08-10-2026 18:23
Διεθνή
- Κατηγορία: Κέρκυρα
Ο Μαύρος ΙΙΙ
8-8-2023
"δε πουγιεται" VII
Ο ΜΑΥΡΟΣ ΙΙΙ

Γράφει ο Γιώργος Καγκουρίδης
- Και το μιτσό τι θ’ απογίνει;
- Πάρτο!
- Να το κάμω τι;
- Κάμετο ό,τι θέλεις!
Είπε κι έφυγε. Ανέβηκε πέντε-πέντε τα σκαγιά τση Μαντρακίνας. Καπνός εγίνηκε.
Και τώρα; Το μιτσό στο καύκαλο τση χελώνας θα τ’ άφηνε; Να γίνει μαύρο σα κι αυτόνε; Αμαρτία ήτανε. Του πόνουνε. Αλλά τι να το κάμει; Να καταλήξει κι αυτό χωρίς όνομα σε κάνα κάτεργο, να βαρεί όλη μέρα κουπί; Έβαλε τσι φωνές.
- Ορές παιδιά… Εδώ είναι ένα μιτσό. Για ελάτε…
Εμαζωχτήκανε. Εκαθόντανε από πάνου του και το κοιτάανε.
- Ορές, δε κλαίει…, γελάει κιόλας. Κι είναι κι όμορφο το σκασμένο. Κοίταξε το… Ασκώνει και τσι γροθίτσες του. Αυτό θα γίνει ψαράς αξίας.
- Δε το παίρνεις σπίτι που δεν έχετε και παιδιά, Ανέστη; Χαρές που θα κάνει η σιόρα Μπία.
- Να την αρωτήξω πρώτα.
- Μωρέ τι να ρωτήξεις. Εν τω άμα και το θάμα. Πάρτο!
Από το μουράγιο απάνου ακούστηκε μια φωνή. Τι φωνή… Προσταγή! Πάρτο!
- Μπία μου, το κύμα τόβγαλε. Θα πέθαινε. Μούπανε να το πάρουμε. Το θέλεις;
- Πρέπει να του κάμω πάνες. Πανί δεν έχω.
- Θα σου βρω.
Όλη η Κόντρα Φόσα έβαλε πλάτη. Ό,τι ήθελε το μιτσό τόχε. Καλά κουνάργια. Ο Μαύρος επήγαινε κάθε μέρα και τόβλεπε. Όλο κάτι τούφερνε. Παιδί του ήτανε. Και τούχε πει κι αυτός πάρτο! Αυτουνού δε τόπε; Μετά τόπε του Ανέστη. Πρώτα σ’ αυτόνε τόπε.
Η Μπία πια το μοστράριζε σ’ όλες τσι ρούγες. Έλαμπε ολόκληρη. Ο μπέμπης μου κι ο μπέμπης μου.
- Να το βαχτίσετε. Έχει βγάλει δόντια.
- Πρέπει να το βαχτίσουμε, Ανέστη. Πώς να το βγάλουμε;
- Ν’ αρωτήξουμε το Μαύρο. Αυτός το πρωτόβρηκε.
- Να του πεις να το βαχτίσει αυτός.
- Εγώ; Εγώ δε τάχω καλά με τσ’ εκκλησιές. Εγώ δεν εβαχτίστηκα ποτές μου. Τι μου λες;
- Έτσι πρέπει.
Τόνε ζώσανε τα φίδια το Μαύρονε. Πώς γίνετ’ αυτή η δουγειά; Δεν ήξερε. Πρι φέξει επήγε στον Άγιο. Κλειστή η πόρτα. Αλλά μόλις την άγγιξε άνοιξε. Σκοτάδι πίσα. Τόνε φώναξε.
- Τι χαλεύεις;
- Ά! εδώ είσαι;
- Λέγε!
- Μου λένε να βαχτίσω το πάρτο! Αλλά ούτ’ γω δεν είμαι βαχτισμένος. Τι να κάμω;
- Γι αυτό σκας; Έχεις βαχτιστεί απάνου στο Σκάρπονα. Σωτήρης. Δε θυμάσαι;
- Εγώ; πότε; Κι εσύ από πού το ξέρεις;
- Εγώ σε βάχτισα. Με το νερό τση βροχής. Δε θυμάσαι;
- Τότε που σ’ έψαχνα; Παναπεί Σωτήρη με λένε; Και μπορώ να βαχτίσω το πάρτο;
- Νάρθετε αύριο τέτοια ώρα να το βαχτίσουμε. Το μιτσό, ο Ανέστης, η Μπία κι εσύ. Δε θέλω πόμπες εγώ.
- Θα θέλει νάρθει κι όλη η Κόντρα Φόσα. Κι όλο το Καμπιέλο.
- Μετά θα κατεβείτε κάτου.
Έτσι εγίνηκε. Τσου περιμένανε όλα τα μπατέλα σημαιοστολισμένα. Κι όλα τα καντούνια μ’ ένα σωρό φαγιά. Εψήσανε και σαρδέλες στα καλάμια. Γιορτή ολόκληρη.
- Να το γράψετε. Να είναι γραμμένο.
Το γράψανε. Σπυρίδων Μαύρος του Σωτηρίου.
Σαν σήμερα, πριν έξι χρόνια, “έφυγε” ο Ντίνος Χριστιανόπουλος
Ενας ποιητής που κυνηγήθηκε από τους παπάδες, τους μπάτσους, τους χρυσαυγίτες και τους φιλολόγους Της Π.Μ - vathikokkino.gr “Καινούριο χιόνι πέφτει επάνω στο παλιό.Κι άλλες νιφάδες βιάζονται...