07-25-2026 18:52
Ιστορία
- Κατηγορία: Επικαιρότητα
Η προεκλογική πόλωση ως εργαλείο αποπροσανατολισμού και συσκότισης των μεγάλων λαϊκών προβλημάτων
Μπορεί ο Μητσοτάκης να διαβεβαιώνει ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν στην ώρα τους, την άνοιξη του 2027, όμως όλες οι πολιτικές εξελίξεις, το κλίμα που διαμορφώνεται, καθώς και οι κινήσεις της ίδιας της κυβέρνησης και όλων των κομμάτων, υπογραμμίζουν το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών το φθινόπωρο.
Προς αυτή την κατεύθυνση συνηγορεί και η τοποθέτηση του προέδρου της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη, σχετικά με την ολοκλήρωση των διαδικασιών της κοινοβουλευτικής επιτροπής για τη συνταγματική αναθεώρηση, ώστε να είναι δυνατή η προκήρυξη εκλογών ήδη από το Σεπτέμβριο. Μάλιστα, επισήμανε ότι οι πρόωρες εκλογές θα μπορούσαν να αποτελέσουν «θεραπεία απέναντι στην πολιτική τοξικότητα».
Αυτό που ομολογεί το κορυφαίο στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας περί πολιτικής τοξικότητας αποτελεί το κεντρικό στοιχείο της πολιτικής αντιπαράθεσης στην ακήρυχτη προεκλογική περίοδο που έχουμε ήδη μπει.
Μόνο τυχαία δεν είναι η επιλογή της κυβέρνησης να επαναφέρει στο προσκήνιο, δεκαέξι χρόνια μετά, την υπόθεση της Μαρφίν και τη σύλληψη των ενόχων(;), παράλληλα με τις συλλήψεις των κατηγορουμένων για την τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών στη Θεσσαλονίκη εναντίον στελεχών της Νέας Δημοκρατίας.
Η αξιοποίηση, από τον κρατικό μηχανισμό, του αντιεξουσιαστικού χώρου και της τυφλής ψευτοεπαναστατικής δράσης του αποτελεί μια διαχρονική και πάγια πρακτική. Σήμερα, μέσα από τις μεθοδεύσεις της κυβέρνησης, επιχειρείται να μετατραπεί σε συστατικό στοιχείο και κεντρικό άξονα της προεκλογικής περιόδου, ιδιαίτερα μέσα από την ενεργοποίηση των πιο ακροδεξιών στελεχών της.
Ο Κυρανάκης, με αφορμή τη βομβιστική ενέργεια στη Θεσσαλονίκη, φωτογράφισε τον Τσίπρα και συνολικά την Αριστερά ως ηθικούς αυτουργούς της τρομοκρατίας, δίνοντας το έναυσμα για μια κλιμάκωση της εμφυλιοπολεμικής ρητορικής απέναντι στην Αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα, που αποτελούν τον βασικό ιδεολογικό αντίπαλο της Δεξιάς.
Ταυτόχρονα, στο στόχαστρο τίθεται και ο Τσίπρας, που η κυβέρνηση τον επιλέγει ως βασικό εκλογικό αντίπαλο. Παρότι δεν έχει την παραμικρή σχέση με την Αριστερά, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι την επικαλείται, εξυπηρετεί τη Νέα Δημοκρατία να τον ταυτίζει μαζί της.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Πλεύρης, ο οποίος, σε συνέντευξή του, εξαπέλυσε πρωτοφανή επίθεση εναντίον των αναρχικών, κλιμακώνοντας μια ρητορική μίσους. Τους χαρακτήρισε «χέστες», «κότες», «αλήτες», «καθάρματα», «άχρηστους» και «αποτυχημένους», δηλώνοντας ότι «θα τους ξεσκίσουμε, δεν θα μπορούν να στέκονται όρθιοι».
Ωστόσο, ο πραγματικός στόχος αυτής της επίθεσης δεν είναι ο αναρχικός χώρος. Αξιοποιώντας την προβοκατόρικη δράση τμημάτων του, τα ακροδεξιά στελέχη της κυβέρνησης επιχειρούν να πλήξουν συνολικά την Αριστερά. Δεν είναι τυχαία η δήλωση του Πλεύρη ότι «στο 80% της μεταπολίτευσης η τρομοκρατία συνδέεται με την άκρα Αριστερά και, κατά βάση, με τον ιδεολογικό χώρο που βρίσκεται πλησίον του αναρχισμού και της αντιεξουσιαστικής ιδεολογίας».
Εκεί ακριβώς στοχεύει η κλιμάκωση της κυβερνητικής προπαγάνδας. Στην Αριστερά επιχειρεί να στρέψει τα πυρά της, διαμορφώνοντας ένα κλίμα τεχνητής πόλωσης.
Παράλληλα, ο Γεωργιάδης, στο ίδιο μήκος κύματος, ανέλαβε μια κατά μέτωπο επίθεση εναντίον του Τσίπρα, τον οποίο κατηγόρησε ανοιχτά για χρηματισμό, με αφορμή τις αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες το 2019. Φυσικά, δεν έχασε την ευκαιρία να ταυτίσει για ακόμη μία φορά την Αριστερά με τον Τσίπρα.
Η κυβέρνηση αξιοποιεί δύο πολιτικά ρεύματα που δεν έχουν καμία σχέση με την Αριστερά, αλλά τη βολεύουν πολιτικά, προκειμένου να τη χτυπήσει και να την εμφανίσει στα μάτια του λαού αφενός με τα χαρακτηριστικά της ανεντιμότητας και της αναξιοπιστίας και αφετέρου με τα χαρακτηριστικά της τρομοκρατικής δράσης. Όμως ούτε ο Τσίπρας ούτε ο αναρχικός χώρος είχαν ή έχουν οποιαδήποτε σχέση με την Αριστερά.
Η κυβέρνηση επιδιώκει, μέσα από το κλίμα μιας τεχνητής έντασης και πόλωσης, μέσα από κραυγές αντικομμουνιστικής και αντιαριστερής προπαγάνδας και μέσα από την ενίσχυση μιας ακροδεξιάς ρητορικής, να διαμορφώσει ένα κλίμα προεκλογικού αποπροσανατολισμού. Επιχειρεί να ρίξει προπέτασμα καπνού γύρω από τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας και γύρω από τα γεγονότα που τα αναδεικνύουν, όπως τα πρόσφατα εργατικά ατυχήματα και η δολοφονία του 20χρονου στο Άργος.
Μάλιστα, σε ό,τι αφορά τη δολοφονία στο Άργος, η κυβέρνηση παρέχει πολιτική κάλυψη στο ακροδεξιό στέλεχός της και δήμαρχο της πόλης για τις εμετικές δηλώσεις του. Για τους επαίνους του προς τα σώματα ασφαλείας και για τη ρατσιστική επίθεσή του εναντίον των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων και των ανθρώπων με αναπηρία.
Είναι φανερό ότι, μέσα από την ενίσχυση μιας ακροδεξιάς ατζέντας και την ενεργοποίηση συντηρητικών αντανακλαστικών, μέσα από την καλλιέργεια αντιαριστερής φοβίας και το φόβητρο της τρομοκρατίας, η κυβέρνηση επιχειρεί να συσπειρώσει το συντηρητικό ακροατήριο και να περιορίσει τις διαρροές της προς άλλους δεξιούς και ακροδεξιούς χώρους.
Το κλίμα αυτό της τεχνητής πόλωσης και του κατασκευασμένου διχασμού δεν εξυπηρετεί μόνο την ίδια την κυβέρνηση, που πρωτοστατεί στη δημιουργία του, αλλά συνολικότερα το αστικό πολιτικό σύστημα, το οποίο επιδιώκει τη διαμόρφωση ενός νέου διπολισμού με άξονες τη Νέα Δημοκρατία από τη μία πλευρά και το κόμμα του Τσίπρα από την άλλη.
Το κόμμα του Τσίπρα προωθείται πλέον ανοιχτά από κέντρα εξουσίας για το ρόλο της εναλλακτικής κυβερνητικής λύσης, αργά ή γρήγορα. Προορίζεται να αποτελέσει το βασικό ανάχωμα απέναντι στη λαϊκή δυσαρέσκεια και το δεύτερο πυλώνα που θα μπορέσει να διασφαλίσει τη συνέχιση της ίδιας πολιτικής.
Με εργαλείο τις δημοσκοπήσεις και με τη συστηματική στήριξη των μεγάλων μέσων ενημέρωσης, το κόμμα του Τσίπρα αναγορεύεται σταδιακά σε βασική δύναμη του πολιτικού συστήματος.
Δεν κρύβει άλλωστε τη χαρά του ο ίδιος ο Τσίπρας απέναντι στις επιθέσεις του Γεωργιάδη, δηλώνοντας ότι «θα του στείλει λουλούδια», επειδή μετά από κάθε επίθεση ανεβαίνει στις δημοσκοπήσεις. Δεν κρύβει την ικανοποίησή του που επιλέγεται από την κυβέρνηση ως ο βασικός αντίπαλός της, γεγονός που σπρώχνει το ΠΑΣΟΚ στη γωνία των εξελίξεων και ανοίγει στον ίδιο το δρόμο για να διαδραματίσει ρυθμιστικό και κεντρικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό.
Το κλίμα αυτής της κάλπικης αντιπαράθεσης, με τις προσωπικές αντιδικίες και τα αλληλομαχαιρώματα, με την ανάδειξη ζητημάτων προσωπικής εντιμότητας, με τη Μαρφίν και τα γκαζάκια, με το συνεχές ράλι των δημοσκοπήσεων και τα διλήμματα «Μητσοτάκης ή Τσίπρας», που το αστικό πολιτικό σύστημα προβάλλει ως το κυρίαρχο στοιχείο της προεκλογικής περιόδου, επιδιώκει να κουκουλώσει το βασικό γεγονός: ότι όλοι οι βασικοί διεκδικητές της κυβερνητικής εξουσίας, αλλά και οι επίδοξοι συνοδοιπόροι και συνεργάτες τους από τα μικρότερα κόμματα, συμφωνούν στις στρατηγικές επιλογές που καθορίζουν την πολιτική που εφαρμόζεται.
Πίσω από το κλίμα της τεχνητής έντασης επιχειρείται να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι τόσο οι βασικοί διεκδικητές της εξουσίας όσο και τα υπόλοιπα αστικά κόμματα, είτε της Δεξιάς είτε του Κέντρου είτε της λεγόμενης «κεντροαριστεράς», πατούν πάνω στον ίδιο κοινό παρονομαστή: την αποδοχή των μνημονιακών δεσμεύσεων, της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας, των ιδιωτικοποιήσεων, του ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου, των περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες, της πολεμικής οικονομίας και των εξοπλισμών, της αστυνομοκρατίας και του αυταρχισμού, της πολιτικής που υπαγορεύεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ντόπιο και ξένο μεγάλο κεφάλαιο.
Την ίδια στιγμή, συγκλίνουν στη στρατηγική πρόσδεση της χώρας στους πολεμικούς σχεδιασμούς του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού. Συμφωνούν στη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο της Ουκρανίας στο πλευρό του ΝΑΤΟ και της κυβέρνησης Ζελένσκι, στη βαθύτερη πρόσδεση στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ, καθώς και στη στρατηγική συνεργασία με το κράτος του Ισραήλ.
Αυτές είναι οι πραγματικές συγκλίσεις που επιχειρεί να αποκρύψει το κλίμα της τεχνητής πόλωσης, το οποίο τροφοδοτούν οι διαφορετικές αστικές πολιτικές δυνάμεις και συνολικά το πολιτικό σύστημα. Στόχος τους είναι να συσκοτίσουν όσα πραγματικά τους ενώνουν και να καλλιεργήσουν την επίπλαστη εικόνα αγεφύρωτων διαφορών, ώστε να παραπλανήσουν και να εγκλωβίσουν το λαό μπροστά στις επερχόμενες εκλογές.
Απέναντι σε αυτή τη σκηνοθετημένη αντιπαράθεση, το ζητούμενο για το λαό δεν είναι η επιλογή ανάμεσα σε διαφορετικούς διαχειριστές της ίδιας πολιτικής, αλλά η απόρριψη της πολιτικής που υπηρετούν από κοινού και η ανάπτυξη της δικής του ανεξάρτητης πάλης, στηριγμένης στα δικά του συμφέροντα και στις δικές του ανάγκες.
Oι Χούθι βομβάρδισαν επιτυχώς το διυλιστήριο της ARAMCO στη Σαουδική Αραβία
ΠΗΓΗ: Eksegersi.gr Πριν από λίγες ώρες, οι Ενοπλες Δυνάμεις της Υεμένης έπληξαν το διυλιστήριο της ARAMCO στο Τζαζάν της Σαουδικής Αραβίας, σε αντίποινα για τις επιθέσεις της Σαουδικής Αραβίας εναντίον του υεμενίτικου λιμανιού της Αλ-Χουντάιντα....