήκον εις την Πολιτοφυλακήν, προπαντός δε ο Δημάκος βαρύνεται με σωρείαν εγκλημάτων διότι αυτός διηύθυνεν (...), είχε μαζί του και όπλο και μαχαίρι, ήτο αρχηγός (...)».
Κινδύνευσε να βρεθεί κατηγορούμενη μία μάρτυρας κατηγορίας, όταν κατέθεσε στο δικαστήριο στοιχεία υπέρ του για το περιστατικό στην ταβέρνα, αλλάζοντας το περιεχόμενο ένορκης κατάθεσης που «αυτοβούλως», υποτίθεται, είχε δώσει. «Δεν μου είπε κανείς να καταθέσω υπέρ του Δημάκου», επέμεινε, βαλλόμενη από δικαστές.
Ο αγωνιστής καταδικάστηκε, ωστόσο, σε θάνατο. Για την απολογία του, αναφέρθηκε ασαφώς μόνο το εξής, στα πρακτικά της δίκης: «Απολογούμενοι οι κατηγορούμενοι ηρνήθησαν την αποδιδομένην αυτοίς πράξιν, του Δημάκου ομολογήσαντος ότι συνέλαβε πράγματι τον παθόντα και τον παρέδωσε εις μίαν περίπολον».
Μία ακόμη δίκη του ξεκίνησε τις 20 Ιούλη 1946. Ήταν κατηγορούμενος, αυτή τη φορά μαζί με άλλους τέσσερις συναγωνιστές του, μεταξύ των οποίων και ο αδελφός του Θεόδωρος, ως υπεύθυνος ή συνυπεύθυνος για τον θάνατο άλλου προσώπου κατηγορούμενου για συνεργασία με τον κατακτητή, στην περιοχή του Ταύρου, τα τέλη της κατοχικής περιόδου.
Κατέθεσαν εναντίον του και εναντίον του αδελφού του Θεόδωρου, επίσης μελλοθάνατου στην Κέρκυρα, δύο μάρτυρες κατηγορίας, αναφέροντας διαφορετικές τοποθεσίες όπου υποτίθεται τα δύο αδέλφια «εγκλημάτησαν», την ίδια ημέρα και ώρα, εναντίον ενός και του αυτού προσώπου: «Είδον 4 άτομα που συνώδευον ένα άτομο, εξ αυτών εγνώρισα μόνον τους αδελφούς Δημάκου. Ούτοι ωδήγησαν το άνω άτομο εις ένα ρέμμα όπου ήτο κοντά, απ' όπου ακούσαμε πυροβολισμούς (...) Τους είδον από αποστάσεως 250 μέτρων. Τον ανωτέρω ασφαλώς εσκότωσαν οι αδελφοί Δημάκου (...) Ήσαν μέλη της ΟΠΛΑ (...) Τον πήρανε οι Ελασίται (...) δια ανάκρισιν εις τα Σφαγεία».
Τότε το δικαστήριο αποφάσισε αναβολή της ολοκλήρωσης της δίκης (παραμένει άγνωστη η συνέχεια).
Στα πρακτικά των δικαστικών διώξεων που αντιμετώπισε, αποτυπώθηκαν ως εξής τα στοιχεία ταυτότητας που δήλωσε: «Νικόλαος Δημάκος ή Μανιάτης, εγεννήθη εν Καφιόνα Λακωνίας και κατοικεί ενταύθα, ετών 29, εκδορεύς, εγγράμματος, Έλλην και χριστιανός ορθόδοξος, γονέων Ευαγγέλου και Μαρίας, έγγαμος μετά της Ανθούλας Κ. Κουμπάρου, έχει εν άρρεν τέκνον, πέντε αδελφούς και δύο αδελφάς».
Ο Λευτέρης Ναυπλιώτης
Η δίκη του Λευτέρη Ναυπλιώτη έγινε το τριήμερο 11-13 Νοέμβρη 1946 στην Αθήνα. Ήταν κατηγορούμενος μαζί με άλλους επτά συναγωνιστές του, ένας από τους οποίους ήταν ο επίσης εκτελεσμένος στο Λαζαρέτο συμπολίτης του Αλέκος Μικρόπουλος, που καταδικάστηκε στην ίδια δίκη σε θάνατο.
Κατηγορήθηκε, ως «συνεργός», για τον θάνατο γνωστών και κυριολεκτικά άγνωστων προσώπων, στον Πειραιά και κυρίως σε άτυπο Φρουραρχείο του ΕΛΑΣ στην περιοχή του Προφήτη Ηλία, στη διάρκεια της Κατοχής και ειδικότερα τον Σεπτέμβρη του 1944, καθώς και μετά την απελευθέρωση και πιο συγκεκριμένα την περίοδο 12 Οκτώβρη - 8 Δεκέμβρη 1944.
Σε συνοπτικά πρακτικά της δίκης αναφέρονται για τον νεαρό αγωνιστή, όσον αφορά την ταυτότητά του: «Ελευθέριος Ναυπλιώτης, ο πατήρ του ονομάζεται Σπυρίδων και η μήτηρ του Παναγιώτα, εγεννήθη εν Πειραιά και κατοικεί εν Πειραιά, ετών 32, υδραυλικός, άγαμος, εγγράμματος». Στο μεταξύ τού είχαν φορτώσει και υπόθεση κλοπής. Ήδη τον είχαν καταδικάσει «επί κλοπή» φερόμενου εκτελεσμένου από τον ΕΛΑΣ, ενώ το διήμερο 6-7 Νοέμβρη 1946, κατηγορούμενος και σε αυτή την περίπτωση ως υπεύθυνος «δια φόνους» την κατοχική περίοδο, είχε προσαχθεί μαζί με συμπολίτη του ΕΑΜίτη σε άλλη δίκη, η οποία είχε διακοπεί λόγω μη προσέλευσης μαρτύρων κατηγορίας και είναι άγνωστο αν ολοκληρώθηκε.
Οι μάρτυρες κατηγορίας στη νέα αυτή δίκη ήταν κατά βάση αστυνομικοί και βρήκαν ελάχιστα να καταμαρτυρήσουν εις βάρος του, καθώς συγκέντρωναν τα πυρά τους σε άλλους κατηγορούμενους, ζητώντας παράλληλα την καταδίκη όλων. «Για τον Ναυπλιώτη δεν έχω υπ' όψιν μου συγκεκριμένως ποίους φόνους έκανε (...), οι κατηγορούμενοι (...) και Ναυπλιώτης έλαβον μέρος εις όλας τας εκτελέσεις», δεν ντράπηκε να πει αστυφύλακας, προσθέτοντας, όταν του ζητήθηκαν αποδείξεις ή ενδείξεις για τους ισχυρισμούς του: «Αυτά δεν τα είδα με τα μάτια μου, αλλά μου τα είπον διάφορα πρόσωπα μυστικά της υπηρεσίας τα οποία δεν δύναμαι να κατονομάσω δι' υπηρεσιακούς λόγους». Άλλος μάρτυρας κατηγορίας ανέφερε ότι μόνον είχε συλληφθεί από εκείνον και άλλους του ΕΛΑΣ. «Ήταν όλοι τους στην ΟΠΛΑ, τους βλέπαμε με όπλα», επέμενε άλλος, αορίστως. «Τον Σεπτέμβριον του 1944 ο Ναυπλιώτης κυνηγούσε μία γυναίκα (...), αργότερα διεδόθη ότι σκοτώθηκε η γυναίκα αυτή», κατέθεσε άλλος, σε διαφορετικό ρόλο. «Ήξερα ότι υπηρετούσε στην Ασφάλεια και κατόπιν πήγε στο ΕΑΜ», ανέφερε, ως κατηγορία για «αυτομόληση» του αγωνιστή από την «εθνικόφρονα παράταξιν» στο στρατόπεδο της Εθνικής Αντίστασης, έτερος κατήγορός του, προσθέτοντας: «Όλοι οι κατηγορούμενοι ήσαν οργανωμένοι στο ΚΚΕ, ΕΑΜ, ΕΛΑΣ».
Αυτά ήταν όλα κι όλα όσα κατατέθηκαν εις βάρος του αγωνιστή στη δίκη. Ωστόσο, στάθηκαν αρκετά για το δικαστήριο σκοπιμότητας, που τον καταδίκασε σε θάνατο. Τον κήρυξε «ένοχον δια τρεις φόνους», με επίκληση παλαιών ένορκων καταθέσεων σε αστυνομικά όργανα, οι οποίες δεν υποστηρίχτηκαν ούτε στοιχειωδώς ενώπιον του δικαστηρίου.
Ούτε λέξη από την απολογία του νεαρού αγωνιστή ή άλλου κατηγορούμενου δεν σώθηκε στα πρακτικά. Γράφτηκε, απλώς, τούτο: «Ηρνήθησαν άπαντες τας αποδιδομένας αυτοίς κατηγορίας».
Μία ακόμη δίκη που αντιμετώπισε και είναι άγνωστο αν ολοκληρώθηκε, ξεκίνησε τις 27 Γενάρη 1947 και αναβλήθηκε λίγη ώρα μετά την έναρξή της, με το αιτιολογικό της απουσίας μαρτύρων κατηγορίας. Κατηγορούνταν για τη δράση του στο πλαίσιο του ΕΛΑΣ, μαζί με άλλους επτά συναγωνιστές του, ως «συνεργός μετ' άλλων αγνώστων προσώπων εις ανθρωποκτονίας», σε παρόμοια υπόθεση. Συχνά, άγνωστοι σκότωναν αγνώστους...

Ο Αντώνης Μπέης
Μία πρώτη δίκη του Αντώνη Μπέη έγινε ερήμην του, στην Αθήνα, τις μέρες 1-5 Δεκέμβρη 1945. Ήταν συγκατηγορούμενος, με άλλους δύο συναγωνιστές του στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, ως συνυπεύθυνος, κυρίως, για τον θάνατο προσώπου στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται Στεφάνη Βοιωτίας, γνωστή τότε ως Κρόρα Αττικής ή Κρόρα Θηβών, την περίοδο των Δεκεμβριανών. Κρίθηκε «συνεργός» και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 20 ετών.
Τις 23 Οκτώβρη 1946 ξεκίνησε νέα δίκη του. Αυτή τη φορά ήταν κατηγορούμενος μαζί με άλλους τέσσερις συναγωνιστές του, μεταξύ των οποίων και ο αργότερα εκτελεσμένος επίσης στο Λαζαρέτο συμμαχητής του Κώστας Μιχαήλ. Κατηγορήθηκε πάλι για «συνέργεια σε ανθρωποκτονίες» στην ίδια περιοχή, στα όρια της Αττικής και της Βοιωτίας και κοντά σε εκκλησία, στη διάρκεια των Δεκεμβριανών και της γνωστής οργανωμένης μεταφοράς από τον ΕΛΑΣ «ομήρων» από την Αττική στην περιοχή αυτή.
Οι μάρτυρες κατηγορίας στο δικαστήριο δεν βρήκαν να καταμαρτυρήσουν εις βάρος του άλλα από τούτα μόνον: «Ο κατηγορούμενος Μπέης ήτο έξω από την εκκλησία (...) Τον Μπέη τον είδα εκεί, μάλλον θα έλαβε μέρος εις τας εκτελέσεις (...)».Τον είχαν κατηγορήσει ακόμη και για «κλοπή χρυσαφικών» από φερόμενα θύματα της υπόθεσης, πράγμα για το οποίο αθωώθηκε.
Άλλος μάρτυρας κατηγορίας, που σε υποτίθεται αυτόβουλη ένορκη κατάθεσή του τον ενοχοποιούσε ως «εκτελεστή δεκάδων ομήρων», διέψευσε ότι ισχυρίστηκε ποτέ οτιδήποτε σχετικό στην Αστυνομία. «Δεν είπα τέτοια πράγματα», ανέφερε κατηγορηματικά.
Σχετικά με την απολογία του αγωνιστή, μόνον η εξής προσβλητική αναφορά συμπεριλήφθηκε στα πρακτικά: «Οι κατηγορούμενοι απολογούμενοι ηρνήθησαν τας πράξεις των».
Το δικαστήριο όμως τον καταδίκασε σε θάνατο, όπως και τον συναγωνιστή του Κώστα Μιχαήλ, θεωρώντας τον συνυπεύθυνο «μετ' άλλων» για «πράξεις φόνου λαβούσας χώραν εν Κρόροις την 6ην Ιανουαρίου 1945». Του αποδόθηκε ενοχή για συνέργεια σε φόνους όχι μόνον οκτώ κατονομαζόμενων προσώπων, αλλά και... 43 άλλων ατόμων «αγνώστων ονοματεπωνύμων».
Τα στοιχεία ταυτότητάς του καταχωρήθηκαν στα πρακτικά αυτής της δίκης του ως εξής: «Αντώνιος Μπέης του Παναγιώτου και της Μαρίας, εγεννήθη και κατοικεί εν Μεγάροις, ετών 24, άγαμος, γεωργός και ουδέποτε κατηγορηθείς».
Τις 10 Μάρτη 1947 δικάστηκε ξανά, αυτή τη φορά μαζί με δώδεκα συναγωνιστές του, κατηγορούμενος πάλι για τη δράση του στη σύρραξη του Δεκέμβρη του 1944. Κατηγορήθηκε ως «συνεργός εν θέσει Βούρλων Ελευσίνος κατά το Γ' 10ήμερον του μηνός Δεκεμβρίου 1944 σε φόνο» κατοίκου των Μεγάρων, εναντίον του οποίου ο ΕΛΑΣ είχε στραφεί από την περίοδο της Κατοχής κατηγορώντας τον ως προδότη και τον οποίο οι Γερμανοί είχαν φυγαδεύσει στην Αθήνα. Μάρτυρες κατηγορίας ανέφεραν, ανάμεσα σε άλλα: «Από τον Αύγουστο του 1944 οι ελασίτες επιχείρησαν να τον συλλάβουν, τον Οκτώβριο του 1944 τους επέταξε μίαν χειροβομβίδαν και τους διέλυσεν και κατόπιν τούτων οι Γερμανοί μάς μετέφεραν εις τας Αθήνας (...) Οι ελασίτες τον (...) τον μετέφεραν δια μοτοσυκλέττας και σε αυτοκίνητο επέβαινον οι (...), Μπέης και (...), τον μετέφεραν εις Ελευσίνα και ένθα εις τον τόπον του εγκλήματος (...) Είχον κάμει και τον Μάρτιον του 1944 απόπειραν φόνου του (...) Είναι αληθές ότι το ποινικόν μου μητρώον έχει 10 περίπου καταδίκας, αλλά δεν είναι αληθές ότι εγώ πιέζω τους Μαγαρίτας να λέγουν εδώ (...) Ο Μπέης ήτο φρουρός του αυτοκινήτου (...), εφύλαττεν εμάς τους συλληφθέντας (...) Οι κατηγορούμενοι είναι μέλη της ΟΠΛΑ».
Σε κάποια φάση οι συνήγοροι υπεράσπισης δήλωσαν ότι αποχωρούν, για λόγο που δεν αναφέρεται στα πρακτικά.
Ο αγωνιστής, σύμφωνα με τα πρακτικά, «ηρνήθη να απολογηθή», όπως και άλλοι κατηγορούμενοι.

Ο Κώστας Τσουκλίδης
Μία πρώτη δίκη του Κώστα Τσουκλίδη έγινε τις 4 Οκτώβρη 1946 και συγκατηγορούμενοί του ήταν δύο άλλοι αγωνιστές, ο ένας από τους οποίους ήταν ο επίσης εκτελεσμένος αργότερα στο Λαζαρέτο συμπολίτης συναγωνιστής του Αποστόλης Μουστάκας. Κατηγορήθηκε ως «συνεργός μετ' άλλων» στον θάνατο ενός αστυνόμου, ενός υπαστυνόμου και ενός αρχιφύλακα την περίοδο των Δεκεμβριανών (9 Δεκέμβρη 1944) στην Πετρούπολη Αττικής. Κατά το κατηγορητήριο, συνέδραμε στη σύλληψή τους και στη μεταφορά τους με αυτοκίνητο σε σημείο όπου δύναμη του ΕΛΑΣ, με τη συμμετοχή του, τους εκτέλεσε για την «εθνικόφρονα» δράση τους.
Ο αγωνιστής δήλωσε στο δικαστήριο, σύμφωνα με τα πολύ συνοπτικά πρακτικά της δίκης, τα εξής στοιχεία, σχετικά με την ταυτότητά του: «Κωνσταντίνος Τσουκλίδης του Γεωργίου και της Φωτεινής, εγεννήθη και κατοικεί εν Ν. Λιοσίοις, ετών 54, εστιάτωρ, έγγαμος και πατήρ ενός τέκνου άρρενος». Στα ίδια πρακτικά αναφέρεται αλλού ως «οινοπώλης, 48 ετών».
Μάρτυρες κατηγορίας της Αστυνομίας, κυρίως, υποστήριξαν ότι ήταν μεταξύ «στασιαστών» που επιτέθηκαν στο Αστυνομικό Τμήμα Νέων Λιοσίων. Ισχυρίστηκαν εναντίον του και των άλλων κατηγορουμένων: «Μου είπαν, ότι οι στασιασταί συνέλαβον τους (...), τους ωδήγησαν κατ' αρχάς εις το Περιστέρι και μετά εις την Πετρούπολιν όπου τους συνέλαβον εις το Δημοτικόν σχολείον το οποίον εχρησιμοποίουν η Πολιτοφυλακή και (...) τους εξαφάνισαν σε χαράδρα (...) Ήταν στην ΟΠΛΑ και πάντα αρματωμένος (...) Τους είδα στην Πολιτοφυλακή». Ένας τους είπε επίσης πως ο αγωνιστής «δεν ήταν εντός του αυτοκινήτου» της μεταφοράς των αστυνομικών στο σημείο όπου φέρεται να εκτελέστηκαν, αλλά υπέθετε πως... δε μπορεί, κάπως θα συμμετείχε κι εκείνος στην «ομάδα εκτελεστών».
Το δικαστήριο καταδίκασε τον αγωνιστή σε ισόβια δεσμά, ενώ ο ίδιος είχε αρνηθεί τις κατηγορίες. Ακολούθησε άλλη δίκη με... ίδια κατηγορία και καταδίκη του σε θάνατο.
Καλή ανάγνωση του βιβλίου του Νίκου Παργινού όσοι αργήσατε!
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΑΡΟΥΝΙΑΤΗΣ
Πέντε ήρωες του συναρπαστικού βιβλίου του Ν. Παργινού για το Λαζαρέτο
Γράφει ο Χρήστος Γαρουνιάτης Το ιστορικό μυθιστόρημα του Νίκου Παργινού «Η τελευταία εκτέλεση», έργο πραγματικά μοναδικό και μεγάλης σημασίας για την κερκυραϊκή ιστορική μνήμη, αφού έχουν...
Θεσσαλονίκη: Εξώδικο και κινητοποίηση εκπαιδευτικών για το ωράριο και τις αναπληρώσεις - Νομική γνωμοδότηση κατά της υποχρεωτικής παραμονής 08:00–14:00