ΤΟ ΔΕΚΑ ΤΟ ΚΑΛΟ

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου
Όλα μπορεί να τα αλλάξει κανείς, από ανάγκη ή από επιλογή- σπίτι, γειτονιά, δουλειά, σύντροφο, κόμμα- αλλά είναι πολύ απίθανο να αλλάξει ομάδα. Το να αλλάξεις ποδοσφαιρική, άντε και μπασκετική ομάδα, μου φαίνεται σχεδόν τόσο αδιανόητο όσο το να αλλάξεις ομάδα αίματος. Αν έχει δίκιο ο Φρόιντ ότι τα παιδιά είναι οι γονείς των μεγάλων, τότε η αποστασία από την ομάδα ισοδυναμεί με προδοσία των πραγματικών μας γονιών, των παιδικών και εφηβικών μας χρόνων.
Γεννήθηκα το 1959 στους Αμπελόκηπους και μεγάλωσα λίγο παρακεί, στα Ιλίσια, τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Με τον θείο Γιάννη να ανακατεύεται στα του Ηλυσιακού και τον θείο Κάρολο να έχει παρτίδες (φυσικοθεραπευτής γαρ) με το Αιγάλεω και τον Παναθηναϊκό, η πρόσβαση στα γήπεδα άρχισε από νωρίς. Τις πιο πολλές φορές στη Λεωφόρο. Άλλωστε η γειτονιά ήταν πράσινη και κάμποσες Κυριακές πορευόμαστε μαζί με το πλήθος, πρώτα οικογενειακά, ύστερα με φίλους, στη διαδρομή Γρηγορίου Αυξεντίου- Ιλισίων- Ξενίας- Σούτσου- Τσόχα, βαριά είκοσι λεπτά με τα πόδια, μέχρι να στριμωχτούμε στην εξέδρα.
Άλλες εποχές, άλλη ατμόσφαιρα. Στις εξέδρες είμαστε εμείς, αλλά ήταν και οι άλλοι, οι αντίπαλοι. Ανταλλάσσαμε ειρωνικά συνθήματα και τραγουδάκια ή και τις θρυλικές πορτοκαλάδες σε σχήμα μπάλας, κάποιες από τις οποίες εκσφενδονίζονταν και προς τους κόρακες, αν δεν σφύριζαν σωστά το στραγάλι ή δεν σήκωναν τη σημαία όταν έπρεπε. Το γήπεδο μικρό και ζεστό, όχι όπως το κατεψυγμένο ΟΑΚΑ που θα ακολουθούσε, με τις αποστάσεις ανάμεσα σε εμάς και τους παίχτες τόσο μικρές, που ακούγαμε και τις ανάσες τους.
Σε μια από τις πρώτες παρουσίες μου στην εξέδρα, αποσβολώθηκα όταν διαπίστωσα ότι είχα δίπλα μου τον Παπαεμμανουήλ, τον θρυλικό «κούνελο», στα τελειώματα της καριέρας του και τον Αθανασόπουλο, τον μπακ, που δεν έπαιζαν εκείνη τη μέρα. Μέχρι τότε τους έβλεπα μόνο στις εφημερίδες και στις κάρτες των ποδοσφαιριστών που μοίραζε κάποια γκοφρέτα, κι αν συμπλήρωνες ολόκληρη τη δεκαεξάδα της ομάδας, κέρδιζες μια φωτογραφική μηχανή. Πρέπει να πήρα καμιά δεκαριά κιλά καταβροχθίζοντας γκοφρέτες μέχρι να βρω τον άτιμο τον Σούρπη, που ήταν πολύ σπάνιος. Υπήρχε και μαύρη αγορά καρτών, όπου μπορούσες να ανταλλάξεις έναν Σούρπη, φερ’ ειπείν, με 50 κάρτες άλλων, πιο προσιτών παιχτών. Αυτό ήταν το πρώτο μάθημά μου στην Πολιτική Οικονομία, αναφορικά με το διαχωρισμό αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας. Το δεύτερο, σχετικά με την απάτη των προσφορών, ήρθε όταν πήρα επιτέλους στα χέρια μου τη «φωτογραφική μηχανή». Μάπα το καρπούζι. Εντελώς μάπα, όμως.
Είχα την τύχη να μεγαλώσω στη χρυσή εποχή του Παναθηναϊκού. Απογειωνόμαστε με τα πλονζόν του Οικονομόπουλου, θαυμάζαμε το αδιαπέραστο τείχος του Καμάρα, ηλεκτριζόμαστε με τις βολίδες του Ροκίδη και του Ελευθεράκη, στροβιλιζόμαστε στις επελάσεις του Γραμμού («Σας πήρε το ποτάμι, σας πήρε ο ποταμός, σας έκλεισε το σπίτι ο Χάρης ο Γραμμός»), σηκωνόμαστε σαν ελατήρια στις κεφαλιές του Αντωνιάδη. Το πιο ομαδικό και πιο κοντινό στην ανθρώπινη ζωή παιχνίδι (λίγα τα γκολ και οι πραγματικά σπουδαίες φάσεις, όπως λίγες οι πραγματικά μεγάλες χαρές και μεγάλες λύπες του βίου μας), δεν μπορεί να είναι παράσταση για ένα ρόλο. Αλλά ανάμεσα στους πολλούς άξιους της ομάδας του Γουέμπλεϊ, που δοξάζαμε στα συντριβάνια της Ομόνοιας μετά το 4-1 με τον Ερυθρό Αστέρα, ξεχώριζε εκείνος που ξέρουμε όλοι.
Μου είναι δύσκολο να περιγράψω τί ακριβώς με μαγνήτιζε από το παιχνίδι του Μίμη Δομάζου. Εντάξει, ήταν βιρτουόζος στο κοντρόλ και στην ντρίπλα, διαβήτης στις πάσες, με φονικά σουτ και φάλτσα που έκαναν ακόμη και το κόρνερ μισό πέναλτι. Πάνω απ’ όλα όμως, όπως μου φαίνεται τώρα, ήταν δύο άλλα στοιχεία που τον έκαναν να ξεχωρίζει. Το θηριώδες πείσμα του, η μανία του να νικήσει, ειδικά όταν παίζαμε με τους γάβρους. Κι ακόμη περισσότερο η ιδιοφυία του μέσα στο γήπεδο, όπου έβλεπε σε δέκατο του δευτερολέπτου τον κενό χώρο πενήντα μέτρα μακριά, τον διάδρομο που μόλις ανοίγει, το μικρό αφύλακτο παραθυράκι στο αντίπαλο τέρμα και πάει λέγοντας. Αυτή η δαιμόνια επινοητικότητά του έφτιαξε το φαντασιακό της γενιάς μας για τον Παναθηναϊκό ως ομάδας που ξεχωρίζει όχι τόσο για τη δύναμη ή το πάθος, αλλά για την ποδοσφαιρική της ποιότητα και ευφυία. Άλλωστε είμαστε η ομάδα της Αθήνας, της πόλης που για κάποιο λόγο είχε προστάτιδα θεά την Αθηνά. Θα πείτε, εξάρα φάγατε από τον Ηρακλή του Χατζηπαναγή, νάχετε να θυμάστε, αφέντες τσουτσουλομήτηδες. Έτσι είναι, αλλά αυτό το παράξενο ζώο που λέγεται άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τις φαντασιακές του κοινότητες- έθνη, πόλεις, ομάδες ή κόμματα, με ό,τι έχει κανείς πορεύεται.
Κατ’εξοχήν επιτελικός παίκτης, με το περιβραχιόνιο του αρχηγού στον Παναθηναϊκό και την Εθνική για πολλά χρόνια, ο Μίμης Δομάζος πέρασε στην Ιστορία ως ο «Στρατηγός». Στον στενό οικογενειακό και φιλικό κύκλο δεν τον λέγαμε έτσι, βλέπετε η χούντα μας είχε δημιουργήσει έντονη δυσανεξία σε οτιδήποτε θύμιζε χακί. Για μας ήταν το Δέκα το Καλό της ομάδας, το χαρτί που μετράει διπλό στην ξερή και δεκαπλό στο γήπεδο. Χάρη στην εξαιρετικά παρατεταμένη καριέρα του, συνεχίσαμε να τον βλέπουμε στα φοιτητικά μας χρόνια και να τον μνημονεύουμε συχνά στις κρασοκατανύξεις μας, στο θρυλικό κουτούκι της Οδού Παναθηναϊκού, πίσω από τη Θύρα 13.
Πήγα να τον δω και στο τελευταίο του παιχνίδι, το φιλικό με την Μπόκα Τζούνιορς στο ΟΑΚΑ, το 1984. Είχε ήδη κρεμάσει τα παπούτσια λίγα χρόνια πριν, αλλά η διοίκηση οργάνωσε προς τιμήν του το παιχνίδι, όπου ο Δομάζος αγωνίστηκε, φυσικά με το νούμερο 10, πλάι σε Ρότσα, Ζάετς και Σαραβάκο, την επόμενη πολύ καλή ομάδα του Παναθηναϊκού. Οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι το παιχνίδι οργανώθηκε για να στηριχτεί οικονομικά, μια και μάλλον δεν είχε καλή σχέση με τη διαχείριση του χρήματος, κάτι όχι σπάνιο για τα αστέρια της γενιάς του. Ένα άλλο ποδοσφαιρικό δαιμόνιο, ο Τζορτζ Μπεστ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, είχε πει: «Πέρασαν πολλά λεφτά από τα χέρια μου, αλλά τα μισά τα έφαγα σε ποτά, χαρτιά και γυναίκες, ενώ τα άλλα μισά τα χαράμισα άσκοπα». Όπως και να έχει, εκείνο το βράδυ πήγαμε στο ΟΑΚΑ δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι για να ευχαριστήσουμε τον Μίμη Δομάζο για τις τόσες χαρές και συγκινήσεις που μας είχε χαρίσει. Τη Δευτέρα, θα αποχαιρετίσουμε μαζί του ένα γλυκό κομμάτι από τα καλύτερά μας χρόνια.
Πώς λάτρεψα τον Μίμη Δομάζο

Σε λάτρεψα πρώτα- πρώτα από μια φωτογραφία σου που συνέλεξα παιδί στα περίφημα τη 10ετία του ’60 μπισκότα « Ρούλια» και μου έκαναν εντύπωση τα βαθυπράσινα μάτια σου, που είχαν το ίδιο χρώμα με αυτό της αγαπημένης μας ομάδας.
Μετά μέσα από τις ραδιοφωνικές περιγραφές του μυθικού Μιχάλη Γιαννακάκου με το επιτελικό και το τετράγωνο μυαλό σου μ’ έμαθες τι θα πει μαγεία στο ποδόσφαιρο.
Φοιτητής, μόνιμος θαμώνας της φοιτητικής Θύρας 12 στο ναό μας τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Θυμάμαι το ίδιο ακριβώς δρομολόγιό σου όταν η ομάδα μας είχε το τέρμα προς τον Λυκαβηττό. Σου έδιναν τη μπάλα με το χέρι είτε ο Οικονομόπουλος, είτε ο Κωνσταντίνου μπροστά μας και με τη ποδοσφαιρική σου ιδιοφυϊα και κλάση σου, άρχιζες να ζαλίζεις τους αντιπάλους σου- σε κυνηγούσαν πάντοτε δύο βλέποντας μόνο το 10 στη πλάτη σου- διέσχιζες σχεδόν όλο το γήπεδο και όταν έφτανες κοντά στην αντίπαλη εστία, ήμουνα σίγουρος ότι η μαγική σου σαν διαβήτης σέντρα θα βρεί τον ψηλό.
Δεν είμαι υπερβολικός και ασεβής άμα πω ότι φτώχυνε ο χώρος του ποδοσφαίρου με το φευγιό σου.
Άλλωστε έχαιρες εκτίμησης από τους αντιπάλους σου εγχώριους και ξένους.
Όταν ο μεγάλος Γιώργος Κούδας δηλώνει ότι ήσουν ο « Στρατηγός» των ελληνικών γηπέδων και αυτός και άλλοι μεγάλοι συνάδελφοί σου « στρατιώτες» και « λοχαγοί», τι άλλη αναγνώριση ήθελες?
Σε μια συνέντευξή σου στην εφημερίδα « Τα Νέα» στις 17 Δεκεμβρίου 2022 στον Βασίλη Μοιρώτσο είχες πεί:
« Έπαιξα αντίπαλος με τον Πελέ όταν είχε έρθει στην Ελλάδα η Σάντος και είχε παίξει και με τον Ολυμπιακό.
Σε μια φάση έρχεται η μπάλα, έρχεται και εκείνος να με μαρκάρει. Του κάνω ένα τακουνάκι, αλλού πήγα εγώ, αλλού η μπάλα, αλλού εκείνος. Τον ξάπλωσα που λένε. Μετά από λίγο έγινε ένα φάουλ και έρχεται και μου βάζει τα δύο δάχτυλα μέσα στα μάτια. Χωρίς να μιλήσει. Έτσι είναι οι μεγάλοι παίκτες. Δεν είναι να τους ρεζιλεύεις. Ζαλίστηκα έπεσα κάτω, αλλά στο δευτερόλεπτο σηκώθηκα και του είπα κάτι στα ελληνικά. Μετά από χρόνια. όταν ήρθε να τον τιμήσουμε, με είδε και θυμήθηκε το περιστατικό. Μου λέει « Ρε Μίμη» και μου έδειξε τα δάχτυλά του….».
ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ «ΣΤΡΑΤΗΓΕ» μας. ΚΑΛΗ ΑΝΤΑΜΩΣΗ ΜΕ ΤΗ ΒΙΚΥ.

