Διονύσιος Σκλήρης - kosmodromio.gr
Οι Σέρβοι έχουν μελετήσει την ελληνική κινηματική εμπειρία και είναι πλέον καιρός και οι Έλληνες να μελετήσουν τη σερβική.
Στη μεγαλειώδη συγκέντρωση για το έγκλημα των Τεμπών συμμετείχαν και Σέρβοι, οι οποίοι παραλλήλισαν την ελληνική τραγωδία με την αντίστοιχη σερβική, όταν κατέρρευσε η στέγη του πρόσφατα ανακαινισμένου σιδηροδρομικού σταθμού του Νόβι Σαντ την 1/11/2024 με αποτέλεσμα τον θάνατο 15 ατόμων, συμπεριλαμβανομένου ενός εξάχρονου παιδιού.
Στη Σερβία, βεβαίως, απαγγέλθηκαν κατηγορίες στον υπουργό Μεταφορών Γκόραν Βέσιτς και σε άλλα 12 άτομα, σχετικά με τον τρόπο της ανακαίνισης, που οδήγησε στο δυστύχημα. Μαζικές διαδηλώσεις συγκλονίζουν διαρκώς το Βελιγράδι, το Νόβι Σαντ και άλλες πόλεις της Σερβίας για πολλές εβδομάδες, ύστερα από την κατάρρευση του τσιμεντένιου γείσου. Η κυβέρνηση Βούτσιτς επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία ότι πρόκειται για ένα σχέδιο ανατροπής της που έχει εξυφανθεί από ξένα κέντρα. Και είναι αλήθεια ότι έχουμε δει πολλές «έγχρωμες επαναστάσεις» εναντίον χωρών που δεν ευθυγραμμίζονται με την πολιτική της συλλογικής Δύσης, ιδίως σε θέματα κυρώσεων και εμπορικών πολέμων.
Η κυβέρνηση Βούτσιτς διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα, αλλά και με τον αραβικό κόσμο και τη Δύση, ακολουθώντας πολύπλευρη εξωτερική πολιτική με προτεραιότητα τον δυτικό προσανατολισμό. Ωστόσο, υπάρχει και το δικαίωμα των πολιτών στη διαμαρτυρία και η δύσκολη διελκυστίνδα να ισορροπήσει κανείς ανάμεσα στη θεμιτή διαδήλωση και στην ανάγκη να μη γίνει αντικείμενο εργαλειοποίησης. Το φοιτητικό κίνημα της Σερβίας έχει εγκολπωθεί τα διδάγματα από τις διαδηλώσεις ενάντια στο καθεστώς Μιλόσεβιτς το 2000, που είχαν πετύχει, αλλά είχαν επιφέρει άλλα δεινά στη χώρα και είχαν μάλιστα χρησιμοποιηθεί και ως πείραμα για «έγχρωμες επαναστάσεις» αλλού στην Ανατολική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και της Ουκρανίας. Υπάρχει, επίσης, η εμπειρία από τους «Αγανακτισμένους» στην Ελλάδα, που έχουν γίνει αντικείμενο μελέτης από σερβικά κινήματα.

Έχοντας υπ’ όψη πολλές σχετικές εμπειρίες του παρελθόντος, οι διαμαρτυρίες των φοιτητών έχουν οργανωθεί με έναν αναρχοσυνδικαλιστικό τρόπο, καθώς δεν υπάρχει ένα κεντρικό σώμα που λαμβάνει αποφάσεις. Το αρχικό αίτημα αφορούσε στην πλήρη διαφάνεια της έρευνας και στην υπέρβαση της διαφθοράς, που χαρακτηρίζει την κυβέρνηση Βούτσιτς. Όμως οι φοιτητές ακολουθήθηκαν από εργάτες, ενώ τα εκπαιδευτικά ιδρύματα απεργούν. Τον Δεκέμβριο του 2024, 100.000 πολίτες συγκεντρώθηκαν στην πλατεία μπροστά από το ξενοδοχείο Slavija στο Βελιγράδι. O πρόεδρος Αλεξάνταρ Βούτσιτς προσπάθησε αρχικά να επηρεάσει τους φοιτητές με ικανοποίηση αιτημάτων τους, όπως τα φτηνά φοιτητικά δάνεια για στέγαση. Οι φοιτητές δεν υποχώρησαν με αυτήν την εκπλήρωση αιτημάτων, ανέβηκαν σε αξιοπιστία, και σταδιακά κέρδισαν την εμπιστοσύνη και άλλων τάξεων.
Τα αιτήματα για τη βαθύτερη διερεύνηση της υπόθεσης έδωσαν τη θέση τους στην έκφραση μια γενικευμένης δυσαρέσκειας με τη διαφθορά της κυβέρνησης. Το δύσκολο στοίχημα, όμως, των φοιτητών ήταν αφενός να μη δοθεί η εντύπωση ότι οι διαμαρτυρίες είναι κομματικοποιημένες, και, αφετέρου, να μην εργαλειοποιηθούν στην κατεύθυνση άλλης μιας «έγχρωμης επανάστασης» με γεωπολιτική σκοπιμότητα, η οποία εντέλει θα οδηγούσε και τη Σερβία στη συνθήκη μιας αποικιοκρατούμενης χώρας. Η δημοκρατική αυτοδιαχείριση του φοιτητικού κινήματος έχει, λοιπόν, μία διπλή στόχευση ενάντια τόσο στον αυταρχισμό της κυβέρνησης, όσο και στη νεο-αποικιοκρατία. Για τον λόγο αυτό και είναι εξίσου απεχθής τόσο στον δεξιό συντηρητικό πολιτικό κόσμο, όσο και στον φιλελεύθερο. Η μεγαλύτερη απόδειξη για αυτό είναι ότι οι μεγάλες διαδηλώσεις της Σερβίας δεν «παίζουν» εκτενώς στα συστημικά μέσα ενημέρωσης της Δύσης, όπως λ.χ. οι «έγχρωμες επαναστάσεις». Οι διαμαρτυρίες έχουν καταδείξει την έλλειψη δημοκρατικής νομιμότητας της κυβέρνησης Βούτσιτς, η οποία κατορθώνει να εκλέγεται μέσα από τον έλεγχο των μέσων ενημέρωσης, τον εκφοβισμό, αλλά και την κατασκευή ψηφοφόρων.
Στην πραγματικότητα, αφενός είναι αλήθεια ότι μια γενικευμένη αστάθεια στη Σερβία θα μπορούσε να προκαλέσει ένα ντόμινο ρευστοποίησης των Βαλκανίων και για αυτό οι διεθνείς παρατηρητές παρακολουθούν με μεγάλη προσοχή τα τεκταινόμενα. Αφετέρου, είναι επίσης αλήθεια ότι η κυβέρνηση Βούτσιτς βολεύει ως τώρα τη «συλλογική Δύση», καθώς οδηγεί σε μια σιωπηρή φυγή του σερβικού στοιχείου από το Κόσοβο, χωρίς να υπάρχει καμία αντίδραση από τη σερβική πλευρά, καθώς ως κατ’ όνομα εθνικιστική κυβέρνηση ελέγχει τα πατριωτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να αντιδράσουν. Είναι άλλωστε κοινός τόπος ότι είναι πιο εύκολο για μια δεξιά κυβέρνηση να περάσει μια εθνική καταστροφή, όπως και για μια αριστερή μια κοινωνική.
Το σημαντικό εν προκειμένω για έναν παρατηρητή με δημοκρατικές ανησυχίες είναι ότι η γιγάντωση των διαδηλώσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία επέκταση ενός αναρχοσυνδικαλιστικού πολιτικού τρόπου και σε άλλους χώρους, όπως το πανεπιστήμιο. Η δημοκρατία επιστρέφει στους δρόμους και τις πλατείες του Βελιγραδίου σε έναν διμέτωπο αγώνα: Αφενός με το προσωποπαγές καθεστώς· και, αφετέρου, με τις πολυεθνικές που θέλουν να καταστήσουν τη Σερβία μία αποικιοκρατούμενη χώρα που θα αποτελέσει την «μπαταρία της Δύσης» λόγω των κοιτασμάτων λιθίου, τα οποία γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης με αποτέλεσμα την καταστροφή των εμβληματικών σερβικών δασών. Στη Σερβία είναι γνωστή τόσο η εξέλιξη του ελληνικού κινήματος των «Αγανακτισμένων», όσο και η συνθηκολόγηση της αριστερής κυβέρνησης «Σύριζα» και είναι συνειδητή η ανάγκη να αποφευχθούν παρόμοιοι κίνδυνοι.

Η δύναμη του κινήματος φάνηκε από το ότι ο πρόεδρος Βούτσιτς οδηγήθηκε στην ανάγκη αναγγελίας ανασχηματισμού της κυβέρνησης και ανήγγειλε αύξηση 20% στον προϋπολογισμό, δηλαδή 100 περίπου εκατομμύρια, για την τριτοβάθμια εκπαίδευση με τα χρήματα να κατευθύνονται στους μισθούς των καθηγητών και στη μείωση των διδάκτρων για τους φοιτητές. Ταυτοχρόνως, σε 13 φοιτητές και καθηγητές, που συνελήφθησαν, -μεταξύ τους ένας κοσμήτορας-, αποδόθηκε χάρη, ενώ θα ερευνηθούν οι επιθέσεις που δέχτηκαν οι φοιτητές από 37 άτομα κατά τις διαμαρτυρίες. Ο πρωθυπουργός της Σερβίας Μίλος Βούτσεβιτς παραιτήθηκε με εκπεφρασμένο σκοπό να μειωθεί η ένταση στη χώρα. Επίσης παραιτήθηκαν οι υπουργοί Εμπορίου και Μεταφορών. Ο Βούτσεβιτς είναι πρόσωπο-κλειδί, καθώς προτού αναλάβει την πρωθυπουργία, είχε διατελέσει δήμαρχος του Νόβι Σαντ κατά τα έτη 2012-2022, δηλαδή κατά την περίοδο που είχαν γίνει οι μοιραίες ανακαινίσεις στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, που συνδέθηκαν με το δυστύχημα.
Η παραίτηση του Μίλος Βούτσεβιτς είναι δυνατό να οδηγήσει σε πρόωρες βουλευτικές εκλογές, εφόσον δεν επιτευχθεί ο σχηματισμός νέας κυβέρνησης. Ο ίδιος ο Πρόεδρος Βούτσιτς απέρριψε το αίτημα της αντιπολίτευσης για μια μεταβατική κυβέρνηση προσωπικοτήτων, η οποία θα οδηγούσε τη χώρα στις εκλογές και δήλωσε ότι είναι τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού που θα αποφασίσουν αν θα σχηματιστεί νέα κυβέρνηση ή αν θα οδηγηθούμε σε νέες εκλογές. Κατά τις σχετικές διεργασίες, πάντως, ο αρχηγός του σοσιαλιστικού κόμματος Ίβιτσα Ντάτσιτς, ο οποίος υπηρετεί ως Υπουργός Εσωτερικών, απέρριψε τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών.
Ο πρόεδρος Βούτσιτς παραδέχτηκε, ωστόσο, ότι η οργή της πλειοψηφίας είναι πρωτοφανής στη Σερβία. Η παραίτηση του πρωθυπουργού δεν έκαμψε την ορμή των διαδηλώσεων, καθώς το σύστημα της Σερβίας είναι περισσότερο προεδρικό και αυτός που ασκεί την εξουσία είναι ο Βούτσιτς. Την 1η Φεβρουαρίου, για την επέτειο των τριών ετών από το δυστύχημα, οργανώθηκε πορεία 95 χιλιομέτρων από το Βελιγράδι προς το Νόβι Σαντ και 24ωρος αποκλεισμός στις τρεις γέφυρες του Δούναβη. Κατά την παγωμένη νύχτα οι φοιτητές έμειναν με αυταπάρνηση στη «Γέφυρα της Ελευθερίας», την οποία είχαν καταλάβει, είτε με κουβέρτες, είτε με σκηνές, ενώ οι κάτοικοι της πόλης τους βοήθησαν με ζεστά φαγητά και ποτά. Στην παλλαϊκή κινητοποίηση συμμετείχαν αγρότες με τρακτέρ, βετεράνοι του πολέμου και ταξιτζήδες.
Τον 19ο αιώνα η σερβική επανάσταση του 1805 είχε λειτουργήσει ως προάγγελος της ελληνικής του 1821. Δύο αιώνες αργότερα, οι Σέρβοι προσπαθούν να ξανακερδίσουν μια γνησιότερη δημοκρατία έναντι ενός προσωποπαγούς καθεστώτος, που ελέγχει ασφυκτικά το δημόσιο και τα μέσα ενημέρωσης, με τρόπο που θυμίζει την Ελλάδα. Οι μαζικές ελληνικές διαδηλώσεις ακολούθησαν λίγο αργότερα. Βεβαίως, η βαλκανική αστάθεια μπορεί πάντοτε να γίνει αντικείμενο εργαλειοποίησης. Αυτό, όμως, που εκπλήσσει είναι η ωριμότητα των νέων Σέρβων φοιτητών που δεν θέλουν να επαναλάβουν βαλκανικά λάθη του παρελθόντος. Οι Σέρβοι έχουν μελετήσει την ελληνική κινηματική εμπειρία και είναι πλέον καιρός και οι Έλληνες να μελετήσουν τη σερβική, σε αυτή την ιστορική συγκυρία που φέρνει τους δύο λαούς να έχουν ξεσηκωθεί για δυστυχήματα που αποκάλυψαν τη βαθιά κυβερνητική διαφθορά.