08-08-2026 17:50
Κέρκυρα
- Κατηγορία: Κέρκυρα
Ο Μαύρος Ι
7-8-2022
"δε πουγιεται" V
Ο ΜΑΥΡΟΣ Ι

Γράφει ο Γιώργος Καγκουρίδης
Ο γέροντας τόβρηκε. Στο μπροστινόνε σκέρο. Δίπλα στη ξεψυχισμένη λεχώνα.
- Πάρτε το! είπε στσου ψαράδες.
- Αυτό είναι έτοιμο να πεθάνει…
- Πάρτε το!
Παραχώσανε τη λεχώνα, χωρίς παπά, ένας τσήκαμε ένα σταυρό με δυο θαλασσόξυλα κι ο άλλος έφερε ένα καύκαλο από χελώνα και τόβαλε μέσα. Μοναχό του χωρίς μάνα και γάλα. Ως και τα γατσούγια τση Κόντρας Φόσας και μάνα είχανε και γάλα είχανε.
Σούγο από μπιάνκο και μπουρδέτο του δίνανε αντίς για γάλα. Ρίχτανε μέσα και κάνα ψίχουλο. Όποιος επέρνουνε έριχτε και μια ματιά στη χελώνα, να δει τι κάνει.
Από θάγμα έζησε. Μεγάλωσε. Ένας γίγαντας εγίνηκε. Μ’ ατσαλένιο κορμί και σιδερένια μπράτσα. Ποτές του δεν έκλαψε, ποτές του δεν αρρώστησε, ποτές του δε παραπονέθηκε και ποτές του δε βαχτίστηκε. Μόνο που άργησε να μιλήσει. Το χειμώνα δε κρύωνε και το καλοκαίρι δε ζεσταινόντανε. Μαύρος από την άρμη και τον ήγιο. Μαύρο τόνε φωνάζανε.
Εδούλεψε στη καστροκτισία. Επεράσανε από τα χέργια του πέτρες και πέτρες. Κάποιες είχανε και σκαλίσματα. Αυτές τσίβανε στη μπάντα. Άλλοι όμως τσι πέρνανε και τσι χτιούσανε.
Μετά τόνε βάλανε στο κάτεργο. Τ’ άρεσε. Κι ας μην έβλεπε που πάνε. Τόνε νανούριζε το κύμα. Έμαθε να κοιμάται στο ξύπνιο του. Πολλές φορές έβλεπε και το γέροντα να λέει:
- Πάρτε το!
Ήρθε διαταή τα κάτεργα να πάνε να χτίσουνε τ’ Αβράμη. Μέρα-νύχτα. Ερχόντανε οι Τούρκοι. Τα καράβια τους εφαινόντανε κατά Ύψο μεργιά. Μεγάλα καράβια, τα μεγαλύτερα πούχε δει. Και κάτι μεγάλοι κορίτοι. Θα κάνανε γιουρούσι ελέανε οι Τούρκοι και θα τσου σκοτώναν’ όλους.
Τη νύχτα έφυγε. Τόσκασε. Άμα έμενε θα τόνε βάνανε να πολεμήσει. Σίγουρος θάνατος. Στην εκκλησιά του Κοτσέλα ξημέρωσε. Έφαε παυλόσουκα. Ήπιε νερό από το πηγάδι. Ξάπλωσε μπροστά από τα τελευταία στασίδια. Οι κρύες πλάκες του φέρανε τη δροσιά του ύπνου. Αποκορώθηκε.
Τον εξύπνησε ο γέροντας.
- Τι κάνεις εδώ;
- Με πήρε ο ύπνος.
- Στο Σκάρπονα να πας, εκεί θα μας εβαρήσουνε οι Τούρκοι.
- Στον Ύψο εβγήκανε.
- Στο Σκάρπονα να πας, εκεί θα πολεμήσουμε.
- Γιατί να πολεμήσω; Μάνα, πατέρα, παππούδες, παιδιά, σκυγιά δεν έχω. Τίποτις δεν έχω. Μια χελώνα μόνο έχω. Και το κουφάρι μου. Μόνο αυτό κουβαλώ.
- Στο Σκάρπονα να πας, μόνος του θα μείνει.
- Θα φύγω στα χωργιά, θα κρουβηθώ στα ρουμάνια.
- Στο Σκάρπονα να πας, χωρίς το Σκάρπονα θα καούνε κι’ όλα τα ρουμάνια.
- Ας καούνε!
- Στο Σκάρπονα να πας, θάμαι κι εγώ εκεί. Θα σε περιμένω.
- Άσε με!
Άλλαξε πλευρό. Ξανακοιμήθηκε.
Ετούτη τη φορά πετάχτηκε αλαφιασμένος. Ο Τούρκος ήτανε στη πόρτα τση εκκλησιάς, μ’ ένα γυριστό σπαθί. Του όρμησε. Ξεκόλλησε μ’ ένα τραβιξίδι το στασίδι και τούδωκε στο κεφάλι. Σέκο τον άφηκε. Ευτυχώς μόνος του ήτανε ο Τούρκος, δεν έβλεπε άλλονε. Φόρεσε τα ρούχα του και το σαρίκι του. Του πήρε και το σπαθί.
Οι κανονιές ακουόντανε απ’ τ’ Αβράμη. Ως φαίνεται οι Τούρκοι το πήρανε κι από κει βαρούσανε. Στήνανε σκάλες στο Σκάρπονα κι ανεβαίνανε. Ανέβηκε κι αυτός μαζί τους. Δε τόνε καταλάβανε, το Μαύρο. Ξεπετάχτηκε στη κορφή. Είδε το γέροντα ν’ αντιστέκεται μοναχός του. Πήγε και τούβαλε πλάτη. Δύο εναντίον όλων. Δυνατός ο Μαύρος, πιο δυνατός ο γέροντας. Κρατούσανε καλά. Κρατούσανε επί ώρες.
- Ποιός είν’ αυτός που πρόδωσε; Ποιός Τούρκος πολεμάει Τούρκο;
- Ποιός είν’ αυτός που κρατάει το Σκάρπονα μοναχός του; Τούρκος είναι;
Ο Στρατηγός ανέβηκε και ρίχτηκε στη μάχη. Ο Σκάρπονας δεν έπεσε. Η Πόλη σώθηκε.
- Γιατί φοράς ρούχα Τούρκου;
- Του τα πήρα. Ο γέροντας που είναι; Τον έχασα. Σκοτώθηκε;
- Ποιός γέροντας;
- Αυτός που πολεμούσαμε μαζί.
- Δεν είδαμε καένα γέροντα. Μοναχός σου πάλευες.
Ο Μαύρος Ι
7-8-2022 "δε πουγιεται" V Ο ΜΑΥΡΟΣ Ι Γράφει ο Γιώργος Καγκουρίδης Ο γέροντας τόβρηκε. Στο μπροστινόνε σκέρο. Δίπλα στη ξεψυχισμένη λεχώνα. - Πάρτε το! είπε στσου ψαράδες. - Αυτό είναι έτοιμο να...