08-16-2026 16:16
Κέρκυρα
- Κατηγορία: Κέρκυρα
75 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΡΑΓΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΒΑΝΤΑΣ ΠΙΕΡΗ
από Άννη Νούνεση - αναδημοσίευση από Piera del Bando
Όσο να κάμει το ψάρι τη βόλτα του, αυτός είχε σωθεί παρέα με τον εφιάλτη του!
Ήτανε ήδη Αύγουστος.
Ο κόσμος είχε πάρει άδεια από τη δουλειά για τα μπάνια του, ενώ η θάλασσα, γυάλινη, ζεστή ρουφούσε όλη την υγρασία της πρωινής μουντάδας για να δροσίζεται από τη κάψα.
Από το Καφέ Γυαλί, έφευγε ταχτικά για το Καποσίδερο γεμάτο θαρραλέους κολυμβητές, το καϊκάκι και στις μικρές παραλίες του φρουρίου ήτανε βάρκες αραγμένες πάνω από καλογρίτσες, πέρκες, τζίντζολες και δίπλα σε αραχτούς πετροκαβούρους.
Ο ζαχαροπλάστης έστρωνε τους μπεζέδες στο ταψί.
Ψηλός σαν γίγαντας λευκός στην άσπρη του τη φόρμα, είχε πάντα στο νου του να φουσκώσει η μαρέγκα, για να πετύχει ο αρραβώνας.
Το ζαχαροπλαστείο του στα Βλαχέϊκα, απέναντι από το θέατρο, τροφοδοτούσε τη Γαρίτσα, το Μαντούκι, το Σαρόκο και τα χωριά: μπεζέδες για τους έρωτες, λευκή μαρέγκα, λευκή ζάχαρη! Πιο κάτω, μετά το φαρμακείο του Παραμυθιώτη, ήταν ο Κρόκος, η Μαντίνα και ο Γκρέμος που φτιάχνανε το λευκό κέρασμα, για να έχει ο κόσμος να συζητάει στα σαλόνια, ποιος φτιάχνει τους καλύτερους μπεζέδες!
Τσίπηδες, Μπάνου, Βλάχου, Πλατανιώτη, οι Ριβέλλη, Παραμυθιώτηδες, Καλαντζήδες, Σγούρηδες, Σοφιανόπουλοι, Ζερβοί, οι Καραμάνοι, Αβδήδες, Ριζικάριδες, Γρόλιοι μα και οι Γογκάκηδες και οι Τσατσοπουλέοι απολαμβάνανε στη γειτονιά, το καλοκαίρι.
Μα στο τένις κάπου-κάπου η άσπρη μπάλα ξέφευγε από το νωχελικό μεσημεριάτικο "ταπ - ταπ" κατρακυλώντας προς τη σκάλα του Δημάρχου, μέχρι να την τσακώσει με το πόδι το "μπολ μπόι", ντυμένο στα ρούχα του τα άσπρα τα λευκά.
Στον Φοίνικα τα βράδια η ορχήστρα έπαιζε ανάμεσα σε άλλα τραγούδια και άσματα ιταλικά μιας Μπιάνκας που ακουγότανε παντού, μια και εκεί ήτανε κέντρο διασκέδασης και σινεμά μαζί.
Η Εντμέ, πάλι, φόραγε μόνο το άσπρο το μπέιμπι ντολ της, κάουζα η ζέστη και η Λίντα μόλις που κατάφερνε να κουνήσει τα παχουλά της δάχτυλα στα μπράτσα της πολυθρόνας που τα είχε ακουμπισμένα.
Η Αναστασία έφτιαχνε κούκλες με φορέματα λευκά και ο Δεπούντης φορώντας το λινό λευκό καλοκαιριάτικο κουστούμι του έγραφε τα ποιήματα του, ενώ η Έλλη με την Ντάντα πλέκανε στο βελονάκι κουβέρτες γάμου λευκές.
Και η Εντμέ, πάντα μισόγυμνη, ασχολιότανε με τη βιβλιοδεσία.
Το τι εγίνηκε το κραξε ένα παιδί απάνω σε ποδήλατο.
Η φωνή του έμασε κόσμο πολύ εκεί στου Καποδίστρια και εκείνο έφτακε τρέχοντας ίσαμε το Μαντούκι.
Επέταξε το όχημα στη γη και φώναξε ξανά:
"Οϊμένανε!". Ούρλιαξε ο κόσμος και έτρεξε στο Μο Ρεπό να μάθει.
"Σαν πιάτο", είπανε, "ήτανε το μάτι του καρχαρία. Λευκό, οcchio omnipotente"- και η στιγμή γίνηκε θρύλος.
Στα Φορτιά κλείσανε τα παράθυρα.
Ο κόσμος στο σκοτάδι και ψαχνότανε
. Ποιος είναι στη δουλειά ποιος στη θάλασσα.
Ο Ανεμόμυλος κατέβηκε στο δρόμο, σηκώθηκε η Γαρίτσα ορθή.
Η πόλη κρύωσε και το Μαντούκι εβουβάθηκε.
Όσοι είχανε κόρες σηκώσανε ψηλά και τα δύο χέρια:
"Άγιε Σπυρίδωνά μου" και κάμανε το σταυρό τους.
Χειρότερο είναι τούτο και από τις βόμβες.
Δεν είχανε πολλές φορές φανεί τα δύο παιδιά αντάμα. Πώς κι ήτανε τώρα μέσα στο νερό μαζί;
Ο Γιώργος είδε τα πόδια της.
Μόνον αυτά.
Η πλάτη του αιμορράγησε και το χέρι του δεν ήξερε αν υπάρχει εκεί που τον άγγιξε και το κοψε το πτερύγιο το λευκό, άλλο λευκό αυτό, του καρχαρία.
Τον εμάζεψε μια βάρκα. Κάτι ψαράδες.
Όσο να κάμει το ψάρι το γύρο του για να επιτεθεί τη δεύτερη φορά, αυτός είχε σωθεί παρέα με τον εφιάλτη του.
Έπειτα πάλι η θάλασσα γυαλί εκεί που είχε κοκκινίσει το νερό.
Κηδεία γίνηκε μόνο με τα ρούχα της και έπειτα αναρτήθηκε μια φωτογραφία στον τοίχο τού Θηλέων μα και στους οδηγούς, στις προσκοπίνες να δείχνει τα χρόνια τα δεκάξι της, όμορφη πολύ, ντυμένη με λουλούδια στο φουστάνι.
Λευκό, φυσικά.
Τραγωδία στη Σαλαμίνα: Δύο νεκροί, σπίτια στις φλόγες και η υποκρισία της Ν.Δ. που δεν τελειώνει ποτέ (ΒΙΝΤΕΟ)
Δύο άνθρωποι νεκροί. Σπίτια στις φλόγες. Κάτοικοι να εγκαταλείπουν τις περιουσίες τους. Εκκενώσεις με το 112 και ακόμη και προετοιμασία θαλάσσιας απομάκρυνσης. Και πάνω απ’ όλα, η γνώριμη εικόνα μιας χώρας...