Η ΧΑΡΑΜΑΔΑ

Γράφει ο Γιώργος Καγκουρίδης
Μια σια σκούρα. Ίσα-ίσα να μπαίνει λίγο φως. Η φανέστρα αλιμπρέτο. Μισοσκόταδο. Ουχί πλήρης συσκότιση. Δεν έχουμε και μπομπαρδισμούς και τσωπάτε ορές μη μας ακούσουνε τ’ αερόπλανα. Αμηδά στο ’40 ευρισκόμαστε;
Τότες ήξερες που άμα άκουες συναγερμό, άμα βαρούσανε οι σειρήνες κι οι σάρπιγγες, ήπρεπε να πας στσι μίνες να κρουβηθείς, μη σε σκοτώσει κάνα βλήμα.
Σήμερα τα βλήματα έχουνε αντικατασταθεί από ντεσιμπέλ εντάσεως ντάπα-ντούπα και μεταμεσονύχτιας ισχύος. Σα μπομπαρδισμός. Σούρχεται να βγεις όξω με το νυχτικό και να πάρεις τσου δρόμους για τα χωργιά. Και γέρο άρρωστο νάχεις στο καροτσάκι του μωρού τόνε βάνεις με τα ποδάργια του να κρέμονται.
- Πού τρέχεις;
- Να γλυτρώσω το μαρτύργιο. Δεν αντέχω άλλο.
- Κάμε υπομονή. Εγίνηκε σύσκεψις. Θα τα φτιάξουν’ όλα. Δυο ποδήλατα θ’ αλωνίζουν’ από Σπηγιά μέχρι μέσα και φινίτο λα μούζικα, πασάτο λα φιέστα. Κι άμα πρόσεξες τρεις κι ο κούνουπας εμείνατε. Πόσοι εισάστενε; Οι πιο πολλοί είναι ερμπιενμπίδες κι οι ανθρώποι θέλουνε από βραδύς να διασκεδάζουνε. Άδικο έχουνε; Πλερώνουνε, και με το παρά τους θέλουνε και τη κυρά σας. Ήλλαξεν η κυρά πόλις. Έχει γένει ολινκλούζιβ. Και το ολινκλούζιβ βαρεί σιωπητήργιο στσι εννιά το πρωΐ.
- Με τη νέα ώρα ή με τη παγιά;
- Έχει πρωϊνό από τσι δύο το μεσημέρι και μετά. Αλλά οι αφιλότιμοι δε βγάνουνε νόμο όλο το πρωΐ να μη γίνεται φασαρία. Εσείς έχετε το κακό συνήθειο από πρωΐ και πάτε και δουλεύετε και κάνετε φασαρία και δε μπορεί να κοιμηθεί ο κάθε ξενύχτης. Τήνε θέλετε τη πόλη νεκροταφείο. Δε το καταλαβαίνετε που εγίνηκε όλη η Χώρα ξενοδοχείο; Τόσο πολύ μυαλό θέλει να το καταλάβετε;
- Η πόλη τση Ουνέσκος;
- Μωρέ ποιανής Ουνέσκος; Κι η Ουνέσκο ένα ξενοδοχείο είναι. Χάνι ν’ αλλάζεις άλογα. Αέρα φρέσκο δουγειά. Σα και το βραβείο τση έξυπνης πόλης. Στσι έντεκα, λέει, να σβήνουνε τα πάντα όλα. Και να μην έχουμε τη χαρά να βλέπουμε τα μαγαζιά γιομάτα; Να μην αγαλλιαζόμαστε ν’ ακούμε τα ηχεία να βαρούνε; Εφτάκανε να πούνε και που από μεσημέρι κι απ’ απόγιομα είναι κακό τα 80 να τα κάνουμε 180. Άκουσον, άκουσον! Κι από λιτανεία τα τραπεζάκια μέσα. Αίσκος!
- Υπάρχει νόμος.
- Να τόνε βράσω τέτοιο νόμο. Τι νόμος είν’ αυτός;
- Αυτός είναι, τι να σου κάμω;
- Οι νόμοι αλλάζουνε. Άφηκέ μου μια χαραμάδα να τρουπώσω. Έτσι και τρουπώσω…
ΦΩΤΟ: Άννη Νούνεση