JA Purity IV JA Purity IV
  • Αρχική
  • Επικαιρότητα
  • Εκπαίδευση
  • Διεθνή
  • Ιστορία
  • Πολιτισμός
  • Επιστήμη - Θεωρία - Ιδεολογία
  • Αθλητικά
  • Κοινωνικά
  • Κέρκυρα
    • Περιφ. Ιονίων Νήσων
  • Ποιοι Είμαστε
JA Purity IV JA Purity IV
  • Αρχική
  • Επικαιρότητα
  • Εκπαίδευση
  • Διεθνή
  • Ιστορία
  • Πολιτισμός
  • Επιστήμη - Θεωρία - Ιδεολογία
  • Αθλητικά
  • Κοινωνικά
  • Κέρκυρα
    • Περιφ. Ιονίων Νήσων
  • Ποιοι Είμαστε
Σαν σήμερα το 1952 η έναρξη της Δίκης των Αεροπόρων

08-22-2026 18:50
Ιστορία

Σαν σήμερα το 1952 η έναρξη της Δίκης των Αεροπόρων
22 Αυγούστου 1882: Γεννιέται στη Σμύρνη ο αγωνιστής δάσκαλος, ο ριζοσπάστης παιδαγωγός, Δημήτρης Γληνός

08-22-2026 18:44
Εκπαίδευση

22 Αυγούστου 1882: Γεννιέται στη Σμύρνη ο αγωνιστής δάσκαλος, ο ριζοσπάστης παιδαγωγός, Δημήτρης Γληνός
Ακυρώθηκε και η τελευταία άφιξη του ισραηλινού Crown Iris στη Σύρο

08-22-2026 18:29
Επικαιρότητα

Ακυρώθηκε και η τελευταία άφιξη του ισραηλινού Crown Iris στη Σύρο
Η Κέρκυρα τα χρόνια του ΔΣΕ, ο πρώτος νεκρός της και οι «16» της Λευκίμμης

08-22-2026 15:23
Κέρκυρα

Η Κέρκυρα τα χρόνια του ΔΣΕ, ο πρώτος νεκρός της και οι «16» της Λευκίμμης
Η ΓΑΛΛΙΣ

08-22-2026 10:06
Κέρκυρα

Η ΓΑΛΛΙΣ
Κατηγορία: Κέρκυρα
22 Αυγούστου 2026

Η Κέρκυρα τα χρόνια του ΔΣΕ, ο πρώτος νεκρός της και οι «16» της Λευκίμμης

Γράφει ο Αλέκος Καστρινός

Τον Ιούλιο του 1946, δεκαπέντε μήνες προτού 16 νεαροί κυρίως αγωνιστές του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στην περιοχή της νότιας Κέρκυρας τον Οκτώβριο του 1947 λάβουν την απόφαση - στην πιο μαζική και παράτολμη απαγορευμένη φυγή κατοίκων του νησιού για συμμετοχή στον Εμφύλιο - να κινήσουν  ένα μεγάλο ταξίδι με προορισμό τα βουνά της Ηπείρου, αποφασισμένοι να ενταχθούν στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ), ο τελευταίος δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί. Σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές της χώρας ήδη όμως είχαν συγκεντρωθεί και ανέπτυσσαν δράση αυτοάμυνας κάποιες πρώτες, σκόρπιες και μικρές αρχικά, ένοπλες ομάδες καταδιωκόμενων αγωνιστών. Ατύπως, καθώς κλιμακώνονταν τα μέτρα καταστολής σε βάρος στελεχών και φίλων του ΕΑΜ και του ΚΚΕ από τις μεταπολεμικές κρατικές και παρακρατικές δυνάμεις με τη βρετανική υποστήριξη, ο ένοπλος ταξικός Εμφύλιος είχε αρχίσει. Ο πολιτικός ειρηνικός αγώνας των διωκόμενων λαϊκών δυνάμεων για μια δημοκρατική και σοσιαλιστική Ελλάδα συνδυαζόταν όλο και περισσότερο, αναπόφευκτα, με ένοπλη δράση. Τότε, στις 21 Ιουλίου 1946, σε μάχη στο ημιορεινό χωριό Κοκκινόχωμα των Ιωαννίνων έπεσε νεκρός από βόλια κρατικής και παρακρατικής δύναμης ο στρατιωτικός υπεύθυνος μιας τέτοιας ομάδας καταδιωκόμενων, ο οποίος είχε διαφύγει από την Κέρκυρα δύο μήνες νωρίτερα, όταν για μια υποτιθέμενη «εξύβριση» της βασιλικής δυναστείας των Γλύξμπουργκ καταδικάστηκε σε ποινή εγκληματία: σε κάθειρξη πέντε ετών και έξι μηνών!

Επρόκειτο για έναν 33χρονο άλλοτε Εύελπι αξιωματικό, τον στερνό διοικητή του ΕΛΑΣ Κέρκυρας, μια προσωπικότητα που για καιρό έμενε αξέχαστη, τόσο ώστε στις 28 Φεβρουαρίου 1949, ενώ μαίνονταν οι μάχες του Εμφυλίου, η τότε «Κυβέρνηση του Βουνού» με διάταγμά της τον ανακήρυξε τιμητικά, για τις αρετές και την πρωτοποριακή ηρωική δράση του για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία της Ελλάδας, ως ταγματάρχη πεζικού του ΔΣΕ. 

Αυτός ήταν ο Αλέκος Πρίφτης, στέλεχος του ΚΚΕ στην Κέρκυρα και αναμφισβήτητα κορυφαίος αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης στο νησί - με συμμετοχή και σε μάχες στην Ήπειρο - τα χρόνια της ιταλικής και γερμανικής κατοχής. Εκείνος ήταν, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, ο πρώτος νεκρός της Κέρκυρας στην ένοπλη ταξική εμφύλια σύγκρουση των χρόνων 1946-1949, όταν η ελληνική καπιταλιστική εξουσία ήλθε αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη, έως και σήμερα, απειλή ανατροπής της. 

Ο ίδιος και οι Ηπειρώτες συναγωνιστές του Αλέκος Οικονόμου και Λεωνίδας Ράφτης, επίσης πρώην ΕΛΑΣίτες και καταδιωκόμενοι, στις αρχές του καλοκαιριού του 1946 σχημάτισαν σε ορεινή περιοχή των Ιωαννίνων μια αντάρτικη ομάδα, σαν τις Ομάδες Δημοκρατικών Ενόπλων Καταδιωκόμενων Αγωνιστών (ΟΔΕΚΑ) που εκείνη την περίοδο είχαν αρχίσει να οργανώνονται σε άλλα βουνά. Αυτή θεωρείται η πρώτη τέτοια ομάδα στην Ήπειρο. Ο Οικονόμου σκοτώθηκε μαζί με τον Πρίφτη στις 21 Ιουλίου 1946, ενώ ο Ράφτης διέφυγε, αλλά λίγο μετά πιάστηκε και εκτελέστηκε.  

Οι διώξεις που αντιμετώπισε ο Πρίφτης αμέσως μετά την απελευθέρωση (βλ. τον ίδιο πιο πάνω σε νεαρή ηλικία με στρατιωτική στολή), όντας διευθυντής της εφημερίδας του ΕΑΜ Κέρκυρας «Η Φωνή του Λαού» και ενώ μάλιστα εκκρεμούσε απόδοση τιμής στο πρόσωπό του από τους Δυτικούς «συμμάχους» για την ηγετική συμβολή του στη μεταφορά από την Κέρκυρα στην Ήπειρο και τη διάσωση δέκα Αμερικανών αεροπόρων το αεροπλάνο των οποίων τον Νοέμβριο του 1943 είχε καταπέσει στην περιοχή της Λευκίμμης λόγω βλάβης, ήταν αφόρητες. Το κυριότερο, ήταν ενδεικτικές του κύματος των κλιμακούμενων παντοειδών πιέσεων και διώξεων με το οποίο βρέθηκαν αντιμέτωποι πολλοί Κερκυραίοι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης για την πολιτική δράση και τις πεποιθήσεις τους, υπέρ μιας δημοκρατικής και σοσιαλιστικής Ελλάδας, μετά την Κατοχή και έπειτα από τις βουλευτικές εκλογές-παρωδία του Μαρτίου του 1946. Με σκοπό τον «συνετισμό» όλων αυτών και την υποταγή του λαού του νησιού, η πλειονότητα του οποίου τα προηγούμενα χρόνια είχε συνταχθεί ενεργά με το ΕΑΜ όπως αναγνώριζαν ακόμη και αντίπαλοί του, ένα άρθρο του πρώην διοικητή του ΕΛΑΣ Κέρκυρας στη «Φωνή του Λαού» κατά της ευρισκόμενης ακόμη τότε στο εξωτερικό μοναρχικής δυναστείας σήμανε την καταδίκη του τον Μάιο του 1946 σε «παραδειγματική» ποινή φυλάκισης... 5,5 ετών. Είχαν προηγηθεί συνεχόμενες δικαστικές διώξεις και τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον του, που απέβλεπαν ακόμη και στη δολοφονία του.     

Ο αξιωματικός ε.α. πατέρας του Αλέκου Πρίφτη και ο τηλεγραφητής αδελφός του σε επιστολή τους με τίτλο «Ένα γράμμα μιας ελληνικής οικογένειας» (βλ. πιο πάνω), που δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα του ΕΑΜ με τη δημοσιοποίηση του θανάτου του στις 28 Ιουλίου 1946, ανέφεραν μεταξύ άλλων: 

«Πριν κάμποσες μέρες η ΝΕ του ΕΑΜ μάς ειδοποίησεν ότι άγγλος συνταγματάρχης που παρεπιδημεί στην πόλη μας αναζητεί τον Αλέκο Πρίφτη (...), τους συγγενείς του, για να του απονείμει "ηθικήν αμοιβήν", για τις υπηρεσίες που προσέφερε στους Συμμάχους, κατά τον Εθνικοαπελευθερωτικό μας Αγώνα, παίζοντας τόσον αποφασιστικό ρόλο στη διάσωση των δέκα αμερικανών αεροπόρων κ.τλ. Με την παρούσα μας επιθυμούμε να πληροφορηθεί ο κ. άγγλος συνταγματάρχης, ότι ο Αλέκος Πρίφτης, αγωνιστής της Δημοκρατίας, διώχτηκε και υποχρεώθηκε ν' απομακρυνθεί απ' το σπίτι του και την ιδιαίτερή του πατρίδα και σκοτώθηκε απ' το καθεστώς που οι Άγγλοι εγκατέστησαν στην Ελλάδα. Επομένως την παρασημοφορία αυτή δίκαια τη θεωρούμε πρόκληση για τη μνήμη του ηρωικού μας παιδιού κι έχουμε ιερή, ελληνική υποχρέωση να μην την αποδεχτούμε από κείνους που με την πολιτεία τους αναστατώνουν το δύσμοιρο τόπο μας για να σκοτώνονται τα παιδιά μας, πράμα, άλλωστε, που θα τώκανε κι ο τιμημένος μας νεκρός αν εζούσε».

Όσα αντιμετώπισε επί μακρόν μετά την απελευθέρωση ο πρώην διοικητής της στρατιωτικής δύναμης του κερκυραϊκού ΕΑΜ (βλ. πιο πάνω φύλλο της «Φωνής του Λαού» αφιερωμένο σε εκείνον) δεν ήταν η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας για όσους Κερκυραίους δεν «έσκυβαν το κεφάλι», παραιτούμενοι από τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του λαού. 

Πολύ πριν ξεκινήσουν στις 31 Μαρτίου 1946 στη Μακεδονία οι ένοπλες συγκρούσεις και ακολουθήσουν στις 28 Οκτωβρίου 1946 η ίδρυση του Γενικού Αρχηγείου Ανταρτών με «μαγιά» τις πρώτες ομάδες καταδιωκόμενων και στις 27 Δεκεμβρίου 1946 η μετονομασία του Αρχηγείου σε Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, αναρίθμητοι Κερκυραίοι φίλοι και μέλη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ αντιμετώπιζαν σε μικρότερο ή παρόμοιο βαθμό κάθε είδους διακρίσεις, απειλές, βιαιοπραγίες, καταδίκες καθώς και εξωδικαστικές φυλακίσεις. Από τα μέσα περίπου του 1946 οι φυλακές της πόλης άρχισαν να γεμίζουν και με φερμένους από άλλες πόλεις εκατοντάδες καταδικασμένους σε θάνατο ή ισόβια δεσμά αγωνιστές του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. 

xroniadse006 xroniadse007

Τέσσερις ημέρες μετά τον σκοτωμό του Πρίφτη, στις 25 Ιουλίου 1946, όπως ενημέρωνε ο διευθυντής της φυλακής της πόλης τον Εισαγγελέα Εφετών δύο ημέρες αργότερα με έγγραφό του (βλ. πιο πάνω),  είχαν μεταχθεί εκεί από τις φυλακές Επταπυργίου της Θεσσαλονίκης 161 κρατούμενοι. Οι 68 καταδικασμένοι σε θάνατο και οι άλλοι 92 σε ισόβια δεσμά. Όλοι τους, βέβαια, πολιτικοί κρατούμενοι. Μέλη και φίλοι του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Τους είχε αποβιβάσει στο λιμάνι δέσμιους το οπλιταγωγό «Χίος». 

Η Αστυνομική Διεύθυνση Κέρκυρας ενημέρωσε την προηγούμενη το υπουργείο Δημόσιας Τάξης (βλ. πάνω διπλανό «απόρρητο» έγγραφο, 26.7.1946) ότι με τις νέες αφίξεις ήδη κόντευαν τους 500 όλοι οι κρατούμενοι στην Κέρκυρα. Μάλιστα, «οι 400 τουλάχιστον» από τους συνολικά 494 κρατούμενους στις φυλακές της πόλης και του κοντινού νησιού Βίδο ήταν «κορυφαίοι κομμουνιστές» και... αποσχιστές. Ήταν αδύνατο, έλεγε, να χωρέσουν άλλοι. 

Ο αστυνομικός διευθυντής Ηρακλής Δεδόπουλος, για τα πεπραγμένα του οποίου την κατοχική περίοδο και ιδίως στην υπόθεση της σύλληψης και της μεταφοράς των Εβραίων του νησιού στο Άουσβιτς γράφονταν πολλά και διάφορα εκείνες τις ημέρες στον τοπικό Τύπο, υποστήριζε στο ίδιο έγγραφο ότι οι «εν ταις Φυλακαίς διαβιούντες έρχονται οπωσδήποτε εις επαφήν μετά του ενταύθα Κομμουνιστικού κόμματος, το οποίον επίσης έρχεται εις επαφήν μετά του εν Αλβανία κρατούντος καθεστώτος και δια μέσου της μεθορίου της Ηπείρου και δι' αλιευτικών λέμβων». Υπήρχε περίπτωση, έλεγε, να αποδράσουν και να φύγουν στην Αλβανία, αφού προηγουμένως προκαλέσουν... «εκδικήσεις εν τη νήσω». Συνιστούσε να σταλεί στρατός, πολύς στρατός. Δεν του έφταναν ούτε τα αγγλικά πλοία που ναυλοχούσαν στο νησί. Υπήρχε με άλλα λόγια, σύμφωνα με την κρίση του, κάποιος εσωτερικός εχθρός που συνωμοτούσε με έναν εξωτερικό εχθρό. Στα όπλα λοιπόν....                 

Εξαπολύθηκε, επί μήνες, κύμα διώξεων εναντίον του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Η εφημερίδα του πρώτου σε καθημερινή βάση ανέφερε σωρεία τέτοιων αντιδημοκρατικών ενεργειών, που μήνα με τον μήνα κλιμακώνονταν και επεκτείνονταν σε όλες τις λαϊκές οργανώσεις, με πρώτο μεταξύ αυτών το Εργατικό Κέντρο Κέρκυρας. 

Όλα αυτά είχαν ξεκινήσει οργανωμένα, είναι η αλήθεια, πολύ καιρό πριν.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1945, για παράδειγμα, η Χωροφυλακή της πόλης ενημέρωνε εγγράφως τον -διαρκώς υποσχόμενο ισοπολιτεία και ελεύθερη λειτουργία των πολιτικών οργανώσεων- πολιτικό διοικητή Ιονίων Νήσων (βλ. έγγραφο πιο πάνω) ότι ασφαλώς και είχε εκδώσει «αυστηράς διαταγάς» στον σταθμάρχη της στο χωριό Καστελλάνοι Μέσης «περί παρακολουθήσεως των κινήσεων των κομμουνιστών της περιφερείας του». 

Υπήρχαν πολλοί από αυτούς στο χωριό Καμάρα, του είχε γράψει ο σταθμάρχης στις 22 Αυγούστου 1945. Του εξηγούσε ότι ιδίως στον συνοικισμό Καμάρα του ομώνυμου χωριού «εμφορούνται άπαντες υπό κομμουνιστικών ιδεών». Ονομάτιζε με πλήρη στοιχεία έξι άτομα -Βαρότσηδες και άλλους- που θεωρούσε επικεφαλής της οργάνωσής τους. Να κοιμόταν ήσυχος ο κ. διοικητής, τους είχε όλους από καιρό «φακελωμένους» και μάθαινε τι κάνουν και τι λένε και πού πάνε και πώς θα τους «τσακώσει». 

Σαν να μην έφταναν λοιπόν τα άλυτα οξύτατα οικονομικά προβλήματα και τα ερείπια που είχε αφήσει ο πόλεμος, μήνα με τον μήνα, ενώ οι κυβερνήσεις της Αθήνας ορκίζονταν στην ελεύθερη λειτουργία των πολιτικών οργανώσεων και στην προκοπή του λαού, για αμέτρητους Κερκυραίους η ζωή γινόταν όλο και πιο ανυπόφορη. Όσα συνέβαιναν από καιρό στην Κέρκυρα, όμως, ήταν βέβαια μια μικρογραφία -ή και προάγγελος σε κάποια θέματα- όσων ήδη συνέβαιναν είτε θα συνέβαιναν στη χώρα.

xroniadse010 xroniadse011

Για την κυρίαρχη τάξη, όπως έδειχναν και οι εξελίξεις στην Κέρκυρα ήδη από το 1946, το ζητούμενο δεν ήταν απλώς και μόνο η καταστολή του αντάρτικου στα βουνά, αλλά η συνθηκολόγηση και η υποταγή του λαϊκού κινήματος των πόλεων και της υπαίθρου στα συμφέροντα της εγχώριας οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας και των ξένων συμμάχων της. Βίωσε με τον δικό του τρόπο και το νησί τον γενικευμένο σε όλη τη χώρα ασφυκτικό στρατιωτικό αποκλεισμό των διόδων προς τα βουνά και τον ΔΣΕ, καθώς και τις παράλληλες τρομοκρατικές συλλήψεις, τους εκτοπισμούς, τις δίκες και τις εκτελέσεις αγωνιστών των πόλεων και της υπαίθρου, που όλα αυτά μαζί συνόδευαν την εσπευσμένη ωμή επέμβαση των ΗΠΑ μετά την αδυναμία των Βρετανών να επιβληθούν και βέβαια,  πέραν του ότι στερούσαν τον μαχόμενο ανταρτικό στρατό από αναγκαίες εφεδρείες και εφόδια,  εμπόδιζαν τον συντονισμένο αγώνα με τις άοπλες φιλικές προς τον ΔΣΕ λαϊκές δυνάμεις στα αστικά κέντρα. Σε μιαν άλλη θεώρησή τους, όλα αυτά φυσικά ήταν μια παραδοχή της υπεροχής των θέσεων του ΕΑΜ και του ΚΚΕ ανάμεσα στον λαό. Ποιος παίρνει στα καλά καθούμενα όπλα και ανεβαίνει στα βουνά αν δεν έχει λαϊκή δύναμη και ποιος φοβάται κάποιους αντάρτες αν έχει μαζί τους τον λαό; Στην Κέρκυρα, όπου η απήχηση του ΕΑΜ, όπως είχε φανεί τον Μάρτιο του 1946 από το μέγεθος της λαϊκής ανταπόκρισης στο κάλεσμα αποχής από τις εκλογές με τους νοθευμένους εκλογικούς καταλόγους, παρέμενε ισχυρότατη, ο λαός δεν είχε παύσει να αντιδρά στα παγιωμένα ή και κλιμακούμενα κατασταλτικά μέτρα, παρόλο που η εκλεγμένη διοίκηση του Εργατικού Κέντρου είχε αντικατασταθεί από διορισμένη. 

Γι' αυτό και δοκιμάζονταν -ως διέξοδος- οι προβοκάτσιες. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1946 οι εκπρόσωποι των τοπικών οργανώσεων του ΕΑΜ Χρύσανθος Κοσκινάς (βλ. πάνω αριστερά) και του ΚΚΕ Γιώργος Τζήλιος (βλ. πάνω δεξιά) με κοινό υπόμνημα που παρέδωσαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας ζήτησαν τη λήψη μέτρων για τη ματαίωση «καταχθονίου σχεδίου» έντασης του αυταρχισμού, που ήταν φανερό ότι εξυπηρετούσαν δημοσιεύματα ακροδεξιάς τοπικής εφημερίδας ισχυρών οικονομικών κύκλων. Σύμφωνα με αυτά, τάχα οι δύο οργανώσεις, όχι μόνον «ενίσχυαν διαρκώς δι' εράνων και ανδρών» τις ανταρτικές ομάδες των διωκόμενων αγωνιστών στην Ήπειρο, αλλά και προπαρασκεύαζαν «εμφύλιον εν Κερκύρα πόλεμον δια της οργανώσεως και εν τη νήσω μας συμμοριών δια την εξόντωσιν εθνικοφρόνων (...), ερχόμεναι εις επικοινωνίαν με γειτονικήν ξένην Επικράτειαν», εννοώντας προφανώς την Αλβανία. 

Υποτίθεται ότι η κυβέρνηση επιθυμούσε εξεύρεση λύσης μέσω πολιτικού διαλόγου και συνδιαλλαγής. Το τι εννοούσε πραγματικά, όμως, το είχε δείξει πειστικά ο νομάρχης Κέρκυρας, Ιωάννης Κοκκινάτος, στις 28 Ιανουαρίου 1947, κυκλοφορώντας προκήρυξή του σε κατάλληλους τόνους (βλ. πάνω). 

Απορούσε, έλεγε, πώς ήταν δυνατόν να υπάρχουν στην παραδεισένια Κέρκυρα «εαμοβουλγαρικά καθάρματα (...), αρπακτικά και σαρκοβόρα όρνεα (...), Κερκυραίοι με καρδιάν αγρίου θηρίου (...), που παρεσύρθησαν προς στιγμήν από την έντεχνον και ύπουλον προπαγάνδαν των χειροτέρων εχθρών της Ελλάδος (...)». Θα έκανε κι αυτός ό,τι έπρεπε για «τη νίκη του Έθνους», έλεγε, εννοώντας φυσικά μια νίκη της τότε πολιτικής φάρας του και των πασίγνωστων ανά τη χώρα εύπορων χορηγών της. Ήταν αισιόδοξος ότι με την επερχόμενη «αμερικανική βοήθεια» και τα πολεμικά μέσα που αυτή έφερνε οι «ασυνείδητοι εαμοβούλγαροι» θα συντρίβονταν. 

Αυτοί που είχαν το μονοπώλιο των όπλων και της βίας στο νησί κατηγορούσαν ως φορείς βάρβαρης βίας αυτούς που βρέθηκαν να αμύνονται για τα δικαιώματά τους άοπλοι κι όσους σε άλλα μέρη της χώρας οπλίστηκαν για να υπερασπίσουν. Οι σιωπηλοί και καλοπερασάκηδες τα χρόνια της Κατοχής έβγαζαν απάτριδες αυτούς που δεν συναρτούσαν τον πατριωτισμό με περιουσίες και ύψωσαν το ανάστημά τους.   

Τρεις μήνες περίπου μετά, στις 17 Απριλίου 1947, αφού είχε μεσολαβήσει αθώωση από τοπικό δικαστήριο έξι κατηγορουμένων -«εθνοφυλάκων» και άλλων «αγανακτισμένων» πολιτών- για βάρβαρη καταστροφή των γραφείων της που είχε ήδη συμβεί το 1945, η εφημερίδα του ΕΑΜ Κέρκυρας δήλωνε, καθώς προκλητικά δημοσιεύματα προϊδέαζαν για νέες παρόμοιες επιθέσεις: «Δεν πρόκειται να υποστείλουμε τη σημαία των αγώνων μας». Παράλληλα, καταδίκαζε ένα νέο «κύμα συλλήψεων» αγωνιστών που είχαν γίνει «λίγες μέρες πριν». Αναφερόμενη στις ένοπλες συγκρούσεις και σε φόνους με θύματα ΕΑΜίτες σε άλλους νομούς, έκανε λόγο για «άνομη βία των τυράννων» που προχωρούν σε αδελφοκτόνο σπαραγμό και για «κυβέρνηση του αίματος». Όπως σημείωνε, ζητώντας επίμονα να επικρατήσει έστω μια κάποια «σχετική γαλήνη» στο νησί, ισχυροί τοπικοί παράγοντες έψαχναν εκ νέου προσχήματα και αφορμές για να δικαιολογήσουν ένα μονόπλευρο, βέβαια, λουτρό αίματος, αφού μόνο μία πλευρά είχε στη διάθεσή της οπλισμό.

Κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, όσες εναλλαγές προσώπων και αν χρειάστηκαν στη σύνθεσή της λόγω συλλήψεων ή και αποστασιοποίησης - αδρανοποίησης πολλαπλώς διωκόμενων στελεχών της, που εκπροσωπούσαν τις επιμέρους συνεργαζόμενες δυνάμεις και προσωπικότητες του συνασπισμού που εξέφραζε, η Νομαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ δεν έπαυσε, μέχρι την ημέρα που το ΕΑΜ τέθηκε εκτός νόμου, να θέτει στο επίκεντρο της δράσης του τις ανάγκες της ζωής και της προκοπής του λαού. Σε υπόμνημά της προς τις τοπικές αρχές, στις 18.9.1946 (βλ. πιο πάνω), είχε αναφέρει ότι από την 1η Σεπτεμβρίου η τιμή του ψωμιού είχε διπλασιαστεί. Θέριζε ακόμη το νησί η ελονοσία. Ζητούσε μέτρα «δια την ανακούφισιν της λαϊκής δυστυχίας». Επισήμαινε, σχετικά με το ζήτημα του ρουχισμού, καθώς βοούσε ο τόπος για πλιάτσικο και πολιτικές διακρίσεις: «Αι αποθήκαι είναι γεμάται ρουχισμόν ενώ ο λαός ευρίσκεται γυμνός».  

Στιγμάτιζε, συγχρόνως, την κρατική μισαλλοδοξία. Ύψωνε κραυγή διαμαρτυρίας για την καταπάτηση των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών του λαού.   

Ο «φιλελεύθερος» νομάρχης Κοκκινάτος καλούσε τον λαό να αγνοεί μηνύματα της ΝΕ του ΕΑΜ για τη συμφιλίωση των λαϊκών δυνάμεων, σύμφωνα με τα οποία «την κόλαση του εμφυλίου πολέμου άναψαν κακοί Έλληνες και ξένοι τύραννοι για να εξυπηρετήσουν τα άνομα συμφέροντά τους». Δεν ήταν και τόσο ικανοποιημένος από τη στάση του λαού απέναντι στις «εθνικές» δυνάμεις της εμφύλιας σύγκρουσης και ζητούσε να εκδηλωθεί υποστήριξη προς αυτές «με την αυτήν θέρμην, με την αυτήν ακατάβλητον επιμονήν, με τον αυτόν ενθουσιασμόν, με τον αυτόν φανατισμόν και με την αυτήν πίστιν» που θεωρούσε ότι ο αντιτιθέμενος στην κυβερνητική πολιτική κόσμος εκδηλωνόταν υπέρ των υποτιθέμενων «αντεθνικών» δυνάμεων. 

Τον Μάιο του 1947, καθώς σχεδιαζόταν να αρχίσουν στη νησίδα Λαζαρέτο εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων από τις κερκυραϊκές φυλακές και η λειτουργία των οργανώσεων του ΕΑΜ και του ΚΚΕ αντιμετώπιζε ασφυκτικούς περιορισμούς σε τέτοιο βαθμό ώστε στελέχη τους να δρουν ουσιαστικά στην παρανομία, η πόλη και η ύπαιθρος στρατοκρατούνταν, με το επιχείρημα ότι προετοιμαζόταν... «στρατιωτική εισβολή αναρχικών στοιχείων» από την Ήπειρο και την Αλβανία. Ελληνικά κρατικά και βρετανικά πολεμικά σκάφη περιπολούσαν από καιρό μέρα και νύχτα στα ανοιχτά της πόλης και του νησιού, ελέγχοντας αυστηρά κάθε μετάβαση στην ηπειρωτική Ελλάδα και αποτρέποντας κάθε πρόσβαση σε αλβανικές ακτές, μέσω των οποίων διωκόμενοι και άλλοι Κερκυραίοι αγωνιστές επίσης θα μπορούσαν να μεταβούν στα βουνά της Ηπείρου και να πυκνώσουν τις γραμμές του μαχόμενου με τον κυβερνητικό - κρατικό στρατό Δημοκρατικού Στρατού. 

xroniadse014 xroniadse015 xroniadse016

Στο τελευταίο γνωστό φύλλο της στις 8 Μαΐου 1947, σε πρωτοσέλιδο κείμενο με τίτλο «Αθρόες εκτελέσεις και θανατικές καταδίκες δίχως τελειωμό» η «Φωνή του Λαού» (βλ. πιο πάνω) κατήγγειλε ότι στην Αλεξανδρούπολη στις 2 Μαΐου είχε εκτελεστεί από τον κρατικό στρατό, κατόπιν καταδίκης του από στρατοδικείο σε θάνατο ως υποστηρικτής του ΔΣΕ, ο Κερκυραίος στρατιώτης Κάιζερ Χρυσικόπουλος. Ήταν από την περιοχή-μήτρα του κομμουνιστικού κινήματος στο νησί, τη Λευκίμμη, όπου οι πολιτικές διώξεις δεν είχαν σταματημό και ήδη κάποιοι αγωνιστές είχαν καταφέρει να διαφύγουν και να ενταχθούν στα ηπειρωτικά βουνά στις τάξεις του ΔΣΕ. Η καταδίκη είχε γίνει γνωστή από την εφημερίδα του ΚΚΕ «Ριζοσπάστης» στις 30 Απριλίου με δημοσίευμα με τίτλο «Καταδίκη φαντάρων σε θάνατο» (βλ. πιο πάνω) και από δημοσιεύματα κάποιων άλλων αθηναϊκών εφημερίδων. 

Ο Χρυσικόπουλος είχε καταδικαστεί δις σε θάνατο, μαζί με έναν Κεφαλονίτη ομοϊδεάτη του, όπως είχε γράψει η εφημερίδα του ΕΑΜ Κέρκυρας στις 4 Μαΐου σε ανάλογο δημοσίευμα με τίτλο «Καταδίκη σε θάνατο Κερκυραίου στρατιώτη» (βλ. πιο πάνω), αφού κατηγορήθηκαν ότι «εστρατολόγησαν και έστειλαν προς τους συμμορίτας ένδεκα συναδέλφους των στρατιώτας μετά του οπλισμού των». 

Στο κύριο άρθρο του φύλλου της με ημερομηνία 8 Μαΐου η «Φωνή του Λαού» -που τότε είχε διευθυντή τον λίγο αργότερα συλληφθέντα τυπογράφο Σπύρο Μπαλό- πληροφορούσε για Κερκυραίους νεκρούς και των δύο αντιμαχόμενων πλευρών σε μάχες και για «τον βαθύ ανθρώπινο πόνο των μαυροφορεμένων σπιτιών που έκλεισε στο Νησί ο εμφύλιος όλεθρος», στιγμάτιζε τον «εμπρηστικό ρόλο» των Βρετανών και των ΗΠΑ και σημείωνε για την κατάσταση που επικρατούσε τοπικά: «Σαν μανιτάρια ξεφύτρωσαν μια σειρά απαγορευτικών διαταγών, που στον Κερκυραϊκό λαό έδωσαν την εντύπωση ότι το Νησί μεταβάλλονταν σε κλειστό φρούριο, για απόκρουση κάποιου σοβαρού, απ' έξω κινδύνου, ή σε ένα ολόκληρο στρατόπεδο συγκέντρωσης, για να περικλείσει ολόκληρο τον Κερκυραϊκό λαό». Επισήμαινε για την τοπική εφημερίδα «Ελευθερία»: «Το γνωστό εμπρηστικό έντυπο, που εκφράζει τις απόψεις των πιο έξαλλων νεοφασιστικών κύκλων του Νησιού, άρχισε μια νέα - γεμάτη αφρούς λύσσας, βρωμερής συκοφαντίας, υποκριτικής διαστρέβλωσης γεγονότων και χαφιεδισμούς - εκστρατεία (...) ενάντια σε όσους αγωνίζονται για να σταματήσει ως εδώ το αίμα και το πένθος (...)».

Πάνω από το κύριο άρθρο, πλάι στον τίτλο της στην κορυφή του φύλλου, η «Φωνή του Λαού» τόνιζε για την εκτέλεση του Κ. Χρυσικόπουλου: «Η Κέρκυρα προσφέρει άλλο ένα παιδί της ακριβό στο Βωμό της Δημοκρατίας και της Εθν. Ανεξαρτησίας. Και ο μοναρχοφασισμός μεγαλώνει τον ανοιχτό λογαριασμό του αίματος που θα πληρώσει».    

Σε άλλο επίσης πρωτοσέλιδο δημοσίευμά της, αναφερόμενη σε δίκη που είχε γίνει δύο μέρες νωρίτερα με κατηγορούμενους έξι στελέχη και συνεργάτες της, πληροφορούσε: «Προσπαθούν με όλα τα μέσα να (κατα)διώξουν κάθε δημοκρατικό στοιχείο και να κλείσουν την εφημερίδα μας».    

Η ήδη βαριά λαβωμένη από τις συνεχείς διώξεις Οργάνωση Κέρκυρας του ΚΚΕ φαίνεται να καλούσε τον κόσμο της και τον λαό να εστιάσει στην ενίσχυση του πολιτικού αγώνα για τα δικαιώματα του λαού στο νησί, καθώς η ηγεσία του ΚΚΕ μάταια συνέχιζε με σειρά προτάσεών της, παράλληλα με την ένταση του ένοπλου αγώνα χιλιάδων αγωνιστών στα βουνά, να επιδιώκει πολιτική συμφωνία με τις διαβλητές και υπαγορευμένες από τους Βρετανούς εναλλασσόμενες αστικές κυβερνήσεις, για στοιχειώδη έστω δημοκρατική ομαλότητα και σεβασμό των λαϊκών ελευθεριών στη χώρα, ελπίζοντας πως οι κυβερνητικές δυνάμεις θα «έκαναν πίσω» και θα έπαυαν να επιδιώκουν τη συντριβή του εξασθενημένου από τις διώξεις αλλά ακόμα ισχυρού λαϊκού κινήματος στις πόλεις και στα χωριά. 

Σε μια προσπάθεια ενδεχομένως να καθυστερήσει την επικείμενη απαγόρευση της κυκλοφορίας της για τις θέσεις της υπέρ των ανταρτών και του ΔΣΕ, μερικές φορές η «Φωνή του Λαού», εκείνη την περίοδο, εντέχνως αναπαρήγαγε δημοσιεύματα του διεθνούς αστικού Τύπου, όπως οι «New York Times», εν μέρει ευνοϊκά για τη δράση και τις πρώτες σημαντικές επιτυχίες του Δημοκρατικού Στρατού σε μάχες, έστω και αν συχνά ο Τύπος αυτός έκανε λόγο για «κομμουνιστοσυμμορίτες», ενστερνιζόμενος τη χυδαία κυβερνητική προπαγάνδα. Ζητούσε από τις τοπικές πολιτικές και στρατιωτικές - αστυνομικές αρχές επίμονα, πλην όμως μάταια, να επικρατήσουν  συνθήκες γαλήνης και συμφιλίωσης στο νησί, συνεχίζοντας να καταγγέλλει τις εντεινόμενες κυρίως στην ύπαιθρο αντιδημοκρατικές διώξεις και να καλεί σε λαϊκή επαγρύπνηση και αυταπάρνηση για τα δικαιώματα του λαού. Καταδίκαζε σταθερά την εγχώρια «πλουτοκρατική ολιγαρχία», το πολιτικό προσωπικό που ακολουθούσε τα κελεύσματά της και τους Βρετανούς και Αμερικανούς συμμάχους της ως υπεύθυνους για τον ένοπλο Εμφύλιο που απλωνόταν όλο και περισσότερο στην ηπειρωτική χώρα. 

Πληροφορούσε ότι εκτός από τους εκατοντάδες έγκλειστους στις φυλακές της πόλης, αρκετοί αγωνιστές -και ανάμεσά τους φυματικοί- ήταν εκτοπισμένοι στους Παξούς, φέρνοντας στο φως τα πάθη τους και καλώντας τον λαό του νησιού να συνεχίσει, όπως ήδη έκανε και με συγκέντρωση χρημάτων και τροφίμων, καθώς και φαρμάκων, να τους συμπαραστέκεται. 

«Το αίμα αυτό που χύνετε θα σας πνίξει», είχε γράψει στις 8 Μαΐου 1947 με οργή, απευθυνόμενη στους υπεύθυνους του γενικότερου πογκρόμ διώξεων ανά την Ελλάδα. 

Απτόητη, κάθε τόσο αποκάλυπτε και κατακεραύνωνε την απροσμέτρητη βία που επικρατούσε στο κάτεργο της πόλης. Ενώ δεν τασσόταν ρητά υπέρ του αγώνα του ΔΣΕ, αναδείκνυε κάθε επιτυχία του επικαλούμενη χρήσιμα εν μέρει δημοσιεύματα του ευρωπαϊκού και αμερικανικού Τύπου, μεταξύ άλλων και ενός Αμερικανού δημοσιογράφου εφημερίδας της Νέας Υόρκης, που ενώ έκανε λόγο για επισήμως  «κομμουνιστοσυμμορίτες» έριχνε στους κρατούντες τη μεγαλύτερη ευθύνη και κατέληγε με λόγια κατανόησης για τους αγωνιστές του ΔΣΕ: «Αν ήμουν Έλληνας θα είχα πάρει κι εγώ τα όπλα».  

Μικρά διαλείμματα φαινομενικής γαλήνης σε σύγκριση με όσα γίνονταν αλλού εναλλάσσονταν με κεραυνούς βίας. Επρόκειτο για γαλήνη με το πιστόλι στον κρόταφο.  

Για την ενίσχυση των κρατικών μέτρων που εμπόδιζαν τη φυγή αγωνιστών προς τις δυνάμεις του ΔΣΕ, από το 1946 είχε περιοριστεί η αλιεία και   είχαν πολλαπλασιαστεί τα φυλάκια και παρατηρητήρια στις ανατολικές ακτές του νησιού, ενώ τα μέτρα για την πρόσβαση στο βορειοανατολικό τμήμα του ήταν δρακόντεια. Στις 26 Απριλίου 1947 το Φρουραρχείο Κέρκυρας είχε εκδώσει απαγορευτική διαταγή, με αυστηρούς όρους και βαριές ποινές για οποιαδήποτε κίνηση κάθε είδους πλωτών μέσων στο νησί, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Υποτίθεται ότι, όπως και το 1946, σχεδιαζόταν πάλι «εισβολή» δυνάμεων του ΔΣΕ και Αλβανών υποστηρικτών τους, σε συνεννόηση με τις τοπικές δυνάμεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, μεταξύ άλλων για την απελευθέρωση των εκατοντάδων πολιτικών κρατουμένων στη φυλακή της πόλης. Αυτό που ακολούθησε, στην πραγματικότητα, ήταν οι συλλήψεις και ο εκτοπισμός δεκάδων λαϊκών αγωνιστών του νησιού, μαζί με αμέτρητους συναγωνιστές τους από όλη τη χώρα, στην Ικαρία, στον Άγιο Ευστράτιο και σε άλλα νησιά και ξερονήσια του Αιγαίου.  

Οι κρατικοί αξιωματούχοι και η κυρίαρχη τάξη του νησιού μηχανορραφούσαν από καιρό, εκείνον το Μάιο του 1947, πώς θα μεθοδεύσουν την ένταση του ανήθικου και βάρβαρου έργου τους. Φοβούνταν να μάθει ο λαός πως είχαν αποφασίσει την έναρξη εκτελέσεων στο Λαζαρέτο.

Έτσι, στις 15 Απριλίου 1947 η Διοίκηση Χωροφυλακής, για την ακρίβεια ο επικεφαλής της μοίραρχος Γιώργος Σπαθής, είχε αναφέρει στην Αστυνομική Διεύθυνση (βλ. «άκρως απόρρητον κατεπείγον» έγγραφο πιο πάνω) ότι «υπό της ενταύθα κομμουνιστικής οργανώσεως μεταβιβάζονται εις τους εν ταις φυλακαίς κρατουμένους κομμουνιστικά συνθήματα σχέσιν έχοντα με την δράσιν των κομμουνιστών». Ζητούσε  «σύλληψιν των ενεχομένων». Ένοχη, έλεγε, ήταν μια Κερκυραία νεαρή γυναίκα κομμουνίστρια, η Μαρία Πάσχου, μέλος της συνεργαζόμενης και με τον Δεσπότη Μεθόδιο φιλοΕΑΜικής οργάνωσης Εθνική Αλληλεγγύη. Εκείνη θα ήταν υπεύθυνη που η ηλικιωμένη μητέρα της, Αλεξάνδρα Πάσχου, παρέδωσε τρόφιμα σε κρατούμενους. Μέσα στα τρόφιμα, έλεγε, εντοπίστηκαν χαρτάκια που μάλλον έγραφαν «Ήρθε η ώρα» και «Τα πάντα είναι έτοιμα». Έπρεπε να κοπεί κάθε επισκεπτήριο, η φυλακή -και όλη η Κέρκυρα- να γίνει φρούριο. Και να «πειθαναγκαστεί» βέβαια η οικογένεια Πάσχου να... αποκαλύψει το σχέδιο και τα πρόσωπα που το συνέλαβαν. Όλως τυχαίως τα ένοχα χαρτάκια τα είχε εντοπίσει, στο μεταξύ, σε χάρτινο δίσκο γλυκισμάτων, ένας φύλακας που ήταν το πιο διαβλητό, κατά τους κρατούμενους, πρόσωπο της φυλακής, ένας κανονικός προβοκάτορας που αυτοτραυματιζόταν -όπως συμπέρανε τοπικός δικαστής σε μία τέτοια υπόθεση- και μήνυε κρατούμενους. Έπρεπε να γίνει, έλεγε ο Σπαθής, «εκκαθάριση» και του προσωπικού της φυλακής. Η έρευνα για την Πάχου και άλλους Κερκυραίους που πήγαιναν τρόφιμα σε κρατούμενους ήταν αδιέξοδη,  αλλά υπήρχε «κομμουνιστική κίνησις ευρείας κλίμακος αποβλέπουσα ασφαλώς εις την εξουδετέρωσιν και κατάληψιν των Αρχών, εν συνεχεία δε εις την απελευθέρωσιν των εν ταις φυλακαίς κομμουνιστών», επέμενε την ίδια ημέρα σε έγγραφό του ο ανθυπασπιστής Στυλιανός Βολουδάκης. Πήραν δρόμο από το κάτεργο κάποιοι «φύλακες αριστερών φρονημάτων, κομμουνισταί», ένας «λίαν επικίνδυνος» Βαγγέλης Νίκας, ο συνάδελφός του Αλέξανδρος Ράδος και ένας-δύο άλλοι. Ήταν επιβεβλημένα, πίστευε, «σκληρά μέτρα προληπτικώς». 

Ήδη από τις 6 Απριλίου 1947 ο μοίραρχος της Χωροφυλακής είχε προαναγγείλει για τη φυλακή ότι «αι έρευναι σωματικαί και λοιπαί θα είναι εξονυχιστικαί φθάνουσαι μέχρι και των αποκρύφων μελών των ιδιωτών και τελείου τεμαχισμού των τροφίμων (...), γνωστού όντος ότι κατά το παρελθόν απεπειράθησαν οι κομμουνισταί εντός κεφαλής μικρού ιχθύος να εισαγάγωσι εις τας φυλακάς κομμουνιστικά συνθήματα και παραγγέλματα». Τα χούγια από την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά δεν τον είχαν εγκαταλείψει. Απαγορεύτηκε «πάσα επαφή των έξω κομμουνιστών» με τους κρατούμενους. Ιδιαιτέρως ύποπτες, θεωρούσε, τις «κομμουνίστριες γυναίκες» της πόλης, κυρίως μάλιστα «μία διδασκάλισσα». Ύποπτοι και οι δικηγόροι, προπάντων «εφ' όσον δεν είναι εθνικόφρονες». Έπρεπε να μάθουν και για εκείνους οι φύλακες, έπρεπε όλη η Κέρκυρα να είναι σε επιφυλακή, να «προστατευθεί» κατάλληλα. Του έφταιγε και το ζωντανό μέχρι τις μέρες μας γραφείο μεταφορών του Σπίγγου. Όλοι οι Κερκυραίοι, συμπεριλαμβανομένου του τότε διευθυντή των φυλακών, ήταν λίγο-πολύ ύποπτοι. 

Χρειαζόταν, έλεγε ο Σπαθής επανερχόμενος στις 7 Μαΐου 1947, να γίνει «περίφραξις και παγίδευσις δια ναρκών» του εξωτερικού χώρου των φυλακών, διότι «το κομμουνιστικόν Κόμμα σατανικώς ενεργούν» κάτι θα έκανε και θα γλίτωναν οι «επικίνδυνοι κομμουνισταί και αναρχικοί εγκληματίαι» που ξέφυγαν -σίγουρα θα σκεφτόταν- από τους Γερμανούς. Αυτοί ήταν, έγραφε, οι πιο επικίνδυνοι σε όλη τη χώρα. Φρόντιζε υπογείως να κατάσχεται η αλληλογραφία τους και καμάρωνε γι' αυτό. Δεν του άρεσε καθόλου η ησυχία στην Κέρκυρα. Έβλεπε ότι με ησυχία, όπως έλεγε, «επικρατούν οι κομμουνισταί». 

Πολύ σωστά, κατά τη γνώμη του, η σχετική φιλολογία «προ μηνός είχεν ως αποτέλεσμα την σύλληψιν της διακομματικής επιτροπής του ΕΑΜ, επί παραβάσει του 375 Νόμου» του δικτάτορα Μεταξά... «περί κατασκοπείας».                         

Για πρώτη φορά, τότε, συνελήφθη ολόκληρη η ηγεσία του κυρίαρχου στον τόπο ΕΑΜ Κέρκυρας. Ολόκληρη η ηγεσία του ΚΚΕ στο νησί είχε συλληφθεί για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 1944, έξι εβδομάδες μετά την απελευθέρωση, ενώ κουμάντο στο νησί έκαναν ακόμα και θα συνέχιζαν και στις αρχές του 1945 να κάνουν, στα κρυφά, Βρετανοί και Αμερικανοί των «συμμαχικών δυνάμεων», με αξιωματούχους του πρόθυμου να τους υπηρετήσει και κακόφημου ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα από την Ήπειρο.  

Η κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού ήταν πλήρως συντονισμένη Στις 5.5.1947, με ιδιόχειρη κατεπείγουσα εντολή του Εισαγγελέα Εφετών στις αστυνομικές αρχές (βλ. πιο πάνω), είχε συλληφθεί, μεταξύ άλλων, ο πρωτουργός της δημιουργίας του ΕΑΜ Κέρκυρας από τα τέλη του 1941 γιατρός Σπύρος Γλυκιώτης - τι κι αν μπροστά σε αυτόν υποκλινόταν κάθε Κερκυραίος για τον ηρωισμό του και τις φυλακίσεις και τις καταδίκες του από τους κατακτητές τα μαύρα χρόνια.

xroniadse019 xroniadse020

Στο Φρουραρχείο, στο Παλαιό Φρούριο, στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Κέρκυρας, την 7η Μαΐου 1947 ήδη ετοιμάζονταν, παρανόμως, εκτελεστικά αποσπάσματα για μελλοθάνατους των φυλακών καταδικασμένους από πολιτικά δικαστήρια. Το Φρουραρχείο με έγγραφό του με ημερομηνία 25.4.1947 είχε αρνηθεί τον άχαρο αυτό ρόλο, όπως και η Χωροφυλακή, ελλείψει νομιμότητας. Αλλά εκείνη την ημέρα, στις 7.5.1947, έφθασε στη Σχολή και στην Εισαγγελία Εφετών, από τη Μεραρχία Ηπείρου και τον συνταγματάρχη πεζικού Δημήτριο Ιατρίδη, «άκρως απόρρητον» έγγραφο  (βλ. πιο πάνω αριστερά) με σχετική αμετάκλητη διαταγή. 

Μία εβδομάδα μετά, στις 14 Μαΐου 1947, αφού τα χαράματα εκτελέστηκαν στο Λαζαρέτο τρεις «αλβανόφιλοι» κρατούμενοι, ο Η. Δεδόπουλος ενημέρωνε τον Εισαγγελέα (το έγγραφο πιο πάνω δεξιά) ότι ο ένας από τους εκτελεσμένους «ολίγας στιγμάς προ της εκτελέσεώς του» παρακάλεσε να μην κυνηγήσουν τον Κερκυραίο λογοτέχνη Μιχαήλ (Λίλη) Δεσύλλα - είναι αθώος, τους είπε. Ο τελευταίος, συντάκτης αντιστασιακού Τύπου στην Κατοχή και γνωστός ποιητής, ήταν αντιμέτωπος με την κατηγορία ότι είχε μεταφέρει στη «Φωνή του Λαού» επιστολή των κρατουμένων για τα μαρτύρια που υπέφεραν. Κατά τα άλλα, «δεν παρετηρήθη συγκέντρωσις πλήθους» στο λιμάνι και «δεν υπήρξε αταξία», όλα κύλησαν γαλήνια, καθώς «είχαν ληφθεί μέτρα τάξεως».    

Την ίδια ημέρα ο Σπαθής επισήμαινε στον Δεδόπουλο (βλ. «αυστηρώς προσωπικόν» έγγραφο πάνω) ότι στο νοσοκομείο της πόλης «νοσηλευόμενοι υποδικοκατάδικοι έρχονταν εις  επαφήν μετά των κομμουνιστών της Πόλεως», κυρίως «μετά του γνωστού κομμουνιστού Δημητρίου Νούνεση», οπωσδήποτε «δι' αγνώστους και υπόπτους σκοπούς». Αξίωνε, η περίθαλψη φυματικών και άλλων ασθενών -σε περίπτωση βέβαια που ο γιατρός της φυλακής επέμενε να μεταφερθούν εκεί- να διεξάγεται εντός κρατητηρίου, παρουσία οργάνου της Χωροφυλακής και από «νοσοκόμους της εμπιστοσύνης Ημών», σύμφωνα με τα αποτελέσματα που θα έδειχνε αναλυτική έρευνα της κατάστασης προσωπικού του νοσοκομείου.   

Η αποτρόπαιη Γοργώ του αρχαιολογικού μουσείου του νησιού, πριν βροντήσουν τα όπλα στην Πίνδο,  ήδη βασίλευε από τη μία ως την άλλη άκρη της Κέρκυρας, σε όλον το νομό. Ακόμη και στους απρόσιτους Οθωνούς -όπου κάποτε οι Βρετανοί εξόριζαν τους πιο λεβέντες Ριζοσπάστες των Εφτά Νησιών- έφτανε η χάρη της. 

Εκεί είχαν οδηγηθεί 22 άλλοι αγωνιστές του ΕΑΜ, κομμουνιστές και άλλοι. «Εν ονόματι του ανθρωπισμού και του πολιτισμού» ικέτευαν σχεδόν  με απελπισμένη επιστολή τους, από τον Αύγουστο του 1946 (βλ. πιο πάνω), να σταλούν οπουδήποτε αλλού, αν όχι στους Παξούς όπου ήδη είχαν πληθύνει τόσο οι εξόριστοι σαν αυτούς, ώστε κάποιοι στέλνονταν στα Κύθηρα. «Η κατάστασίς μας είναι απελπιστική», έλεγαν, διακηρύσσοντας συγχρόνως την αθωότητά τους. Σχεδιαζόταν μεταφορά τους στους Αντίπαξους.  

Οι κάθε είδους διώξεις Κερκυραίων αγωνιστών συνδυάζονταν πια με εκτελέσεις στο Λαζαρέτο. Τον Νοέμβριο του 1947 με εντολή του Φρουραρχείου (βλ. πιο πάνω, «άκρως απόρρητο - επείγον» έγγραφο 3.11.1947) εκτελέστηκαν στη μαρτυρική νησίδα έξι, τουλάχιστον, Κρητικοί. Είχαν οδηγηθεί στην Κέρκυρα λίγες ημέρες νωρίτερα και ήταν οι πρώτοι κρατούμενοι των φυλακών που είχαν προλάβει να γίνουν μαχητές του ΔΣΕ και είχαν καταδικαστεί από στρατοδικείο. 

Ανάμεσά τους και ο 25χρονος Λευτέρης Σταμπολάκης, η εκτέλεση του οποίου στην Κέρκυρα πιθανολογούνταν αλλά δεν προέκυπτε από κάποιο επίσημο στοιχείο πριν εντοπιστεί πέρυσι το σχετικό έγγραφο, καθώς οι επιζήσαντες συγκρατούμενοί του διέσωσαν τα περισσότερα αλλά όχι όλα τα ονόματα όσων εκτελέστηκαν τότε στο Λαζαρέτο. Κατά τον φρούραρχο Κωνσταντίνο Ανδρεάδη, συμμετείχε «εις συμμοριακάς ομάδας», μαζί με τους άλλους. Εκείνες οι εκτελέσεις, σε αντίθεση με αρκετές άλλες, δεν ανακοινώθηκαν επισήμως ποτέ. Θα ακολουθούσε, υποτίθεται, νέα εκδίκαση της υπόθεσής τους.     

Έπρεπε, με νέα κινδυνολογία και συκοφαντίες-καρμπόν από τα χρόνια της μεταξικικής δικτατορίας,  να πέσει σιωπητήριο στην η όλο και αυξανόμενη κατακραυγή...

Στις 26.3.1948, τριάντα πέντε ημέρες προτού πυροβοληθεί θανάσιμα στην Αθήνα, με «Εξαιρετικώς Εμπιστευτικόν Επείγον» σήμα του προς το Γενικό Επιτελείο Στρατού (βλ. πιο πάνω) ζητούσε «την λήψιν των ενδεικνυομένων μέτρων προς κατοχύρωσιν της ασφαλείας της Νήσου Κερκύρας». 

Όπως έλεγε, οι κρατούμενοι στην Κέρκυρα ανέρχονταν πια σε περίπου 800, «το πλείστον των οποίων τυγχάνουσιν επικίνδυνοι κομμουνισταί». Δεν τον ενδιέφεραν ποινικοί κρατούμενοι με βαρύ μητρώο, οι δήθεν κακούργοι κομμουνιστές και ΕΑΜίτες με το κατά τα άλλα λευκό ποινικό μητρώο τον ανησυχούσαν.     

Στις 3.2.1948 ο Δεδόπουλος σε έγγραφό του πάλι είχε κάνει λόγο «περί επικειμένης επιθέσεως κατά των φυλακών υπό αναρχικών», χωρίς να εισφέρει οποιοδήποτε άξιο λόγου στοιχείο και δίνοντας εντολές «δια την άσκησιν στενωτάτης παρακολουθήσεως παντός υπόπτου» σε όλη την κλίμακα του νησιού. 

Δέκα περίπου ημέρες πριν, στις 20.1.1948, σε έγγραφό της για υποτιθέμενα «έκτροπα των κρατουμένων» που με ουρανομήκεις κραυγές ευχαριστούσαν τον λαό για τη συμπαράσταση που εκδήλωνε με κάθε είδους μηνύματα και διαμαρτυρίες ακόμη και καταγγέλλοντας απέναντι από την πύλη των φυλακών ως γουρούνια τους κρατούντες, η Χωροφυλακή ζητούσε «επιβολήν αυστηρών κυρώσεων» σε κρατούμενους. Όπως έλεγε, όποτε μαθευόταν ότι θα γίνουν εκτελέσεις, «φωνάσκουσι δια χαρτίνων χωνίων και άλλων μέσων και με διάφορα επαναστατικά συνθήματα (...) δημιουργούν θόρυβον, ταραχήν, μέγα αναβρασμόν και γενικώς διαράραξιν της κοινής ησυχίας των κατοίκων της Πόλεως καθ' όλην τη νύκτα, εξακολουθούντες ενίοτε και κατά την ημέραν τας ταραχάς». Φώναζαν, υποστήριζε, «ο δημοκρατικός στρατός θα σας εκδικηθή, ζήτω το Κ.Κ., ζήτω το ΕΑΜ». Έπρεπε, έλεγε με άλλα λόγια, να τους κόψουν κάπως το λαρύγγι.   

Κλιμακώνονταν στις φυλακές οι διαμαρτυρίες και οι απεργίες πείνας των πολιτικών κρατουμένων, με έκδηλη τη λαϊκή υποστήριξη.

Στις 22 Νοεμβρίου 1948 η Χωροφυλακή Κέρκυρας ενημέρωνε τη Χωροφυλακή Ηπείρου (βλ. έγγραφο πάνω) για «απεργία πείνης των (...) κρατουμένων Κομμουνιστών θανατοποινιτών», που είχε κηρυχθεί τρεις ημέρες νωρίτερα, λίγο πριν γίνει στο Λαζαρέτο η εκτέλεση του ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Νίκου Γόδα, καθώς και τριών συναγωνιστών του. Διέβλεπε κίνδυνο, επειδή οι απεργοί βροντοφώναζαν και μπορούσαν έτσι να καλούν τον λαό, δήθεν, σε ένοπλη εξέγερση, πέραν του ότι, σύμφωνα πάλι με το σχετικό έγγραφο, έψεγαν... «τα αμερικανικά δολάρια» που διαφήμιζε η κυβέρνηση ότι ελάμβανε για τη συντριβή των αντιστεκόμενων στη βαρβαρότητα και καλούσαν τους φύλακες και τους φρουρούς «σαν παιδιά του λαού να μην βάψουν με αίμα τίμιο Ελληνικό διότι γρήγορα πολύ θα μετανοήσουν και οπωσδήποτε ν' αντιδράσουν κατά της Κυβερνήσεως και να συμφιλιωθούν με τους κρατουμένους και τον λαόν».

Η Κέρκυρα συγκλονιζόταν από τον απόηχο μιας συνταρακτικής απεργίας στις φυλακές, στις αρχές του 1949, αλλά η Δικαιοσύνη είχε βαλθεί να ατιμαστεί ακόμη και σε έσχατο βαθμό. Σε «Εμπιστευτική Απόρρητο επί αποδείξει» τετρασέλιδη επιστολή του προς το υπουργείο Δικαιοσύνης (βλ. πιο πάνω πρώτη σελίδα), με ημερομηνία 22 Μαρτίου 1949, ο κ. Εισαγγελέας Εφετών Κέρκυρας δήλωνε πως δεν ήταν βέβαιος ότι θα βρίσκονταν στο νησί γιατροί που θα δέχονταν να εκτελέσουν ξανά εντολή του ιδίου ή «άνωθεν» για βίαιη και επικίνδυνη σίτιση των κρατουμένων στη φυλακή, σε περίπτωση που εκείνοι επαναλάμβαναν απεργία πείνας επί μακρόν, όπως είχε συμβεί λίγες ημέρες νωρίτερα κάτω από άθλιες και εξοργιστικές υγειονομικές συνθήκες - όχι λίγοι επέζησαν χάρη στη μεταφορά τους στο νοσοκομείο με βαριές βλάβες στην υγεία τους. 

Ο Ιατρικός Σύλλογος Κέρκυρας, όπως έλεγε στην επιστολή του ο Εισαγγελέας παραλείποντας να αναφέρει τη γενικότερη λαϊκή κατακραυγή που είχε εκδηλωθεί για την τόση βαρβαρότητα, είχε υποβάλει «ευχήν προς τους αρμοδίους, ίνα κριθώσιν οι εις θάνατον κατάδικοι μετ' επιεικείας», ενώ είχε επικριθεί γι' αυτή τη θέση του από τοπικά έντυπα ως «συνοδοιπόρος» των κρατουμένων. 

Επειδή δεν ήταν βέβαιος -έλεγε ο Εισαγγελέας- ότι θα ήταν εφικτή η επανάληψη μιας τέτοιας εγκληματικής απόφασης βίαιης σίτισης σε βάρος εκείνων «των οποίων οι ομόφρονες απεργάζονται τον διαμελισμόν της Ελλάδος (...)», ζητούσε να φροντίσουν για «την αποστολήν πέντε σωλήνων βιαίας σιτίσεως» και να εξασφαλίσουν «εν συνεργείον εκ πεπειραμένων δια τοιαύτην σίτισιν πέντε τουλάχιστον νοσοκόμων (...) των Δημοσίων Ψυχιατρείων, εντεταλμένο «να ασχολείται δι' όλης της ημέρας τη βοηθεία και όσων ιατρών δεχθώσι να συνεχίσωσι το έργον του σιτιστού εις τον σιτισμόν απάντων ανεξαιρέτως των απεργούντων καθ' εκάστην». 

Δεν ντρεπόταν ούτε να γράφει ότι οι αγωνιζόμενοι για τη ζωή τους κρατούμενοι απλώς ήθελαν... «να δημιουργήσωσι εντυπώσεις και θόρυβον ή να φανώσι ευάρεστοι και πειθαρχικοί εις τους παραγγέλλοντας προς εκμετάλλευσιν τας τοιούτου είδους απεργίας». 

Ήταν ο ίδιος που μερικούς μήνες νωρίτερα θαρραλέα είχε αντιταχθεί στην επιβολή στις φυλακές από τον διευθυντή τους ακόμη πιο απάνθρωπων μέτρων σε βάρος των πολιτικών κρατουμένων, από τα ήδη ισχύοντα. Σε μερίδα του τοπικού Τύπου είχαν μπει από καιρό στο στόχαστρο και δικαστές, ως συμπαθούντες το ΕΑΜ και λιπόψυχοι.

Εικονίζονται (από αριστερά στην πάνω σειρά) ο εκτελεσμένος Κάιζερ Χρυσικόπουλος, σε παιδική ηλικία ο σκοτωμένος σε μάχη Δημήτρης Σουρβίνος και σε κατοπινές φωτογραφίες τους οι νεαροί τότε Κερκυραίοι μαχητές του ΔΣΕ Σταμάτης Σαϊτάς, Παναγιώτης Ρέττος, Άγγελος Χαρτοφύλακας και (από αριστερά στην κάτω σειρά) οι συμμαχητές τους Δημήτρης Κουταλάς, Μπάμπης Κουλούρης, Γιώργος Κουλούρης, Γιάννης Κουλούρης και Βασίλης Άνθης, Γραμματέας της Οργάνωσης του ΚΚΕ στο νησί από το φθινόπωρο του 1943 έως τις αρχές του 1945.

Ενώ δεν ήταν εφικτός ο σχηματισμός δύναμης του ΔΣΕ στο νησί, όχι μόνο λόγω της πολύ προγενέστερης παράδοσης του οπλισμού του ΕΛΑΣ αλλά ενδεχομένως εξαιτίας και της γεωμορφολογίας του και των βαριών πληγμάτων που είχαν δεχθεί οι τοπικές οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, καθώς και του γεγονότος ότι επί μακρόν ήταν μόνιμα σχεδόν εγκατεστημένη στις ακτές του πάνοπλη βρετανική ναυτική και στρατιωτική δύναμη για τον έλεγχο της περιοχής και την άσκηση πίεσης στη νέα αλβανική κυβέρνηση, αρκετοί Κερκυραίοι αγωνιστές μπόρεσαν να γίνουν μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. 

Με βάση στοιχεία που σώζονται σε δικαστικούς φακέλους στα Αρχεία Νομού Κέρκυρας, υπολογίζεται ότι ανήλθαν σε τουλάχιστον 200 όσοι κατάφεραν τελικά, παρά τη ναυτική «πολιορκία» του νησιού, να διαφύγουν, κατά βάση μεμονωμένα ή σε ολιγομελείς ομάδες, για να γίνουν πολεμιστές του ΔΣΕ στα ηπειρωτικά βουνά, φτάνοντας τις περισσότερες φορές σε αυτά μέσω της Αλβανίας. Ελάχιστοι αγωνιστές είχαν διατηρήσει ίσως κάποιον άξιο λόγου οπλισμό μετά τον υπαγορευμένο από τους Βρετανούς αφοπλισμό του τοπικού ΕΛΑΣ στις 26 Οκτωβρίου 1944 και τους σαρωτικούς ελέγχους που ακολούθησαν.  

Σε δικαστικά αρχεία εκείνων των ετών και σε νομαρχιακά αρχεία κυρίως της μεταχουντικής περιόδου, σχετικά με τον επαναπατρισμό Κερκυραίων πολιτικών προσφύγων, πρώην μαχητών του ΔΣΕ που επέζησαν, οι οποίοι μετά τη συντεταγμένη υποχώρηση των δυνάμεών του στα τέλη Αυγούστου του 1949 βρήκαν καταφύγιο και έζησαν στη Σοβιετική Ένωση και σε άλλες χώρες με σοσιαλιστικό προσανατολισμό, περιέχονται  αναλυτικά στοιχεία για διώξεις που είχαν ασκηθεί, συμπεριλαμβανομένης συχνά και της αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας, σε σχεδόν 200 Κερκυραίους, με το αιτιολογικό ότι είχαν προσχωρήσει ή επιχειρήσει, φεύγοντας από το νησί, να προσχωρήσουν στον Δημοκρατικό Στρατό. 

Αρκετοί άλλοι εξάλλου συνελήφθησαν ενώ έπλεαν για τον λόγο αυτό προς τις αλβανικές ακτές.  

Μάλλον όμως μιλώντας για 200 αδικούμε πολλούς άλλους. Είναι ένας ακόμα μύθος της αστικής προπαγάνδας -που καμιά φορά αναπαράγεται λόγω άγνοιας των δεδομένων της περιόδου και από μερικούς προοδευτικούς ανθρώπους- η κατά τα άλλα διαδεδομένη άποψη ότι η Κέρκυρα δήθεν απείχε από τον Εμφύλιο ή και τον πέρασε... ειδυλλιακά, όπως προκλητικά έλεγαν τότε και αργότερα τοπικές φυλλάδες της ντόπιας ελίτ για να διαγράψουν από τη συλλογική συνείδηση όσα τραγικά βίωσε ο τόπος και την αλήθεια ότι αμέτρητα παιδιά του τάχθηκαν με κάθε δυνατό τρόπο -και ένοπλα- υπέρ του ΔΣΕ. 

Αδιάψευστος μάρτυς ένα επίσημο στοιχείο, ένα έγγραφο με ημερομηνία 7 Ιουνίου 1963  υπογεγραμμένο από τον τότε Εισαγγελέα Εφετών  Κέρκυρας, Λάμπρο Ρακόπουλο (βλ. πιο πάνω), ενδεικτικό της έκτασης που προσέλαβε η συμμετοχή Κερκυραίων στον ΔΣΕ, σε  δράσεις του ΔΣΕ, υπέρ του ΔΣΕ, καθώς και της ευρείας κλίμακας των διώξεων που χρησιμοποιήθηκαν για να την περιορίσουν. Σύμφωνα με το αρχείο της Εισαγγελίας, που βέβαια δεκατέσσερα χρόνια πια μετά τη λήξη του Εμφυλίου θα ήταν λίγο ή περισσότερο ελλιπές, παρέμεναν στο εξωτερικό, προφανώς ως πολιτικοί πρόσφυγες κατά βάση, 330 Κερκυραίοι «φυγάδες του συμμοριτοπολέμου, διωκόμενοι ως φυγόδικοι ή φυγόποινοι» ακόμα και τότε, κυρίως για παραβάσεις του γνωστού αντιΕΑΜικού και αντικομμουνιστικού Γ' Ψηφίσματος της περιβόητης Βουλής του 1946 και του πλέον κατασταλτικού Α.Ν. 509/47. 

Αρκετοί είχαν κατηγορηθεί χυδαία για «εσχάτη προδοσία» ή «κατασκοπεία», ακόμη και ως συμμέτοχοι σε συνδεδεμένους με τον «συμμοριτοπολέμο» φόνους, ληστείες ή και βιασμό. Για τη μεγάλη τους πλειονότητα το κατηγορητήριο ήταν πιο προσδιορισμένο, με σαφή αναφορά είτε στο γενικό πλαίσιο είτε σε επιμέρους διατάξεις της αντιδημοκρατικής «έκτακτης» νομοθεσίας αυτής της περιόδου. Οι αναλογικά περισσότερες περιπτώσεις, 163 τον αριθμό, συνδέονταν με το Γ' Ψήφισμα του 1946. Είχε επιστρατευτεί σε βάρος αρκετών και ο σχετικός με τη μετακίνηση προσώπων εντός και εκτός της χώρας ν. 719/48. Κι αυτοί οι αριθμοί και οι εκκρεμείς υποθέσεις τους αφορούσαν βέβαια μόνο εκείνους τους «φυγάδες του συμμοριτοπολέμου» Κερκυραίους που δεν είχαν σκοτωθεί ούτε είχαν συλληφθεί ή επιστρέψει και σε βάρος των οποίων είχαν σχηματιστεί δικογραφίες σε διάφορες χρονικές φάσεις, με κάθε είδους αισχρές κατηγορίες, ακόμη και για φόνους στην Κατοχή σε βάρος προδοτών.    

Κερκυραίοι μαχητές του ΔΣΕ άγνωστου αριθμού, όπως άλλωστε και συμπατριώτες τους που βρέθηκαν να πολεμούν εκόντες άκοντες με τα όπλα του κρατικού στρατού, άφησαν την τελευταία τους πνοή στις μάχες. Σε διάφορα βιβλία ιστορικών ερευνητών και πολεμιστών του ΔΣΕ, καθώς και στην πολύτομη έκδοση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ «Έπεσαν για τη ζωή» με καταγραφή σκοτωμένων λαϊκών αγωνιστών της δεκαετίας 1940-1950, περιλαμβάνονται ονόματα πολλών νεκρών μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού που φέρονται γεννημένοι στην Κέρκυρα. Συχνά, ωστόσο, τα ονόματα των σχετικών δημοσιεύσεων φέρεται να αντιστοιχούν σε αγωνιστικά ψευδώνυμα ή παρωνύμια με τα οποία ήταν γνωστοί. 

Ο (εικονιζόμενος πιο πάνω στη μοναδική σωζόμενη φωτογραφία του ενώ ήταν ακόμη παιδί) Δημήτρης Σουρβίνος, από το χωριό Κυνοπιάστες, 

σε ηλικία 19 ετών, στις αρχές του 1944, καθώς είχε γαλουχηθεί με τις ιδέες της ΕΑΜικής Νεολαίας ΕΠΟΝ και του ΚΚΕ, πέρασε στην Ήπειρο για να ενταχθεί στο 15ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ και να πολεμήσει τον ξένο κατακτητή. Αντιδρώντας στο μεταπολεμικό κύμα διώξεων και τις αντιδημοκρατικές διακρίσεις, το καλοκαίρι του 1947 άφησε πάλι την Κέρκυρα και στις 12 Σεπτεμβρίου κατατάχθηκε στον ΔΣΕ στην Ήπειρο. Υπηρέτησε σε τμήματα της VIII Μεραρχίας του, με τον βαθμό του λοχία. Σκοτώθηκε στις 10 Απριλίου 1949, σε ηλικία 24 ετών, σε μάχη με τον κυβερνητικό στρατό στον Μεσόλογγο Βοΐου, στην Κοζάνη. Το όνομά του περιλαμβάνεται σε τιμητική επιγραφή στα γραφεία της Οργάνωσης του ΚΚΕ, στην πόλη της Κέρκυρας, με τα ονόματα αρκετών Κερκυραίων, μελών του και άλλων, που έπεσαν σε δίκαιους και αναγκαίους λαϊκούς αγώνες, όπως αυτός του ΔΣΕ, μαχόμενοι για το δίκιο του λαού.

Οι τοπικές κρατικές αρχές ξεσπούσαν συνήθως με μένος εναντίον των μελών των οικογενειών των αγωνιστών που έφευγαν για τον Δημοκρατικό Στρατό, ώστε να τους εκβιάσουν να τον απαρνηθούν και να αποτρέψουν άλλους φίλους και μέλη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ να φύγουν, φοβούμενοι τι θα συνέβαινε στους συγγενείς τους. Την ίδια στάση ακολουθούσαν απέναντι στις οικογένειες όσων νέων απέφευγαν τη στράτευση στον κυβερνητικό στρατό για να μην αναγκαστούν να στραφούν εναντίον του ΔΣΕ. 

Είναι χαρακτηριστικά όσα υπέστησαν τρία μέλη της οικογένειας του «ανυπότακτου» Μπάμπη Κουλούρη, μαχητή του ΔΣΕ από τη Λευκίμμη (εικονίζεται πιο πάνω), ενώ ήδη ήταν φυλακισμένος στα Ιωάννινα, καθώς είχε συλληφθεί μετά από μάχη στο βουνό Μουργκάνα στην Ήπειρο, συμμετέχοντας σε μονάδα του Αρχηγείου Ηπείρου. Η Χωροφυλακή είχε συλλάβει και έστειλε τη μητέρα, μία αδελφή και έναν αδελφό του αγωνιστή εξορία στη Χίο και την Ικαρία, κατόπιν απόφασης τοπικής Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας (βλ. πιο πάνω το πρακτικό της απόφασης), ως «επικίνδυνους εις την Δημοσίαν Ασφάλειαν». Η απόφαση κατηγορούσε τους συγγενείς του ότι αυτοί τον «εφυγάδευσαν δια τας συμμοριακάς ομάδας», ότι προηγουμένως τον είχαν κρύψει και επιπλέον ότι αρνούνταν να υπογράψουν «δήλωση αποκηρύξεως». 

Κι αυτά, ενώ άλλος αδελφός του διωκόμενου μαχητή του ΔΣΕ -που μετά τη σύλληψή του καταδικάστηκε στα Ιωάννινα σε ισόβια δεσμά και αποφυλακίστηκε μετά από δέκα χρόνια αφού προηγουμένως στάλθηκε και στο κολαστήριο της Μακρονήσου- υπηρετούσε τη θητεία του στον κυβερνητικό στρατό και είχε απαιτήσει να αφεθεί τουλάχιστον η μητέρα του ελεύθερη. Ως «συνένοχοι» για τη διαφυγή του Μπάμπη Κουλούρη το 1948 στον ΔΣΕ είχαν συλληφθεί, πέραν της μητέρας του και δύο αδελφών του, τρία ξαδέρφια του, που καταδικάστηκαν σε πολυετείς φυλακίσεις.         

«Πολεμούσαμε ακατάπαυτα τρεις μέρες και τρεις νύχτες χωρίς ξεκούραση. Δεν αντέχαμε άλλο...», ανέφερε χρόνια μετά ο Μπάμπης Κουλούρης για μία από τις μάχες που έδωσε, σε διήγησή του για τον άφταστο ηρωισμό των μαχητών του ΔΣΕ στα πεδία των συγκρούσεων και την ακατάβλητη πίστη στο δίκαιο του αγώνα του. «Μας κάνανε νέα επίθεση οι κυβερνητικοί και αναγκαστήκαμε να υποχωρήσουμε (...) Ένας (...) είχε ένα μεγάλο τραύμα στο στομάχι. Δεν μπορούσαμε να τον αφήσουμε. Εκείνος μας ικέτευε να τον σκοτώσουμε, για να μην πέσει στα χέρια τους (...)». 

Δέκα από τους 16 αγωνιστές που τη νύχτα της 13-14 Οκτωβρίου 1947 έφυγαν από τις ακτές της Λευκίμμης με προορισμό τα βουνά της Ηπείρου: Στην πάνω σειρά από αριστερά Σίμος Βλάσσης (1917-1948), Αντώνης Γαρδικιώτης - Σαούλης (1912;-1948), Βασίλης Καββαδίας (1928-1949), Γιώργος Καλογερόπουλος (1925-1998), Μιλτιάδης Καλογερόπουλος (1924-2002) και στην κάτω σειρά από αριστερά Νίκος Κάντας (1923-1948), Προκόπης Κάντας (1926-2016), Αρσένης Κουλούρης (1916-1999), Σπύρος Κουλούρης (1919;-1948), Βασίλης Ράντος (1925-1948).

Η φυγή των 16 νέων της Λευκίμμης το 1947 

Αν και έχουν αναφερθεί έκτοτε και ορισμένα αντιφατικά στοιχεία, γνωστή θεωρείται η σύνθεση και η τύχη της πολυπληθέστερης ομάδας αγωνιστών της Κέρκυρας που έφυγαν ομαδικά μια νύχτα του Οκτωβρίου του 1947 από τον κερκυραϊκό Νότο, από την περιοχή της Λευκίμμης συγκεκριμένα, για να καταταγούν στις μάχιμες δυνάμεις του ΔΣΕ.

Σύμφωνα με σημειώσεις του επικεφαλής του ΕΑΜ Λευκίμμης έως την απελευθέρωση, Στέφανου Γκούση, η εκπληκτική αυτή διαφυγή, που εντυπωσίασε για την πετυχημένη της έκβαση και διαδόθηκε σε όλο το νησί, οδήγησε τις αρχές σε σπασμωδικές και τελικά τόσο βίαιες αντιδράσεις, που κατέληξαν σε εκτελέσεις άλλων αγωνιστών για την τρομοκράτηση του λαού. Έγινε τη νύχτα της 13ης-14ης Οκτωβρίου και την ομάδα απάρτιζαν 16 αγωνιστές. Ο Γκούσης έγραψε, συγκεκριμένα, για το γεγονός: «Τη νύκτα της 13ης προς 14ην Οκτωβρίου 1947, δεκαέξι θερμόαιμοι νέοι του Ε.Α.Μ., που ήταν όλοι τους κομμουνιστές, αναχώρησαν λαθραία από τη Λευκίμμη για την Αλβανία (...) Αυτοί ήταν οι κομμουνιστές: 1. Συμεών Βλάσσης Πλάτωνος (Κατσανής), 2. Αρσένης Κουλούρης Κων. (Κάμπουλας), 3. Λευτέρης Χρυσικόπουλος ή Γούλας 4. Γιώργος Καλογερόπουλος Θεμ. (Σουλούκης), 5. Γιάννης Κουλούρης Σπυρ. (Μαριδής), 6. Γιώργος Κουλούρης (Μαριδής), 7. Θεόδωρος Κουλούρης Σπυρ. (Μαριδής), 8. Βασίλης Καββαδίας Άγγελου, 9. Ανδρέας Κουλούρης Βασιλ. (Ανδρεούλης), 10. Αντώνης Γαρδικιώτης Σπυρ. (Σαούλης), 11. Σπύρος Κουλούρης Ευθυμ. (Ανδρεούλης), 12. Βασίλης Χρυσικόπουλος (Ζήζης), 13. Βασίλης Ράντος Στεφ. (Γαστράς), 14. Μιλτιάδης Καλογερόπουλος Σπυρ. (Μαρκέτος), 15. Προκόπης Κάντας Γεωργίου και 16. Νίκος Κάντας του Γεωργίου». 

Έφυγαν από τις ακτές των παλαιών Αλυκών και την τοποθεσία που διατηρεί την ονομασία Παναγιά του Ζέλη, με κατεύθυνση τους Αγίους Σαράντα στην Αλβανία. Για το πολύωρο ταξίδι χρησιμοποίησαν οι περισσότεροι ένα μεγάλο καΐκι που φέρεται να φτιάχτηκε κυρίως από έναν εξ αυτών και οι υπόλοιποι μία μεγάλη βάρκα. Προηγήθηκε το καΐκι και με μικρή χρονική διαφορά το ακολούθησε η βάρκα.   

Κάποια συναφή στοιχεία, διατυπωμένα τότε ή και μετά από δεκαετίες και ενδεχομένως όχι τόσο ακριβή, αναφέρουν ότι η διαφυγή τους για τον ΔΣΕ έγινε σε δύο φάσεις με διαφορά μερικών ωρών έως και δύο ημερών μεταξύ τους. Επίσης, ότι ανήλθε τελικά σε 17 ή και 25 ο αριθμός των νεαρών αγωνιστών που εκείνες τις ώρες ή μέρες έφυγαν από τη Λευκίμμη για τις αλβανικές ακτές με τελικό προορισμό τον ΔΣΕ και κατάφεραν να φθάσουν σε αυτόν. Πιο ασφαλείς θεωρούνται ωστόσο οι εκτιμήσεις ότι η ομαδική αναχώρηση έγινε τη νύχτα της 13ης-14ης Οκτωβρίου και ότι στο συγκεκριμένο ταξίδι όντως πήραν μέρος 16 αγωνιστές. 

Στη συλλογική μνήμη το γεγονός επικράτησε ως «η φυγή των 16». Αρκετοί από αυτούς είχαν γεννηθεί και ζούσαν στον παλαιό οικισμό Αναπλάδες πλάι στο χωριό Ριγγλάδες, ενώ ορισμένοι προέρχονταν από τον ιστορικό συνοικισμό-χωριό Μελίκια, δίπλα στο ποτάμι της περιοχής. Όλοι τους ήταν γέννημα-θρέμμα της ευρείας περιοχής των χωριών και συνοικισμών της Λευκίμης, γνωστοί μεταξύ τους και φίλοι, ΕΠΟΝίτες και ΕΑΜίτες ή και ΕΛΑΣίτες ταυτόχρονα, όπως ο Γραμματέας της ΕΠΟΝ της περιοχής και μαχητής του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο το 1944 Γιώργος Καλογερόπουλος (βλ. πιο πάνω στη φωτογραφική σύνθεση με άλλους εννιά της ομάδας τους), ταγμένοι έμπρακτα με το ΚΚΕ από τα χρόνια της Κατοχής. Οι περισσότεροι διένυαν ή μόλις είχαν αρχίσει την τρίτη δεκαετία της ζωής τους. Μάλλον μόνο τέσσερις ήταν μεγαλύτεροι, 30 ετών και άνω. Ήταν γιοι αγροτικών κυρίως οικογενειών, που παράλληλα ασχολούνταν με τη θάλασσα και τεχνικά ή άλλα επαγγέλματα. Λόγω της πολιτικής τους τοποθέτησης και δράσης, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο είχαν «μπει στο μάτι» των κρατικών αρχών και είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με ποικίλες διώξεις.     

Όλοι τους πολέμησαν στα βουνά μέσα από τις γραμμές του ΔΣΕ. Έξι από αυτούς, ο Σίμος (Συμεών) Βλάσσης, ο Βασίλης Καββαδίας, ο Νίκος Κάντας, ο Αντώνης Γαρδικιώτης (Σαούλης), ο Σπύρος Κουλούρης και ο Βασίλης Ράντος (εικονίζονται πιο πάνω στη σύνθεση με τους 10 από τους 16) σκοτώθηκαν. Οι υπόλοιποι επέζησαν και οι περισσότεροι από αυτούς μετά την ήττα του ΔΣΕ φιλοξενήθηκαν στην τότε Σοβιετική Ένωση και σε άλλες χώρες - λαϊκές δημοκρατίες της εποχής. Ορισμένοι, που είχαν συλληφθεί και οδηγηθεί σε δικαστήρια, πέρασαν πολλά χρόνια σε φυλακές και ξερονήσια. 

Πρώτος ερεύνησε διεξοδικά και το 2009 κατέγραψε εμπεριστατωμένα την υπόθεση ο άξιος ιστορικός ερευνητής του τόπου, Νίκος Ασπιώτης, σε συγκλονιστική μελέτη του σχετικά με τους δημοκρατικούς αγώνες και τον ηρωισμό των κομμουνιστών και άλλων λαϊκών αγωνιστών της Λευκίμμης τη δεκαετία 1940-1950. Πέρα από επιμέρους αξιολογικές κρίσεις για γεγονότα ή πολιτικές επιλογές της περιόδου, εισέφερε ένα πολύτιμο έργο, συγκεντρώνοντας ξεχασμένες μαρτυρίες και πληθώρα νέων στοιχείων και μαρτυριών, μελών της ομάδας των «16» και συναγωνιστών τους.  

Ο Προκόπης Κάντας (εικονίζεται κι αυτός πιο πάνω) το 1947 ήταν 21 ετών και έφυγε για τον ΔΣΕ μαζί με τον 24χρονο αδελφό του Νίκο Κάντα, που άφησε την τελευταία του πνοή στα πεδία των μαχών. Δεκαετίες μετά, διηγήθηκε σε σημειώσεις του και στον Ν. Ασπιώτη: «Φύγαμε νύχτα και ήταν Σάββατο. Είχε αέρα, γερό αέρα και ψιλή βροχή. Τα λιμενικά περιπολούσανε, αλλά ήτανε όπως σας είπα Σάββατο και αυτές τις ώρες γλεντούσανε στην Κέρκυρα με τις πουτ(...) Σηκώσαμε πανιά και βγήκαμε σ’ ένα φυλάκιο πιο κάτω από τους Αγίους Σαράντα. Οι Αλβανοί ήτανε φιλικοί προς εμάς. Μας αγκαλιάσανε, μας φιλήσανε και μας επήγανε στους Αγίους Σαράντα, το Ελμπασάν, το Τεπελένι και στο τέλος σε μια πόλη που τη λέγανε Λιούσνια (...) Στους Αγίους Σαράντα (...) κάτσαμε δεκαπέντε μέρες». Χρειάστηκε να περάσουν εβδομάδες και πολλές ταλαιπωρίες, μέχρι οι Αλβανοί αξιωματούχοι, καθώς οι σχέσεις Ελλάδας-Αλβανίας ήταν έκρυθμες και υπήρχαν καταγγελίες για προσπάθειες διείσδυσης Ελλήνων πρακτόρων για λογαριασμό κυρίως των Βρετανών, να πειστούν και να τους αφήσουν να εισχωρήσουν όλοι στα γειτονικά ελληνικά εδάφη και να συνδεθούν τελικά με τον ΔΣΕ στη Μουργκάνα, ένα βουνό-προπύργιο παλαιότερα του ΕΛΑΣ και τότε του Δημοκρατικού Στρατού, κατά μήκος των ελληνοαλβανικών συνόρων και βόρεια των νομών Θεσπρωτίας και Ιωαννίνων. «(...) Βγήκαμε στη Μουργκάνα, στο χωριό Τσαμαντάς, πολύ κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Είμαστε όλοι μαζί. Συνδεθήκαμε τελικά με τους Έλληνες και περάσαμε για δυο βδομάδες τα έμπεδα, δηλαδή να μάθουμε τα όπλα, να γυμναστούμε και να πάμε στα τμήματα. Χωρίσαμε. Πήγα σ' ένα λόχο (...) Τους άλλους, τους δικούς μου, δεν τους είδα ξανά. Εκεί δώσαμε μάχες, πάρα πολλές μάχες». 

Σύμφωνα με μαρτυρία του, η Οργάνωση του ΚΚΕ στη Λευκίμμη, κατά πλειοψηφία τουλάχιστον, δεν είχε συμφωνήσει να φύγουν. Έκλινε προς την επιλογή ότι η παρουσία τους ήταν απαραίτητη για τη συνέχιση του ήδη δύσκολου και σκληρού αγώνα στον τόπο τους, παράλληλα προς τον αγώνα του ΔΣΕ. 

Γι' αυτόν και τους 15 συναγωνιστές του βάρυνε καταλυτικά, φαίνεται, όχι τόσο η αίσθηση ότι πιθανότατα παραμένοντας θα έπεφταν ούτως ή άλλως θύματα νέων κατασταλτικών διώξεων, όσο η διακήρυξη του ΚΚΕ τον Σεπτέμβριο του 1947 με το κάλεσμα «Όλοι στ' άρματα - Όλα για τη νίκη», που προέβλεπε αποφασιστική μετατόπιση του κέντρου βάρους του δημοκρατικού αγώνα στο σκέλος της ένοπλης δράσης, λόγω της αποτυχίας των συνεχών προσπαθειών του ΚΚΕ και του ευρύτερου συνασπισμού του ΕΑΜ για πολιτικές λύσεις και ενώ μεταβαλλόταν σε βάρος τους ο συσχετισμός των δυνάμεων, εξαιτίας των εντεινόμενων απηνών διώξεων, της ανασυγκρότησης του κατασταλτικού κρατικού μηχανισμού της άρχουσας τάξης και της αμερικανικής επέμβασης στο πλευρό της, σε συνέχεια εκείνης των Βρετανών. Αντί της υποταγής, είχε αποφασιστεί η ενίσχυση του ένοπλου αγώνα, όπως έκανε σαφές το σχετικό κείμενο, «χωρίς αδυνάτισμα των επίμονων προσπαθειών του ΚΚΕ, ολόκληρου του ΕΑΜ και των άλλων κομμάτων της δημοκρατικής Αριστεράς, που κατευθύνονται προς την ειρήνη και το δημοκρατικό συμβιβασμό», προς μια πολιτική συμφωνία «που θα οδηγούσε τη χώρα σε ελεύθερες εκλογές». Λίγο μετά βέβαια, μέσα στο 1947, οι καθεστωτικές δυνάμεις άφησαν κατά μέρος κάθε προσχηματική διακήρυξη υπέρ του πολιτικού διαλόγου. Έθεσαν επίσημα το ΚΚΕ και το ΕΑΜ εκτός νόμου, ώστε με την καθοριστική συνδρομή των ΗΠΑ και της Βρετανίας να προχωρήσουν «νομίμως» στη συντριβή αμφοτέρων, για τη στερέωση της αποσταθεροποιημένης εξουσίας και την αποτροπή κάθε εκτεταμένης αντίδρασης στην πολιτική τους, που πίστευαν ότι δεν μπορούσε να επιβληθεί αλλιώς. Τότε, οι αντιδημοκρατικοί πολιτικοί διωγμοί που ξεκίνησαν στα τέλη του 1944 σε όλη τη χώρα -και μάλιστα στην Κέρκυρα είχαν αρχίσει από την επομένη της απελευθέρωσής της στις 10 Οκτωβρίου- με σκοπό την περιθωριοποίηση του λαού και των ΕΑΜικών δυνάμεων και την επαναθεμελίωση του απειλούμενου με ανατροπή άδικου και αυταρχικού προπολεμικού οικονομικού και κοινωνικού καθεστώτος, κορυφώθηκαν. 

Για ενάμιση χρόνο περίπου, το 1948 και το 1949, ο Προκόπης Κάντας ήταν διμοιρίτης στη διμοιρία ανιχνευτών της ΧΙΙΙ Μεραρχίας του ΔΣΕ. Τελείωσε τη σχολή των υπαξιωματικών του και με διάταγμα του στρατηγείου του έλαβε τον βαθμό του ανθυπολοχαγού. Για την κατάληψη του υψώματος του Προφήτη Ηλία της Οξυάς στον ορεινό όγκο του Γράμμου, με μάχη, το στρατηγείο τον βράβευσε με έπαινο ανδρείας, καθώς ήταν ο πρώτος που ανέβηκε στο ύψωμα, μετά την εξουδετέρωση σκοπών με μπαζούκας. Πήρε μέρος σε διάφορες μάχες στη Μουργκάνα και στον Γράμμο. 

Σε σημειώσεις και συζητήσεις του διέσωσε περιστατικά νικηφόρων μαχών, ελιγμών και ηρωισμού των μαχητών του ΔΣΕ, όπως, ενδεικτικά, τα εξής: «Η μία ήταν στα Πατώματα. Τα Πατώματα ήταν ένα μεγάλο οχυρό. Ήτανε κοντά στην Πυρσόγιαννη. Από τη μια μεριά ήτανε ένα μεγάλο ύψωμα που λεγότανε Προφήτης Ηλίας της Οξυάς. Από την άλλη ήταν η Γύφτισσα, ένα βουνό του Σμόλικα. Εκεί στα Πατώματα αυτοί ήταν ταμπουρωμένοι και όταν λέμε ταμπουρωμένοι, το 'χαν σκάψει όλο. Δώσαμε πολλές μάχες εκεί. Δεν μπορούσαμε να τους βγάλουμε…  Έκανε μια προπαρασκευή το πυροβολικό μας και τους διέλυσε. Είχε μεγάλη ευστοχία και μετά έκανε έφοδο η Σχολή Αξιωματικών του Γενικού Αρχηγείου (ΣΑΓΑ). Το μηχανικό έκοβε σύρματα, έβγαζαν νάρκες και μετά από μάχη σώμα με σώμα το καταλάβαμε. Είχαμε κι εμείς πολλά θύματα (...) Μια άλλη μάχη έκανα με το λόχο του Σδράβου (...) Ο  Σδράβος είχε πάρει  εντολή με το λόχο του να καταλάβει το ύψωμα του Προφήτη Ηλία της Οξιάς. Ήτανε ναρκοθετημένο γύρω-γύρω με πολυβολεία και στην κορυφή μια διλοχία Μπουραντάδες (σ.σ. παρακρατική δύναμη πρώην συνεργατών των Γερμανών). Πάμε εμείς ένα βράδυ να κάνουμε ανίχνευση. Ομαδάρχες, διμοιρίτες, μαζί με τον Σδράβο. Στη συνέχεια, το άλλο βράδυ, πάμε να καταλάβουμε το ύψωμα από πίσω τους, από κει που αυτοί είχαν δρόμο. Εγώ με την ομάδα τη δικιά μου ήμουνα μπροστά. Είχαμε δύο "γροθιές", μπαζούκας τα λένε τώρα. Πήρα ένα μπαζούκας εγώ και ένα κάποιος άλλος. Ο λόχος στη σειρά πίσω μας και ακολουθούσε το μηχανικό. Βαδίζουμε... Ευτυχώς εκείνη τη νύχτα έκανε πολύ κρύο και έπεφτε ψιλό χιόνι (...) Φθάσαμε λοιπόν απάνω (...) Τελικά τους ξηλώσαμε (...) Εκεί σκοτώνεται ένας Κερκυραίος, που ήταν στη δική μου διμοιρία, και τραυματίζεται ο Μπαντέκος. Δέχομαι κι εγώ μια σφαίρα, ξέδρομα με πήρε στο χέρι. "Πιάσε το αντέρεισμα», μου λέει ο Μπαντέκος "και αφήστε μ' εμένα". Εγώ υπολόγιζα πότε θα σταματήσει η ταινία του οπλοπολυβόλου. Έριχνε, έριχνε, έριχνε και όταν τελείωσε έκανα ένα άλμα και ξέφυγα. Μόλις ξέφυγα βρήκα καμιά τριανταριά παιδιά και τον Ασπρίδη, που είχανε βγει. Αυτός ήτανε ταξίαρχος. Πήγαινε κι αυτός για νότια, μαζί με τρεις-τέσσερις μεγάλους αξιωματικούς. Ήτανε τραυματισμένος στα πόδια. Με πιάνει ο Ασπρίδης και μου λέει: "Κάνε ανίχνευση να δεις ποιες είναι οι κινήσεις τους για να μπορέσουμε να φύγουμε". Του είπα ότι το μέρος είναι γυμνό και θα μας δουν. Αυτός επέμενε: "Πρέπει να πας". Παίρνω το σύντροφό μου και τα κιάλια και πάω. Πιάνω ένα ύψωμα και είδα ότι εκείνη τη στιγμή ο στρατός πήγαινε προς τα Τρία Αβγά για να ενισχύσουν τον κλοιό. Μας είδαν και άρχισαν να 'ρχονται κατά πάνω μας. Πήραμε την κατηφόρα για τον ξεροπόταμο, κάτω από το ύψωμα. Το πώς δεν μας πήραν οι σφαίρες ένας Θεός το ξέρει. Βρήκα ένα μέρος δασωμένο με φτέρες και ξαπλώνω μέσα. Φαίνεται ότι με είδαν και έρχονταν να με πιάσουν. Εμένα δεν θα μ' έπιαναν. Θα σκότωνα και θα με σκότωναν. Ήμουν ξαπλωμένος με το χέρι στη σκανδάλη. Κάποια στιγμή πέρασε στο μισό μέτρο δίπλα μου ένας στρατιώτης. Με είδε σίγουρα, αλλά δεν είπε τίποτα. Μπορεί να φοβήθηκε ότι θα τον σκότωνα. Τελικά φύγανε. Άρχισε να νυχτώνει. Η νύχτα ήτανε δικιά μας (...) Τελικά εγώ και ο σύντροφός μου βρεθήκαμε μόνοι μας μέσα στο Γράμμο, κοντά στα Γρεβενά, σε μέρη που δεν ήξερα». 

Λίγα χρόνια προτού σαλπάρει με τον αδελφό του και τους συντρόφους τους από τη Λευκίμμη για τον ΔΣΕ, την περίοδο της ιταλικής κατοχής, ενώ ήταν 17 ετών, μαζί με τον αδελφό του Νίκο είχε «κλέψει» όπλα από τους Ιταλούς, ενώ έναν χρόνο αργότερα, μετά την απελευθέρωση, ένιωσε στο πετσί του τη βαρβαρότητα των προστατευόμενων από Βρετανούς και φερμένων από την Ήπειρο «ανταρτών» του Ναπολέοντα Ζέρβα, που κατέλαβαν την Κέρκυρα και επέβαλαν μονοκρατορία, με πρόσχημα τη γνωστή, ευνοϊκή για τους Βρετανούς και τους υποτακτικούς τους στην Ελλάδα, Συμφωνία της Καζέρτας. 

Ο Νίκος Κάντας είχε ολοκληρώσει γυμνασιακές σπουδές αριστεύοντας. Κατατάχθηκε επίσημα στον Δημοκρατικό Στρατό, σύμφωνα με σχετικό αρχειακό έγγραφο, στις 24 Ιανουαρίου 1948. Σκοτώθηκε τρεις μήνες μετά, στις 22 Απριλίου 1948, σε ηλικία 25 χρόνων, «σε μια μάχη στη Μουργκάνα, σ' ένα βουνό που το λέγανε Πλόκιστα», όπως έγραψε ο αδελφός του Προκόπης, προσθέτοντας: «Εκεί σκοτώθηκε... Εμείς εκείνη την περίοδο πηγαίναμε με τηλεβόες και φωνάζαμε στο στρατό να μην πολεμήσει, ότι ο πόλεμος είναι άδικος, υπηρετούνε ξένα συμφέροντα και ένα σωρό άλλα πράματα. Κάθε βράδυ κάναμε κρούσεις, δηλαδή δεν γινότανε μάχη, αλλά δεν τους αφήναμε να ησυχάζουν. Μέσα σε μια κρούση ο αδερφός μου (...) πλησίασε πολύ και ένας όλμος τον διέλυσε». Μαρτυρία του συμπατριώτη και συμπολεμιστή του Ν. Κάντα στον ίδιο λόχο Μιλτιάδη Καλογερόπουλου (εικονίζεται πιο πάνω) διέσωσε σε διήγησή της η σύζυγός του Κατερίνα Σκάρα, με την οποία γνωρίστηκε στα βουνά: «Σκοτώθηκε δίπλα του και δεν ήθελε να τον αφήσει εκεί. Πήρε στους ώμους του το άψυχο σώμα του Νίκου και το κουβάλησε μαζί του για χιλιόμετρα για να το θάψει». 

Μια φωτογραφία του Ν. Κάντα στέκει περήφανα σε περίοπτη θέση στο σπίτι του στα Μελίκια. Ο αδελφός του, Στάθης Κάντας, είχε πει το 2019, δείχνοντας την εικόνα του με καμάρι: «Παλικάρι καλό... Πήγε στον Δημοκρατικό Στρατό για ν' αλλάξει τον κόσμο, για καλό... Στον πόλεμο έβγαινε μπροστά, πρώτος». Με απόφαση των τοπικών δημοτικών αρχών το όνομα του Νίκου Κάντα, όπως και άλλων συμπατριωτών του αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και μαχητών του ΔΣΕ που έπεσαν στον Εμφύλιο, έχει δοθεί σε δρόμο της περιοχής.

Ο Βασίλης Ράντος (βλ. πιο πάνω) γεννήθηκε στους Ριγγλάδες το 1925 και αγωνίστηκε την περίοδο της Κατοχής μέσα από τις τάξεις της ΕΠΟΝ, του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Πολεμώντας ως μαχητής του ΔΣΕ σκοτώθηκε στο χωριό Τσαμαντάς Φιλιατών της Θεσπρωτίας, στις πλαγιές της Μουργκάνας, στις 30 Απριλίου 1948 σε ηλικία 23 ετών, οκτώ μέρες μετά τον θάνατο του Ν. Κάντα. Είχε ενταχθεί σε μονάδα του Αρχηγείου Ηπείρου του ΔΣΕ. Οι ελληνικές αρχές το 1955 είχαν λάβει απόφαση... αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειάς του. «Ήταν παιδί-χρυσάφι και λεβέντης σε όλα του, όπως έλεγαν η γιαγιά μου κι η μητέρα μου», είχε πει το 2019 για την προσωπικότητά του η ανιψιά του Μάγδα Κοντομάρη. «Ήταν μέσα στη ζωή, μέσα σ' όλα, δυνατός, παλικάρι. Η οικογένειά του κι αυτός ζούσαν από τη θάλασσα, ψάρευαν κι είχαν ταβέρνα στις Αλυκές. Αρνήθηκε να παρουσιαστεί στον κυβερνητικό Στρατό, όπου τον κάλεσαν ενώ ήξεραν ότι είναι κομμουνιστής. Έφυγε με τους φίλους και συντρόφους του την επομένη της πρόσκλησης να παρουσιαστεί και να στρέψει το όπλο του εναντίον συντρόφων του. Σκοτώθηκε σε μάχη από σφαίρα στο στομάχι, όπως μάθαμε». 

Ο Σίμος Βλάσσης (βλ. πιο πάνω) γεννήθηκε στους Ριγγλάδες το 1917 και συμμετείχε δραστήρια σε αγώνες της κατοχικής περιόδου. Μάλιστα, ως μέλος της γαλλικής Λεγεώνας των Ξένων, το 1942 πήρε μέρος στη μάχη του Ελ Αλαμέιν εναντίον των δυνάμεων του Ρόμελ. Στον Δημοκρατικό Στρατό έγινε μαχητής-σαμποτέρ στα τμήματα της VIII Μεραρχίας του στην Ήπειρο. Σκοτώθηκε σε ηλικία 31 ετών, στις 27 Απριλίου 1948, τρεις μέρες πριν από τον Β. Ράντο, πολεμώντας στο ορεινό χωριό Καστάνιανη των Ιωαννίνων, κάπου μεταξύ Γράμμου και Σμόλικα, ενώ προσπαθούσε να ανατινάξει εχθρικό οχυρό. Με ημερήσια διαταγή της μεραρχίας του, σε ένδειξη απόδοσης τιμής για τη γενναιότητά του, στις 24 Ιουλίου 1948 ονομάστηκε επιλοχίας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. 

Ο Σπύρος Κουλούρης, κομμουνιστής από την λευκιμμιώτικο οικισμό Αγία Αικατερίνη, μάλλον ήταν άνω των 30 ετών όταν σκοτώθηκε πολεμώντας. Ήταν ο δεύτερος κατά σειρά νεκρός της ομάδας των «16», καθώς άφησε την τελευταία του πνοή στις 5 Απριλίου 1948, σε μάχη στην τοποθεσία Μακραλέξη στην Ήπειρο, σε δασωμένη περιοχή του όρους Μουργκάνα στην επαρχία Πωγωνίου Ιωαννίνων. Μαχητής του Αρχηγείου Ηπείρου κι αυτός. Λίγα χρόνια νωρίτερα συμμετείχε δυναμικά στους αγώνες της κατοχικής περιόδου μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ, του ΕΑΜ, του ΚΚΕ. Έφυγε με τους άλλους για να πάρει τα όπλα, σύμφωνα με μαρτυρία του αδελφού του και συμπολεμιστή του Διογένη, αντιδρώντας στο πογκρόμ διώξεων που εκδηλώθηκε σε βάρος των κομμουνιστών ήδη από την περίοδο που με βία και δόλο των Άγγλων αφοπλίστηκε ο ΕΛΑΣ Κέρκυρας τον Οκτώβριο του 1944 και το οποίο αργότερα κορυφώθηκε. «Άρχισαν οι εξορίες, οι φυλακές και ο θάνατος. Άλλοι σκορπίσανε στα πέρατα της γης και άλλοι, όπως ο αδερφός μου ο Σπύρος (...), δεν ξαναγύρισαν ποτέ. Έπεσαν για το όνειρο», αφηγήθηκε ο αδελφός του. Ο συντοπίτης του σκοτωμένου μαχητή Κώστας Γατσούλης τον κράτησε στη μνήμη του ως δυνατό αγωνιστή γνωστό σε όλη τη Λευκίμμη και θυμόταν για εκείνον, πολλά χρόνια μετά: «Πίστευε πολύ, είχε επαναστατικά χαρακτηριστικά. Ήταν δυνατός άνθρωπος. Έλειπε από τη ζωή όταν κάλεσαν την οικογένειά του να του πει να πάει φαντάρος στον άλλο στρατό. Στο στρατόπεδο είχαν φωνάξει το όνομά του». 

Ο Βασίλης Καββαδίας (βλ. πιο πάνω) ήταν μάλλον ο πιο νεαρός της ομάδας των 16 νέων της Λευκίμμης. Απαθανατίστηκε ως ανθυπολοχαγός του ΔΣΕ. Γεννήθηκε στους Αναπλάδες το 1928. Ο πατέρας του και η οικογένειά του λειτουργούσε στην περιοχή παλιό καμίνι και δούλευε κι αυτός εκεί, από μικρή ηλικία, μαζί με αδέλφια του. Επηρεάστηκε βαθιά από τους αγώνες της κατοχικής περιόδου και έφηβος ακόμα τάχθηκε με την ΕΠΟΝ και στην πορεία με το ΚΚΕ. 

Έφθασε και κατατάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό στις 5 Ιανουαρίου 1948. Ξεχώρισε, ανέλαβε ομαδάρχης σε τμήματα της VIII Μεραρχίας του και πήρε μέρος επί μήνες σε διάφορες μάχες. Σκοτώθηκε σε ηλικία 21 ετών στις 23 Φεβρουαρίου 1949 στην ευρύτερη περιοχή της Μουργκάνας, στη διάρκεια μάχης στη Γέφυρα Στράτσιανης πάνω από τον ποταμό Σαραντάπορο, κοντά στην Κόνιτσα. «Πάτησε νάρκη και σκοτώθηκε, αυτό μάθαμε», είχε πει το 2019 μπροστά στην τοπική οδό Βασίλη Καββαδία ο συγγενής του Νίκος Καββαδίας, προσθέτοντας: «Ο Βασίλης ήταν επαναστατικός τύπος, πίστευε στην κοινωνική Επανάσταση, στην κοινωνική δικαιοσύνη. Έκλεβε το ψωμί της μάνας του και το μοίραζε σε άλλους φτωχούς στο χωριό. Για να μην προδοθεί η επιχείρηση, δεν το 'πε σε κανέναν ότι θα φύγει για τον Δημοκρατικό Στρατό». Σύμφωνα με τον γείτονά του, τότε, Κ. Γατσούλη, ο νεαρός αγωνιστής «είχε μίσος για την αδικία, ήταν δυναμικός, σκληρός, επαναστάτης». Δύναμη του ΕΔΕΣ, μετά τη στράτευση του Βασίλη στον ΔΣΕ, είχε συλλάβει όλη την οικογένειά του. Για τη γενναιότητά του στις μάχες, στις 18 Ιουνίου 1949 το αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού ανακήρυξε τον Βασίλη Καββαδία, με διάταγμά του, ανθυπολοχαγό πεζικού. 

Λίγα μέτρα πιο πέρα από τη μικρή οδό Β. Καββαδία, σχεδόν στο πλάι της, εκεί στους Αναπλάδες,  βρίσκεται μια εξίσου μικρή οδός με το όνομα εκείνου που κατασκεύασε, συνεργαζόμενος με συναγωνιστή του, το καΐκι που χρησιμοποίησαν οι περισσότεροι από τους «16», μαζί και ο ίδιος καθώς και ο Ν. Κάντας που με αυτό λίγο νωρίτερα είχε βγάλει κάποια μεροκάματα, για τη φυγή τους εκείνον τον Οκτώβριο. Είναι η οδός Αντώνη Σαούλη. Εκεί στέκει το σπίτι της οικογένειάς του και ο προαύλιος χώρος στον οποίο φτιάχτηκε το καΐκι. 

Ο Αντώνης Γαρδικιώτης - Σαούλης (βλ. πιο πάνω) το 1947 ήταν ίσως 35 ετών, ο μεγαλύτερος της ομάδας των «16». Την Κατοχή, είχε πάρει μέρος στους αγώνες της περιόδου με το ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Ο πατέρας του, εκτός από αγρότης, ήταν μαραγκός, την ίδια τέχνη έμαθε κι αυτός και παράλληλα δούλευε στα χωράφια της οικογένειάς του. Στρατεύτηκε με τον Δημοκρατικό Στρατό, ως μαχητής της VIII Μεραρχίας του. Σε μάχη αιχμαλωτίστηκε και εκτελέστηκε επιτόπου από τον κυβερνητικό στρατό. «Ήταν πολύ καλός άνθρωπος, γερός, αποφασισμένος αγωνιστής, δυνατός κομμουνιστής, το 'λεγε η καρδιά του», θυμόταν το 2019 ο γείτονας τότε κι εκείνου και όχι υποστηρικτής του ΕΑΜ Κ. Γατσούλης. Τον θυμόταν κάτω από μια λεύκα έξω από το σπίτι του να φτιάχνει το καΐκι. 

Στις 2 Απριλίου 1948 ο Αντώνης Γαρδικιώτης - Σαούλης έμελλε να είναι, στο στρατηγικό ορεινό ύψωμα Τσεροβέτσι, στο βουνό της Μουργκάνας στη δυτική Ήπειρο, ο πρώτος στη σειρά από τους έξι της ομάδας τους που θα έχαναν τελικά τη ζωή τους στα πεδία των μαχών. 

Οι πέντε από τους έξι χάθηκαν με διαφορά λίγων ημερών ο ένας από τον άλλο τον Απρίλιο του 1948, έναν μήνα κατά τον οποίο στην Κέρκυρα 17 πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές της, όλοι τους αγωνιστές της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, οδηγήθηκαν στη μαρτυρική νησίδα Λαζαρέτο και εκτελέστηκαν από το μεταπολεμικό κράτος, επειδή δεν αποκήρυσσαν το ΚΚΕ και τον έντιμο και  δημοκρατικό ταξικό αγώνα του ΔΣΕ για μια δίκαιη Ελλάδα. 

Ο βαλλόμενος εξάλλου σφοδρά για τη στάση του μεταξύ άλλων στο θέμα των Εβραίων της Κέρκυρας το 1944 δήμαρχος, Σπύρος Κόλλας, δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με το φονικό, αλλά μπορούσε να  αφιερώνει χρόνο στον «εθνικό συνετισμό» της νεολαίας, προτείνοντας στις 15.7.1948 στον νομάρχη να φροντίσει να δημοσιευτεί στον τοπικό Τύπο, για... το καλό των δημοτών του, επιστολή δύστυχου νέου από το χωριό Άγιος Ματθαίος, ο οποίος είχε «αναμορφωθεί» στο κολαστήριο της Μακρονήσου. Ο νεαρός πρώην ΕΠΟΝίτης, δεν ντρεπόταν να πει ο δήμαρχος, αποκήρυσσε «τας Εαμοσλαυικάς αρχάς».   

xroniadse033 xroniadse034

Στη Λευκίμμη, το προηγούμενο διάστημα είχε συλληφθεί και οδηγηθεί σε Τμήμα Μεταγωγών, όπου κρατήθηκε πέντε ημέρες χωρίς να κινηθεί σε βάρος του αυτόφωρη διαδικασία ή να εκδοθεί ένταλμα προφυλάκισης, ο Γραμματέας της τοπικής ΕΑΜικής Νεολαίας ΕΠΟΝ, Γιώργος Καλογερόπουλος. Όπως κατήγγειλε η «Φωνή του Λαού» σε συνεχόμενα δημοσιεύματά της με τίτλους «Τίποτα δεν θ' αλλάξει το δρόμο μας» και «Με ποιο δικαίωμα;», ο 21 ετών τότε -κατοπινός μαχητής του ΔΣΕ- Καλογερόπουλος είχε ανακριθεί ως ύποπτος, μεταξύ άλλων, για «τροφοδοσία συμμοριών», δηλαδή αποστολή τροφίμων στους... «συμμορίτες» του ΔΣΕ στα ηπειρωτικά βουνά. Ακόμη, για ενδεχόμενη συμμετοχή σε υποθετικό σχέδιο για... «την απόσπαση εδάφους από την Ελληνική Επικράτεια». Είχαν συλληφθεί και άλλα στελέχη της ΕΠΟΝ Κέρκυρας. Άλλοι ΕΠΟΝίτες της Λευκίμμης είχαν προσαχθεί σε δίκη, με την κατηγορία ότι τραγουδούσαν γνωστά τραγούδια του ΕΑΜ. Η εφημερίδα είχε φέρει στο φως, επίσης, περίπτωση μεσαιωνικού δαρμού ΕΠΟΝίτη. Τα γραφεία της εφημερίδας είχαν βανδαλιστεί ξανά.    

Τον αντιστεκόμενο λαό εξέφραζαν οι «16», όπως και οι δεκάδες άλλοι Κερκυραίοι που πριν και μετά από αυτούς μπόρεσαν και πλαισίωσαν τις γραμμές του ΔΣΕ, γράφοντας σχεδόν στο σύνολό τους, όπως πιστοποιούν οι μαρτυρίες, σελίδες ανυπέρβλητου ηρωισμού, αυταπάρνησης, αντοχής, πίστης και αφοσίωσης στο δίκιο και την τιμή του λαού. 

Ούτε οι αμερικανικές βόμβες τύπου ναπάλμ από τα αεροπλάνα που τους βομβάρδιζαν ούτε η στρατιωτική ήττα στον άνισο αγώνα τούς λύγισαν. Πιστοί στον αγώνα του λαού και ικανοί και ριψοκίνδυνοι όσο λίγοι, ο πρώην έφεδρος αξιωματικός της Αεροπορίας Αρσένης Κουλούρης, ο πρώην τραπεζοϋπάλληλος και Γραμματέας της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Κέρκυρας (ΚΟΚ) του ΚΚΕ Βασίλης Άνθης -που έγινε στα βουνά υπεύθυνος του τομέα Διαφώτισης του Αρχηγείου Ηπείρου του ΔΣΕ- και ο εργαζόμενος σε ραφτάδικο Γιώργος Κουλούρης (εικονίζονται και οι τρεις στις πιο πάνω φωτογραφικές συνθέσεις με τους 20 Κερκυραίους αγωνιστές) δεν δίστασαν στη διάρκεια του Εμφυλίου, αλλά και μετά τη λήξη του, τον Ιούλιο και τον Νοέμβριο του 1949, να αναλάβουν εξαιρετικά παράτολμες αποστολές. Επέστρεψαν για λίγο στον γενέθλιο τόπο τους, ενώ ήταν καταζητούμενοι. Το έκαναν για να βοηθήσουν στην πολιτική ενημέρωση και την ανασύνταξη των εκτός νόμου οργανώσεων του ΚΚΕ. 

Ο τρίτος από αυτούς, ΕΛΑΣίτης στην Ήπειρο την κατοχική περίοδο, αντιμέτωπος σε κατάστημα πώλησης άρτου στο χωριό Γαστούρι με χωροφύλακα με προτεταμένο περίστροφο, του προκάλεσε, χωρίς να το επιδιώκει, τραύμα που ήταν θανατηφόρο. Πιάστηκε στην πόλη, αφού προηγουμένως πυρά αστυφύλακα του συνέτριψαν τα πόδια. Με κατηγορίες για τη σχέση του με το ΚΚΕ και τον ΔΣΕ, καθώς και για φόνο, ο Γιώργος Κουλούρης καταδικάστηκε σε θάνατο από στρατοδικείο στα Ιωάννινα και έμεινε σε φυλακές μέχρι το 1966, οπότε αποφυλακίστηκε στο πλαίσιο μέτρων αμνηστίας για πολιτικούς κρατούμενους. Είχε επισκεφθεί τότε την οικογένεια του χωροφύλακα Γιώργου Δήμου και ζητώντας συγγνώμη εξήγησε ότι δεν είχε σκοπό να τον σκοτώσει. Ανάμεσα στους συμμαχητές του στον ΔΣΕ είχε ξεχωρίσει, όπως και τα αδέλφια του Θεόδωρος Κουλούρης και Γιάννης Κουλούρης, για τη λεβεντιά και τον ηρωισμό που είχε επιδείξει, ειδικά στη Μουργκάνα.       

Η αποβίβασή των αγωνιστών του ΔΣΕ δύο φορές το 1949 σε ακτές του νησιού σήμανε τότε, όταν μαθεύτηκε, συναγερμό των κρατικών αρχών και εξαπόλυση νέου κύματος αντιδημοκρατικών διώξεων, μαζί με το ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψή τους. Έκθεση της Γενικής Ασφάλειας Κέρκυρας τους κατηγορούσε για... «εσχάτη προδοσία της πατρίδος» με επίκληση του περιβόητου αντιδημοκρατικού Γ' Ψηφίσματος της Βουλής του 1946, που είχε εισηγηθεί ο Κερκυραίος φιλοβασιλικός πολιτικός -και υποστηρικτής οργάνωσης συνεργαζόμενης με δοσιλογικές κυβερνήσεις στη διάρκεια της Κατοχής- Σπύρος Θεοτόκης, ως υπουργός Δημόσιας Τάξης, για να τους συνδέσει με κατασκοπεία. Υποτίθεται ότι είχαν φέρει μαζί τους για άλλους και είχαν κρύψει «όπλα, μέσα διαβίβασης και άλλα εφόδια» σε κρύπτες στα χωριά Άγιος Ματθαίος, Πεντάτι και Μπενίτσες, για να χρησιμοποιηθούν από τοπικές ομάδες «του κομμουνιστοσυμμοριακού μιάσματος». Η πιο αντιδραστική μερίδα του τοπικού Τύπου ζητούσε να υπάρξει «εξόντωσις των ληστοσυμμοριτών». Η «Ελευθερία» έκανε λόγο για... «απόπειρα του ληστοσυμμοριτισμού να αιματοκυλήσει και την Κέρκυραν».

Ο Αρσένης Κουλούρης είχε διαπρέψει στο Αλβανικό Μέτωπο το 1940. Επέστρεψε νόμιμα στην Κέρκυρα δεκαετίες μετά, όταν επιτράπηκε η επιστροφή πολιτικών προσφύγων. Η συμπεριφορά και η κορμοστασιά του, όταν προσήλθε στη Νομαρχία Κέρκυρας για να τακτοποιήσει τα χαρτιά του, έγραψε ο Ν. Ασπιώτης που ως υπάλληλος τότε της Νομαρχίας τον υποδέχθηκε, θύμιζε «περιπέτειες, ανυπακοή και περηφάνια μαζί».        

Ο Βασίλης Άνθης, από τις πιο ηρωικές μορφές Κερκυραίων αγωνιστών τα προπολεμικά και μεταπολεμικά εκείνα χρόνια, μετά από εγκλεισμό του την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας στην Ακροναυπλία είχε παραδοθεί από τις κρατικές αρχές μαζί με εκατοντάδες άλλους κομμουνιστές στους φασίστες κατακτητές και τελικά το 1943 είχε μεταφερθεί από τους Ιταλούς, μαζί με 200 περίπου συναγωνιστές του, στο στρατόπεδο αιχμαλώτων αντιστασιακών στην κερκυραϊκή νησίδα Λαζαρέτο. Για τη δράση του υπέρ του ΚΚΕ τα χρόνια κυρίως του Εμφυλίου είχαν συλληφθεί, καταδιωχθεί, φυλακιστεί ή και εξοριστεί, όπως πιστοποιούν στοιχεία που σώζονται στα Αρχεία Νομού Κέρκυρας και μέρος τους έγινε γνωστό στον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ Δ. Κουτσούμπα κατά την επίσκεψή του στο νησί και στα τοπικά Αρχεία τον περασμένο Οκτώβριο για τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου του Λαζαρέτου, αμέτρητοι συγγενείς του, ανάμεσα τους νεαρές γυναίκες, μέχρι δευτέρου βαθμού.

Στις 31 Δεκεμβρίου 1950 το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κέρκυρας είχε εκδώσει ένταλμα σύλληψής του και βούλευμα παραπομπής του στο Κακουργιοδικείο της περιφέρειας του Εφετείου Κέρκυρας, μαζί με έναν ακόμη Κερκυραίο κομμουνιστή, με τις κατηγορίες ότι «από του μηνός Αυγούστου 1946 μέχρι και του Ιουνίου 1949 κατ' εξακολούθησιν εν Κερκύρα - Ηπείρω ή αλλαχού της Ελληνικής Επικρατείας κατήρτισαν ομάδα και συμμετέσχον ταύτης ως αρχηγοί και οδηγοί επί τω σκοπώ όπως προσβάλωσι δια βίας τας αρχάς, τους Δημοσίους και Εκκλησιαστικούς υπαλλήλους, τα όργανα της Δημοσίας Ασφαλείας και δημοσίας δυνάμεως, ως και πρόσωπα ανήκοντα εις συμμάχους στρατούς» και «ενόπλως προσέβαλλον δια βίας τας αρχάς (....), καταρτίσαντες ομάδας και τούτων ως μετασχόντες ως αρχηγοί και οδηγοί επολέμησαν εν Μουργκάνα Ηπείρου και Γράμμω κατά του Εθνικού Στρατού», ειδικότερα ο Βασίλης Άνθης «ως πολιτικός επίτροπος συμμοριακής ταξιαρχίας φέρων τον βαθμόν του λοχαγού». Τρεις μήνες νωρίτερα, ανακριτής είχε εκδώσει εναντίον του «κατασχετήριον». Το Διαρκές Στρατοδικείο Ιωαννίνων στις 24 Αυγούστου 1951 τον καταδίκασε ερήμην σε θάνατο για «κατασκοπεία εκ συστάσεως», ενώ άλλα μέλη της οικογένειάς του κατηγορήθηκαν για «συνέργεια εις κατασκοπείαν». Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κέρκυρας τις 19 Ιουλίου 1952 εξέδωσε νέο ένταλμα σύλληψης και προσαγωγής του «αγνώστου διαμονής κατηγορούμενου» Βασίλη Άνθη σε δίκη ενώπιον Ειδικού Πενταμελούς Εφετείου της Κέρκυρας, για να δικαστεί με τις κατηγορίες ότι «εν Κερκύρα και αλλαχού από των αρχών του έτους 1949 μέχρι του έτους 1951 κατ' εξακολούθησιν» σκόπευε «ως οδηγός την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων ανατροπήν του πολιτεύματος και του κρατούντος κοινωνικού συστήματος και την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της επικρατείας και ενήργησεν υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν συμμοριτών, εκδίδων δελτίον ειδήσεων και εφημερίδα» και «ανεχώρησεν εις το εξωτερικόν προτιθέμενος να μετάσχη συμμοριακής δράσεως και υποβοηθήση καθ' οιονδήποτε τρόπον ταύτην, ήτοι αναχωρήσας δι' Αλβανίαν και ενταχθείς εις τον βαθμόν του λοχαγού εις τα εκεί κατά της Ελλάδος δρώντα συμμοριακά συγκροτήματα και υποβοηθών ταύτα δια παντός μέσου επεδίωξε δια των διαφωτίσεων, λόγοις και εντύπων δελτίων και εφημερίδων, άτινα ούτος εξέδιδε και εκυκλοφόρει μεταξύ των συμμοριτών (...)».

Ξεχωριστές σελίδες ηρωισμού των μαχητών του ΔΣΕ άφησε ο Γιάννης Κουλούρης (βλ. πιο πάνω), που ήταν 33 ετών το 1948, όταν άρχισε να παίρνει μέρος σε μάχες, μετά από εικοσαήμερη στρατιωτική εκπαίδευση. Πιθανότατα, αυτός ήταν που οργάνωσε περισσότερο από κάθε άλλον τη μετάβαση των 16 νέων και μεγαλύτερων ανδρών της Λευκίμμης στα βουνά. «Στο Βίτσι», διηγήθηκε, βρήκε μεταξύ άλλων «μια ομάδα από κοριτσόπουλα, τα περισσότερα τραυματισμένα. Μας σφυροκοπούσαν από παντού. Απέναντί μας υπήρχε ένα πολυβολείο που μας θέριζε. Αποφασίσαμε (...) να το καταστρέψουμε. Τα καταφέραμε, αλλά τραυματίστηκα στο χέρι ελαφρά. Οι μάχες συνεχίζονταν αδιάκοπες. Παίρνω εντολή να παρουσιαστώ στα έμπεδα, στη Σχολή Αξιωματικών του Γενικού Αρχηγείου σαν μαθητής. Δίπλα ήταν η σχολή πολιτικών επιτρόπων (...) Εκεί εκπαιδευτήκαμε και με επικεφαλής τον Υψηλάντη (σ.σ. υποστράτηγο του ΔΣΕ) ξεκίνησε ολόκληρη η σχολή για την ανακατάληψη του Γράμμου. Περνούσαμε μέσα από τις γραμμές του εχθρού. Φτάσαμε στη Φούρκα. Το χιόνι ήταν πάνω από ένα μέτρο. Είχαμε μεγάλες απώλειες. Κάναμε υπεράνθρωπες προσπάθειες να σώσουμε τα όπλα μας (...) Πηγαίναμε για Κάντσικο (σ.σ. μαστοροχώρι στην Κόνιτσα, στα όρια Ηπείρου και Μακεδονίας). Δεχτήκαμε πολλές επιθέσεις. Βλέπαμε το χιόνι στρωμένο με σκοτωμένους στρατιώτες. Εγώ ήμουν επικεφαλής μιας ομάδας. Από πάνω μας περνούσαν αεροπλάνα και μας πυροβολούσαν με ρουκέτες. Μια ρουκέτα χτυπάει το γόνατό μου και το διαλύει. Οι πόνοι ήταν φριχτοί. Στο μεταξύ υποχωρούν οι δικοί μας. Ήταν 5 Απρίλη του 1949 που τραυματίστηκα. Περίμενα 24 ώρες να έρθουν να με πάρουν. Με πήραν με μουλάρι στα αλβανικά σύνορα και από εκεί με προώθησαν στην Κορυτσά σε αλβανικό νοσοκομείο». 

Γιος αγροτών, στα χρόνια της Κατοχής υπηρέτησε στον ΕΛΑΣ, κυρίως στην Ήπειρο. Έγραψε για τα πρώτα του βήματα στη ζωή: «Γεννήθηκα το 1915 από γονείς φτωχούς αγρότες. Από μικρό παιδί ένοιωσα τη φτώχεια. Οι γονείς μου πήγαιναν μεροκάματο στους πλούσιους του χωριού. Ο πατέρας μου έτρεχε παντού για να πάρει ένα καρβέλι ψωμί, το οποίο δεν έφτανε για την οικογένειά του (...) Στα δεκατρία μου πήγα να μάθω τη τέχνη του ράφτη (...). Στα δεκαπέντε μου γίνομαι μέλος της Ο.Κ.Ν.Ε. (σ.σ. Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας). Καθοδηγητής ήταν τότε ο (σ.σ. εκτελεσμένος από τους Ιταλούς το 1943) Οδυσσέας Κοτινάς (...). Μέσα στην Ο.Κ.Ν.Ε. διαπαιδαγωγήθηκα και έγινα υπόδειγμα νέου». Μετά τον Εμφύλιο, όπως και άλλοι πολλοί συμπατριώτες του, έζησε για χρόνια σε χώρα του τότε σοσιαλιστικού στρατοπέδου. «Εμένα», εξήγησε, «με πήγαν στην Ουγγαρία, στη Βουδαπέστη. Οι Ούγγροι διέθεσαν τα πάντα για μας. Δύο νοσοκομεία με τους καλύτερους χειρούργους. Δίπλα μου χειρουργήθηκε η (σ.σ. μαχήτρια του ΔΣΕ) Αγαθή. Εκεί γνωριστήκαμε και αποφασίσαμε να παντρευτούμε. Με γύψους και πατερίτσες. Έτσι παντρευτήκαμε. Τα δώρα μας από τους συναγωνιστές ήταν μια κούτα τσιγάρα και καραμέλες να κερνάμε τον κόσμο. Η βοήθεια των Ούγγρων ήταν αμέριστη. Μας βοήθησαν να σπουδάσουμε. Άνοιξαν τα πανεπιστήμια και τις τεχνικές σχολές για όλους μας». Επέστρεψε στον τόπο του το 1980. 

Από όλους εκείνους τους Κερκυραίους λαϊκούς αγωνιστές του ΔΣΕ στα πεδία των ένοπλων συγκρούσεων που η δράση τους έτυχε να καταγραφεί και σώθηκαν ως τις μέρες μας τα ονόματά τους, ενώ άλλων όχι, τελευταίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία σχεδόν 101 ετών, το 2019, ένας ΕΠΟΝίτης τα χρόνια της Κατοχής από το χωριό Χλωμός. Ήταν ο επί τρεις περίπου δεκαετίες πολιτικός πρόσφυγας Δημήτρης Κουταλάς (επίσης εικονίζεται πιο πάνω). 

Πολέμησε στο μέτωπο της Αλβανίας κατά της Ιταλίας, ως κληρωτός, με τον βαθμό του δεκανέα. Το 1941 εντάχθηκε σε αντιστασιακή οργάνωση του χωριού του, δούλεψε για την ΕΠΟΝ και το ΕΑΜ, έγινε κομμουνιστής. Αντιμέτωπος με απειλές σε βάρος της ζωής του από δυνάμεις του ΕΔΕΣ, μετά την απελευθέρωση, έφυγε για την Αθήνα και δούλεψε σε κουρείο. Στα τέλη του 1946 επιστρατεύτηκε στην Κόρινθο και το 1947 βρέθηκε στη Νάουσα, όπου κλήθηκε να πολεμήσει εναντίον του ΔΣΕ. Έγραψε για τη στράτευσή του σε αυτόν: «Τον Νοέμβρη του 1947, στις 15 του μηνός, μαζί με άλλους δύο στρατιώτες από τον ίδιο λόχο πήραμε την απόφαση να δραπετεύσουμε από τον Στρατό και να πάμε στους δικούς μας συντρόφους του Δημοκρατικού Στρατού. Βρεθήκαμε στα σύνορα Φλώρινας και Καϊμακτσαλάν, σ' ένα χωριό που λέγεται Αχλαδιά, κοντά στη λίμνη του Αμύνταιου. Μετά από το βραδινό συσσίτιο, όπου άλλαζαν οι φρουροί του Τάγματος, έβρεχε και με δυσκολία καταφέραμε να προχωρήσουμε μέσα στη νύχτα, να μη μας πάρουν είδηση. Ξέραμε ότι κοντά στους πρόποδες του Καϊμακτσαλάν ήταν ομάδες των συντρόφων μας και γρήγορα συναντήσαμε τους πρώτους φύλακες (...). 

Το 1951 στρατοδικείο στη Λάρισα τον καταδίκασε ερήμην σε θάνατο. Το 1955 είχε κριθεί ως «αντεθνικώς δρων εις το εξωτερικόν», ώστε να του αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια, ενώ ζούσε στην τότε Γιουγκοσλαβία. 

«Μένω μέχρι και σήμερα πιστός στις γραμμές του ΚΚΕ και στην ιδεολογία μου και λυπάμαι γιατί τα χρόνια μου είναι τόσο πολλά που δεν μπορώ να προσφέρω στο Κόμμα μου βοήθεια», είχε αναφέρει μερικά χρόνια πριν από τον θάνατό του στον φιλόλογο και ιστορικό ερευνητή του χωριού του,  Αλέξανδρο Καλησπεράτη.  

xroniadse035 xroniadse036 xroniadse037

Άφησαν βαθύ το αποτύπωμά τους στο κοινωνικό και πολιτικό σώμα του νησιού οι μνήμες της περιόδου και οι αγώνες που εκείνα τα τρομερά χρόνια δόθηκαν: 

* Από πρόσωπα όπως ο Δημήτρης Κουταλάς και άλλοι συμπατριώτες του στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας σαν αυτούς που προαναφέρθηκαν, καθώς και άλλοι συμμαχητές τους, όπως ο Σταμάτης Σαϊτάς από το χωριό Καβαλλούρι, ο Παναγιώτης Ρέττος από την πόλη και ο Άγγελος Χαρτοφύλακας -κατοπινός καθηγητής Πολυτεχνικού Ινστιτούτου στη Μόσχα- από το χωριό Σπαρτίλας (εικονίζονται στην πρώτη φωτογραφική σύνθεση), ο φιλόλογος εκπαιδευτικός Περικλής Καλοδίκης (βλ. λίγο πιο πάνω) που βρέθηκε το 1947 στη Γιουγκοσλαβία για να γίνει συντάκτης και εκφωνητής των δελτίων ειδήσεων του ραδιοφωνικού σταθμού «Ελεύθερη Ελλάδα» μαζί με τη Γιάννα Καλοδίκη, ο σκοτωμένος σε μάχη και τιμημένος ως επιλοχίας μετά θάνατον το 1949 για την ευψυχία του στρατιώτης του 14ου λόχου της VIII Μεραρχίας του Ανδρέας Λιναράς από το προάστιο Μαντούκι, άλλοι συμμαχητές τους όπως ο Σπύρος Μπαντούνος από το χωριό Καρουσάδες και ο Γιάννης Ασπιώτης από τους Αναπλάδες (βλ. λίγο πιο πάνω εικόνα από οδό με το όνομά του), που συνελήφθησαν μαχόμενοι στα βουνά και πριν λήξει ο Εμφύλιος εκτελέστηκαν στην Πελοπόννησο επειδή συμμετείχαν στον ΔΣΕ. 

* Από πρωτοπόρους λαϊκούς αγωνιστές όπως ο Αλέκος Πρίφτης που το όνομά του επί μακρόν παρέμεινε στο νησί, λόγω και της άρνησής του να συναινέσει στην παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ Κέρκυρας στους Βρετανούς, σημείο αναφοράς και έμπνευσης ακόμη και ποιημάτων, ως σύμβολο ακατάβλητου μαχητή για τα δίκαια του λαού με βαθιά πίστη στη δύναμή του και στην τελική νίκη του, καθώς και ο δολοφονημένος στη Λάρισα το 1947 ήρωας του λαού Σπύρος Καλοδίκης, ανώτερο στέλεχος του ΚΚΕ, που αρκετά χρόνια πριν είχε συλληφθεί και εξοριστεί από την Κέρκυρα, αλλά πέρασε βαθιά στη λαϊκή μνήμη ως αγωνιστής-θρύλος, όντας ο κορυφαίος ίσως του τόπου στην εποχή του.  

* Από αμέτρητους ανώνυμους και επώνυμους φίλους του ΚΚΕ και συμπορευόμενους ποικιλοτρόπως μαζί τους βιοπαλαιστές και άλλους προοδευτικούς ανθρώπους σε κάθε γωνιά του νησιού, που ακόμη και αν περιόρισαν τη δράση τους δεν απαρνήθηκαν τις σημαίες του δίκιου και της αξιοπρέπειας ούτε κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες και στήριξαν με οικονομικές εισφορές και τρόφιμα τους διωκόμενους και μαχητές καθώς και τις οικογένειές τους. 

* Από μαχητές του ΔΣΕ που είτε δεν σώθηκαν τα ακριβή τους ονόματα είτε οι οικογένειές τους δεν συνέχισαν να ζουν στην Κέρκυρα αλλά οι ίδιοι είχαν γεννηθεί σε αυτήν και καταγράφηκαν σε μαρτυρίες συμπολεμιστών τους ως Στέργιος Παληκύρας, Κώστας Λάσκαρης, Σπύρος Λευθεριώτης, Δημήτρης Κάντας ή και με ψευδώνυμα, όπως Παληκαράς και συναφή με αγωνιστικό χαρακτήρα, καταγόμενοι από τα χωριά Βάτος, Γιαννάδες, Άγιος Δημήτριος και άλλα σημεία του νησιού, πεσόντες σε μάχες στην πόλη της Φλώρινας και σε βουνοκορφές.    

* Από άλλους Κερκυραίους λαϊκούς αγωνιστές, όπως ο Νίκος Λούβρος από το χωριό Αγρός και ο Χρύσανθος Σαρακηνός από την πόλη του νησιού, που ήταν φυλακισμένοι τον καιρό του Εμφυλίου και εκτελέστηκαν ο πρώτος στην Κεφαλονιά και ο δεύτερος στην Αθήνα την περίοδο του φονικού οργίου στο Λαζαρέτο. 

Οι θυσίες, το αίμα και η παραδειγματική άρνησή τους να «σκύψουν το κεφάλι» και να υποταχθούν στα κελεύσματα της κυρίαρχης τάξης αρνούμενοι το δικαίωμα του λαού -το προβλεπόμενο ακόμη και στο σχέδιο Συντάγματος του Ρήγα Φεραίου- να επαναστατεί απέναντι στην καταστολή της θέλησής του και στην κοινωνική αδικία άφησαν σημάδια τόσο ανεξίτηλα, ώστε το 1956, παρά τους τόσους και τόσους επιπρόσθετους πολιτικούς διωγμούς που ακολούθησαν, στάθηκε δυνατό να κυκλοφορήσει στην Κέρκυρα από συναγωνιστές τους εκείνων των χρόνων χειρόγραφη εφημερίδα του ΚΚΕ, ενώ κάτι τέτοιο σε άλλες επαρχίες της χώρας δεν είχε ακόμη συμβεί. Ήταν η εφημερίδα «Δημοκρατική Φωνή» (βλ. πιο πάνω), όργανο της Κομματικής Οργάνωσης Κέρκυρας του ΚΚΕ, που «βγήκε» τον Νοέμβριο του 1956 σε συνθήκες βαθιάς παρανομίας του, ενώ ο εξόριστος σε ξερονήσια τα χρόνια του Εμφυλίου αδελφός του Αλέκου Πρίφτη, Γεράσιμος Πρίφτης (Καστρινός), με την υποστήριξη πρώτα απ' όλα των κομμουνιστών ήδη είχε εκλεγεί πανηγυρικά, στο πλαίσιο συνασπισμού ευρύτερων δυνάμεων όταν το κόμμα του ήταν εκτός νόμου, βουλευτής Κέρκυρας. 

Κάθε άλλο παρά άσχετο βέβαια με εκείνους τους αγώνες και τις παρακαταθήκες που κληροδότησαν  στο νησί μπορεί να θεωρηθεί ακόμη το γεγονός ότι στις μέρες μας το εκλογικό ποσοστό του ΚΚΕ στην Κέρκυρα καταγράφεται πολύ υψηλότερο από το μέσο πανελλαδικό ποσοστό του.

Ισχύει ίσως και για εκείνους τους Κερκυραίους αγωνιστές, αναλογικά, αυτό που ο κ. Δ. Κουτσούμπας είπε τον περασμένο Οκτώβριο στο Λαζαρέτο, αναφερόμενος στη θυσία των δεκάδων αγωνιστών που εκτελέστηκαν εκεί τα χρόνια του Εμφυλίου: «Δεν διάλεξαν τον θάνατο. Διάλεξαν απλά να μείνουν όρθιοι, περήφανοι (...) Ανήκαν στον κόσμο που τόλμησε να αμφισβητήσει την εξουσία των εκμεταλλευτών. Δεν αρνήθηκαν τη ζωή, αρνήθηκαν τη συνθηκολόγηση με το άδικο και την σαπίλα (...) Πίστευαν πως η υπεράσπιση και η συμπόρευση με το ΚΚΕ -κι ας μην ήταν όλοι κομμουνιστές, κι ας μην τους είχε δοθεί η ευκαιρία που έχουμε εμείς, να μελετήσουν τα έργα των κλασικών του μαρξισμού λενινισμού- ήταν ο μόνος δρόμος για να αλλάξει πραγματικά η ζωή των παιδιών τους, των δικών τους ανθρώπων, της εργατικής τάξης και της αγροτιάς όλης της χώρας. Και σε αυτόν τον σκοπό έδωσαν τη δική τους ζωή (...) Την ανάγκη για αντίσταση την επέβαλε η ίδια η ζωή και η βία της αστικής εξουσίας. Η πείνα, η ανέχεια, η εκμετάλλευση, οι διώξεις. Η διάψευση των ελπίδων και η υπεξαίρεση των μεγάλων θυσιών που κατέθεσε ο λαός στην πάλη για την απελευθέρωση, από εκείνους που ήταν απόντες, ή συνεργάστηκαν με τον κατακτητή (...) Όσοι, όχι από άγνοια, αλλά από σκοπιμότητα, μιλούν σήμερα για "διχασμό", αναφερόμενοι σε όσα έγιναν τότε, κρύβουν ότι ο ταξικός διχασμός υπάρχει αντικειμενικά σε μια ταξικά διαχωρισμένη κοινωνία, σαν την καπιταλιστική. Στην πραγματικότητα καλούν σε υποταγή στις επιδιώξεις και τα συμφέροντα των υπαίτιων του διχασμού, μιας χούφτας εκμεταλλευτών του μόχθου του λαού, τα οποία βαφτίζουν "εθνικά". Κρύβουν ότι ο εμφύλιος δεν ήταν "ανεξήγητη κατάρα που βρήκε τη χώρα" (...) Ήταν σύγκρουση για την εξουσία, αφού, μετά την Απελευθέρωση, η αστική τάξη βρέθηκε αντιμέτωπη με τον οργανωμένο στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ λαό -μια νέα δύναμη που είχε γεννηθεί μέσα στην κάπνα του πολέμου, στον αγώνα για τη Λευτεριά (...) Το ΚΚΕ, παρά τις αντιφάσεις στην τότε στρατηγική του, αρνήθηκε να δεχτεί τους όρους και τη βία που επέβαλε η λεγόμενη κυβέρνηση "Εθνικής Ενότητας". Τελικά δεν υποτάχθηκε και, έστω με καθυστέρηση, οργάνωσε τον τρίχρονο ένοπλο λαϊκό αγώνα του ΔΣΕ -την κορυφαία εκδήλωση της ταξικής πάλης στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα. Μπροστά στο δίλημμα "υποταγή ή αντεπίθεση", το Κόμμα και το λαϊκό κίνημα επέλεξαν τον δεύτερο δρόμο (...) Το ΚΚΕ δεν τιμά τους εκτελεσμένους για να τους φυλακίσει στο παρελθόν, αλλά γιατί χάρη και στη δική τους στάση, υπάρχει σήμερα ένα Κόμμα που δεν υπέγραψε "δήλωση μετάνοιας" στον ιμπεριαλισμό. Συνεχίζει να παλεύει για την κοινωνική απελευθέρωση, πιο ώριμο και πιο έμπειρο, με πολύτιμη παρακαταθήκη τις θυσίες των προηγούμενων γενιών. Είναι αποφασισμένο και μπορεί, μαζί με την εργατική τάξη και τον λαό, να το πάει μέχρι τέλους (...)  Τιμάμε τους νεκρούς μας. Γονατίζουμε ευλαβικά μπροστά τους και σηκώνουμε τη σημαία ψηλά, συνεχίζοντας τον αγώνα τους».

Ο Ανδρέας Λιναράς, σύμφωνα με έγγραφο του Σταθμού Μεταγωγών Κέρκυρας (βλ. πιο πάνω), ήταν φυλακισμένος στο νησί και στις 22 Ιουλίου 1947 είχε σταλεί, μαζί με άλλους 14 Κερκυραίους κυρίως κρατούμενους, στον ανάλογο Σταθμό στην Πάτρα, απ' όπου απέδρασε και κατατάχθηκε στον ΔΣΕ. Σκοτώθηκε πριν περάσουν δύο μήνες, στις 17 Σεπτεμβρίου 1948, στον σημερινό ορεινό οικισμό Καλλιθέα της Θεσπρωτίας, απέναντι από τις ανατολικές πλαγιές της Μουργκάνας.   

xroniadse039 xroniadse040

Στρατοδικείο στα Ιωάννινα στις 11.5.48 είχε καταδικάσει (βλ. πιο πάνω αριστερά την απόφαση) τον 25χρονο Ιπποκράτη Παπαβλασόπουλο από το χωριό Χλωμός και την 24χρονη Αγγελική Κοτινά από το χωριό Ριγγλάδες, σε ποινές φυλάκισης τριών ετών και ενός έτους, αντίστοιχα, εν μέρει με αναστολή, επειδή στις 1-2.2.1948, όπως έλεγε, έκαναν στα χωριά τους «προσηλυτισμό», ευνοϊκό βέβαια για τον ΔΣΕ. Ο πρώτος κατέληξε στην τρομακτική Μακρόνησο. Τάχα «μετέφερε όπλα από Αλβανία εις Κέρκυρα».    

Ο αγωνιστής Θεοφάνης Τριβυζάς, από το χωριό Γαβράδες, δεν είχε τέτοια... τύχη. Δικάστηκε στα Ιωάννινα στις 13.4.1948 μαζί με άλλους δύο συναγωνιστές του από την Ήπειρο και καταδικάστηκε δις σε ισόβια δεσμά. Είχε κάνει, σύμφωνα με στρατοδίκες (βλ. πάνω δεξιά την απόφασή τους), «αυτομολίαν προς ενόπλους στασιαστάς», από τις 24.3.1947.

xroniadse041 xroniadse042

Αρκούσε η διατύπωση ενός θετικού σχολίου κάποιου για τον αγώνα του ΔΣΕ, έφτανε μια απλή κουβέντα, προκειμένου να καταδιωχθεί από τις τοπικές αρχές. Έτσι ξεκίνησε τότε η σύλληψη και η ποινική δίωξη ενός 23χρονου τότε αγωνιστή, που έμελλε να μετρήσει μέχρι τη λήξη της δικτατορίας των συνταγματαρχών συνολικά 12,5 χρόνια σε φυλακές και εξορίες - περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο Κερκυραίο δικάστηκε μόνο για πολιτικά «αδικήματα». Ο Φίλης Κορωνάκης, όπως πιστοποιεί κατοπινό σχετικό αστυνομικό έγγραφο (βλ. πιο πάνω αριστερά), οδηγήθηκε στα Ιωάννινα και καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση για παράβαση του Αναγκαστικού Νόμου 509/47 «περί μέτρων ασφαλείας του κράτους, του πολιτεύματος και του κοινωνικού καθεστώτος», που υπέγραψε ο βασιλιάς Παύλος στις 27 Δεκεμβρίου 1947, για τη διάλυση όχι μόνο του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, αλλά και κάθε άλλης «ύποπτης» για τη στάση της σε σχέση με την «ανταρσία» και τον ΔΣΕ οργάνωσης του λαού. Στις 5 Μαρτίου 1948 είχε κάνει στην Κέρκυρα, έλεγε η απόφαση, «προσηλυτισμό». Λίγο αργότερα δικάστηκε εκεί πάλι (βλ. πιο πάνω δεξιά την απόφαση), αυτή τη φορά λόγω «αποδείξεων» ότι ήταν «συστασιώτης» του ΔΣΕ. Στις 11.5.1948 καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά, «επί συμμετοχή από 5.3.1948 εις συμμορίαν» σχετική με τους σκοπούς του ΔΣΕ. Μαζί του στο εδώλιο ήταν ένας άνδρας και δύο γυναίκες από τη Λευκίμμη: ο 32χρονος Γιάννης Κουλούρης (Κάμπουλας) τιμωρήθηκε σε κάθειρξη δέκα ετών, ενώ στην 22χρονη Αλεξάνδρα Μεταξά και την 28χρονη Αγγελική Μεταξά επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης ενός έτους με αναστολή. 

Το Γραφείο Ειδικής Ασφάλειας της Χωροφυλακής στις 24.6.1948 με έγγραφό του (βλ. πάνω) ενημέρωνε τη Χωροφυλακή στον Άγιο Ευστράτιο ότι έπρεπε, βάσει αποφάσεων της κερκυραϊκής Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας, να παρατείνει για έξι μήνες ακόμα την εκτόπιση τεσσάρων Κερκυραίων κομμουνιστών, που είχαν ήδη εκτοπιστεί εκεί από τις 14.7.1947 ως υποστηρικτές του ΔΣΕ. Επρόκειτο για τα πρόσωπα Χαρίλαος Κροκίδης, Δημήτρης Μιντζίλας, Κώστας Πηλός και Κώστας Χειμαριός, που είχαν γεννηθεί ή κατοικούσαν στα χωριά Ποταμός, Καρουσάδες, Καλαφατιώνες και Σκριπερό. Ο δεύτερος από αυτούς εκλέχτηκε, πέντε δεκαετίες μετά, επικεφαλής του τοπικού παραρτήματος της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης. Όταν πιάστηκε ήταν ακόμα ΕΠΟΝίτης. Είχε υποστεί, σύμφωνα με τη «Φωνή του Λαού», εξοντωτικό ξυλοδαρμό από «όργανα της τάξεως».   

Ήταν σύνηθες εξάλλου, στα χρόνια του αγώνα του ΔΣΕ, ορισμένοι λαϊκοί αγωνιστές να συνδέονται χωρίς λόγο με Αλβανούς «κατασκόπους», ώστε μαζί με την ελευθερία να τους αφαιρείται και η ελληνική ιθαγένεια. Η Αστυνομική Διεύθυνση στις 5.3.48 με έγγραφό της (βλ. πάνω) υποστήριζε πως ο ψαράς Στάθης Σκλήρης, από το προάστιο Μαντούκι, ήταν «σύνδεσμος των Αλβανικών Αρχών και της κομμουνιστικής οργανώσεως Κερκύρας», κυρίως δε με «τον εκ των ηγετικών στελεχών της» φοιτητή Χαράλαμπο Μοτσενίγο. Ο τελευταίος παραπεμπόταν σε στρατοδικείο στα Ιωάννινα, κατηγορούμενος για παράβαση του αντικομμουνιστικής κατεύθυνσης ν. 375/1936 της μεταξικής δικτατορίας «περί τιμωρίας εγκλημάτων κατασκοπείας», ώστε να του αφαιρεθεί η ελληνική οικογένεια, όπως ήδη είχε γίνει με τον Σκλήρη.

Παράλληλα, ενεργοποιούνταν μέτρα ακόμη και για τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων των Κερκυραίων μαχητών και υποστηρικτών του ΔΣΕ. 

Στις 22.12.1948 η τοπική Επιτροπή του άρθρου 2 του Ψηφίσματος Μ/1948 «περί δημεύσεως των περιουσιών των συμμετεχόντων εις τον συμμοριακό αγώνα», με μέλη τον τότε Νομάρχη Χαράλαμπο Παναγόπουλο, τον φρούραρχο, έναν δικαστή και τον διοικητή της Χωροφυλακής (βλ. πιο πάνω πρακτικό της συνεδρίασης) εξέτασε επτά τέτοιες περιπτώσεις Κερκυραίων καταδικασμένων βιοπαλαιστών. Δεν είχε κανείς τους περιουσία να του κατάσχουν. «Δεν κέκτηνται κινητήν ή ακίνητον τινά περιουσίαν», έλεγε η απόφαση. Είχε διερευνηθεί επισταμένως η περιουσιακή κατάσταση και των επτά.  

Αυτό είχε συμβεί και στις 6.9.1948, σε ανάλογη συνεδρίαση, σχετικά με τον στρατιώτη Άνθη Αλέξανδρο από τους Καστελλάνους Μέσης, ο οποίος βαρυνόταν με παραβάσεις τόσο του Μ' Ψηφίσματος του 1948  όσο και του ν. 77/17 «περί διαταράξεως της δημοσίας τάξεως». Στερούνταν κι αυτός κάθε περιουσιακού στοιχείου.

Η οποιαδήποτε υποψία υποστήριξης προς τον ΔΣΕ οδηγούσε σε πολιτικές διώξεις σε κάθε τομέα της ζωής στο νησί. 

Στις 28 Δεκεμβρίου 1948 η Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Λευκίμμης ενημέρωνε τη Διοίκηση της πόλης (βλ. πάνω) ότι, κατόπιν έρευνας, διαπίστωσε ότι εργοδηγός από το Νεοχώρι της περιοχής, που είχε αναλάβει κάποιο έργο στο κεφαλοχώρι Άγιος Ματθαίος, δεν ήταν, τελικά, αριστερός, αν και ήταν ύποπτος επειδή «προσέλαβεν εργάτας πτωχούς βομβοπλήκτους αριστερών φρονημάτων, άνευ όμως δράσεως». Αφού συναντήθηκε με την Αστυνομία, κατάλαβε τι όφειλε να πράξει: «εδέχθη προθύμως ν' αποπέμψη τους αριστερών φρονημάτων». Δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας, αφού πλέον προσέλαβε άλλους και «άπαντες σχεδόν είναι εθνικόφρονες». Η Χωροφυλακή είχε ελέγξει καλά, έλεγε, «περί του ποιού» του εργοδηγού.  

Η ελευθερία θριάμβευε διακήρυσσαν κατά τα άλλα  τα ραδιόφωνα στην Κέρκυρα, υμνώντας τις βόμβες ναπάλμ εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού.

xroniadse047 xroniadse048

Ολόκληρες οικογένειες του νησιού βυθίζονταν σκόπιμα στην εξαθλίωση και τον αποκλεισμό. Ήταν τέτοιες οι συνθήκες το 1948, ώστε στις 6 Οκτωβρίου το σωματείο των φορτοεκφορτωτών του λιμανιού ζήτησε εγγράφως από τον Νομάρχη (το έγγραφο πιο πάνω αριστερά) να του επιτρέψει, χωρίς να έχει συνέπειες, να διαθέσει στις οικογένειες των εξόριστων πια στην Ικαρία μελών του Γιώργου Τζέκου και Γιώργου Μιχαλόπουλου χορηγούμενα μέσω του σωματείου κρατικά επιδόματα που οι ίδιοι δικαιούνταν και δεν είχαν προλάβει να εισπράξουν λόγω σύλληψής τους, επισημαίνοντας ότι οι οικογένειές και των δύο υπέφεραν. Ο Κέρβερος νομάρχης στην απάντησή του στις 18.10.1948 (βλ. πιο πάνω δεξιά) μεμφόταν και απειλούσε το σωματείο, υποστηρίζοντας ότι «ουδεμία επιείκεια συγχωρείται κατά την εξέτασιν των ζητημάτων των οικογενειών των κομμουνιστών απεργαζομένων την καταστροφήν της Πατρίδος». Τέσσερις ημέρες αργότερα το σωματείο ανταπάντησε πως θα κάνει ό,τι το ίδιο κρίνει σωστό. 

Μάταια και το υπό «εθνικόφρονα» ηγεσία σωματείο των αρτεργατών στις 4.10.1948 του εξηγούσε σε έγγραφό του (βλ. πάνω) ότι η γυναίκα του εκτοπισμένου για έναν χρόνο στην Ικαρία μέλους του, Γιάννη Ζηνιάτη, «ήλθε προς ημάς χθες κλαίουσα» για τη μη καταβολή ήδη οφειλόμενου επιδόματος ανεργίας και παρακάλεσε «λυπηθείτε τα παιδιά μου». Έπρεπε, κατά τον Νομάρχη, τα μέλη των οικογενειών των αγωνιστών να πεινάσουν «για να βάλουν μυαλό», όπως κάποιοι «έβαζαν μυαλό» σε άλλα παιδιά σε σχολείο-φυλακή του νησιού. 

Η νοσηρή βία για την επικράτηση ενός καθεστώτος βασισμένου στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο εκδηλωνόταν ακόμα πιο αποκρουστικά ίσως στις φυλακές ανηλίκων στο νησί Βίδο, εκεί όπου μεταφέρονταν παιδιά αγωνιστών, κυρίως της Ηπείρου. Τα έβαζαν να γράφουν ή απλώς να υπογράφουν φτιαγμένα από άλλους ποιήματα που στρέφονταν εναντίον των γονιών τους. 

Μετά, οι... παιδαγωγοί τύπωναν σε μικρή εφημερίδα τους στίχους και τη μοίραζαν σε άλλα σχολεία της πόλης και των χωριών.

Εγκάθετοι των επιχειρηματιών και κρατικών αξιωματούχων, που επικαλούμενοι δικαστική κρίση είχαν καταλάβει το Εργατικό Κέντρο και το είχαν μετονομάσει σε «Εθνικό» Εργατικό Κέντρο, στις 7 Μαρτίου 1947 εγγράφως ζητούσαν «αρωγήν από τη Νομαρχία, προκειμένου, όπως έλεγαν, «να αποκαθάρωμεν την εργατικήν τάξιν της Κερκύρας από τα μιάσματα». «Κατορθώσαμεν», ισχυρίζονταν στις 29.1.1948 (βλ. έγγραφο πιο πάνω), παραδεχόμενοι ότι ήταν μειψηφία, «να φέρωμεν εις την ευθείαν και νόμιμον οδόν την πλειοψηφίαν των υγιών και νομιμοφρόνων σωματείων». Μόνο κάποια είχαν θέσει υπό τον έλεγχό τους. Οι αντιστάσεις των εργαζομένων παρέμεναν έντονες. «Δυστυχώς», ομολογούσαν, «υπάρχει σεβαστός αριθμός σωματείων που  εξακολουθεί αρνητικήν (...) στάσιν». Ζητούσαν τη βοήθεια του νομάρχη, δηλαδή των κρατικών κατασταλτικών αρχών, για να προχωρήσουν «σε επιβαλλομένην εκκαθάρισιν (...), να διαγράψωμεν (...), ίνα λήξη η ερμαφρόδιτος κατάστασις των φανερών και κρυπτών Εαμοκομμουνιστών που υποσκάπτουν αυτήν ταύτην την υπόστασιν του κρατούντος Καθεστώτος (...), να εκκαθαρίσωμεν την δύναμιν της Εργατοϋπαλληλικής τάξεως Κερκύρας από τα μιάσματα των Εαμοκομμουνιστών οίτινες κατοχυρούμενοι εις τα μετόπισθεν (...) χύνουν το φοβερό δηλητήριον της φθοράς (...)». Ήταν οι ίδιοι συνδικαλιστές-τσιράκια των επιχειρηματιών που συνέχαιραν με ανακοίνωσή τους «τον γενναιότατον αρχηγόν των εν Κερκύρα Βρετανικών Στρατευμάτων εν Κερκύρα», όταν μετά την απελευθέρωση του νησιού οι οπλισμένες ορδές του Ζέρβα από την Ήπειρο λεηλατούσαν κιόλας την πόλη και τα χωριά και αμέτρητοι άοπλοι αγωνιστές και συγγενείς τους κρύβονταν, καταφεύγοντας ακόμη και σε σπηλιές. Ο ηγέτης των κομμουνιστών στο εργατικό κίνημα του νησιού, Γ. Τζήλιος, πρωταγωνιστής του πετυχημένου σε μεγάλο βαθμό αγώνα στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής για τη ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης και αποστολής Κερκυραίων εργατών στη Γερμανία, στις 13.10.1947 είχε συλληφθεί και εξοριστεί από την Κέρκυρα. Αλλά οι εγκάθετοι δεν μπορούσαν να το φιμώσουν. Στις 2 Νοεμβρίου 1948, με εισηγητή «συνδικαλιστή» διαβόητο σε όλο το νησί για τις σχέσεις του με τους Ιταλούς κατακτητές λίγα χρόνια νωρίτερα, πάλι ζητούσαν εγγράφως από τον νομάρχη «βοήθεια» για καταστολή κάποιας «ανταρσίας». 

Οι «σωτήρες του έθνους» τα «έβρισκαν μπαστούνια» και στο αγροτικό κίνημα του τόπου.

Θρασύβουλος Βλάσσης (αριστερά) και Θανάσης Βλάσσης

Συλλήψεις και εκτελέσεις για τη φυγή των «16» 

Όλα όσα προαναφέρθηκαν για τον ηρωισμό αμέτρητων Κερκυραίων αφορούν εξίσου τρεις από τους πιο γνωστούς λαϊκούς αγωνιστές στην περιοχή της Λευκίμμης και ευρύτερα στην Κέρκυρα εκείνα τα χρόνια, οι οποίοι, μολονότι δεν στρατεύτηκαν στον ΔΣΕ καθώς ήταν επιφορτισμένοι με συναφή καθήκοντα, το 1949 πλήρωσαν και με τη ζωή τους την επίμονη επί δύο χρόνια άρνησή τους στις φυλακές της Κέρκυρας και των Ιωαννίνων να αποκηρύξουν αυτόν, το ΚΚΕ και τους 16 συντρόφους τους που «δραπέτευσαν» στις 13-14 Οκτωβρίου του 1947 για να πυκνώσουν τις τάξεις του ΔΣΕ. 

Ήταν τόση η βαρβαρότητα και η χυδαία αντικομμουνιστική τρομοκρατία που βίωνε τότε το νησί, ώστε μία περίπου εβδομάδα μετά τη διαφυγή των «16» συνελήφθησαν στη Λευκίμμη και φυλακίστηκαν στην πόλη σε απάνθρωπες συνθήκες, ως... εγκληματίες κατά της πατρίδας και υποκινητές και ηθικοί αυτουργοί των «φυγάδων»,  επτά πρόσωπα που συνέχιζαν να αποτελούν ή παλαιότερα είχαν διατελέσει στελέχη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, ενώ ακροδεξιά και αυτοαποκαλούμενα «δημοκρατικά» τοπικά έντυπα χρηματοδοτούμενα από την τοπική οικονομική ελίτ ωρύονταν και ζητούσαν την άσκηση μεγαλύτερης βίας, προκειμένου «να εξουδετερωθεί ο συνωμοτισμός των μετόπισθεν». 

Κρατικές αρχές και τα έντυπα αυτά υποστήριζαν ότι, όπως το έθετε εφημερίδα φερόμενη να χρηματοδοτείται από τον μεγαλύτερο βιομήχανο του τόπου, τον Θεόδωρο Δεσύλλα, πρώην βουλευτή του βασικού κόμματος της Δεξιάς μαζί με τον Σπύρο Θεοτόκη και μεταπολεμικό ηγέτη των «κεντρώων δυνάμεων», βουλευτή και υπουργό μάλιστα της Ένωσης Κέντρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, χρειαζόταν στο νησί «κεραυνοβόλος δράσις ώστε τα μετόπισθεν να εκκαθαρισθούν από τα συνωμοτικώς δρώντα συγκροτήματα αόπλων εθνοδολοφόνων (...) της προδιδούσης τα ιερά και τα όσια της Ελλάδος αιμοσταγούς μειοψηφίας», που δρώντας στο νησί ως «σλαυόψυχοι επιτελείς του Κ.Κ. (...) στρατολογούν και φυγαδεύουν αφελείς νεανίσκους». 

Κάποιοι είχαν ίσως και ιδιαίτερους σοβαρούς λόγους να εύχονται «να βγουν από τη μέση» οι πιο πρωτοπόροι λαϊκοί αγωνιστές. 

Υποθέσεις με πρόσωπα με μεγάλες τσέπες που κατηγορούνταν με επαρκή στοιχεία συνήθως για δοσιλογισμό την κατοχική περίοδο παρέμεναν καταχωνιασμένες στα δικαστικά αρχεία, ενώ για ψύλλου πήδημα δικάζονταν και καταδικάζονταν στο άψε-σβήσε βιοπαλαιστές που είχαν υψώσει το ανάστημά τους στον ξένο κατακτητή και είχαν καταστραφεί. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι τέσσερις μήνες νωρίτερα, στις 26 Ιουνίου 1947, το Γενικό Επιτελείο Στρατού, με έγγραφό του -που υπέγραφε ο συνταγματάρχης πεζικού Νικόλαος Δημολάκης- υπενθύμιζε στον τοπικό Ειδικό Επίτροπο του Δικαστηρίου Δοσιλόγων ότι εκκρεμούσαν στην Κέρκυρα, από καιρό, οι υπ' αριθ. 208 και 609 ποινικές υποθέσεις «επί παραβάσει των 6 & 12 Συντακτικών Πράξεων». Οι Πράξεις αυτές αφορούσαν τον έλεγχο και την τιμωρία συνεργατών των κατακτητών τα χρόνια της κατοχής. Ο εκπρόσωπος του ΓΕΣ ζητούσε «το αποτέλεσμα της δικαστικής έρευνας και κρίσης» γι' αυτές τις δύο υποθέσεις. Το πρόσωπο που αφορούσαν οι υποθέσεις αυτές αναφερόταν ρητά στην αρχή της επιστολής: «Θέμα: Δεσύλλας Θεόδωρος του Αλεξ.».  

Αλλά το θέμα βέβαια δεν ήταν το ένα ή το άλλο πρόσωπο. Ούτε αταίριαστο με όσα συνέβαιναν ευρύτερα στη χώρα με τη γενικευμένη ένοπλη και ειρηνική ταξική αναμέτρηση.  

Οι 16 κομμουνιστές της Λευκίμμης που στρατεύτηκαν στον ΔΣΕ ήταν, κατά μία άλλη επίσης αγαπημένη εφημερίδα των κατοχικών δοσιλόγων της Κέρκυρας που τρία χρόνια νωρίτερα δεν είχαν διστάσει να δολοφονήσουν τον εκτελούντα χρέη Ειδικού Επιτρόπου για τον έλεγχό τους δικαστή Παναγιώτη Γίδα, «φυγαδευθέντες (...) προπομποί άλλων». Η φυγή εκείνη, υποστήριζε η ίδια εφημερίδα, ήταν απόδειξη ότι οι κατηγορούμενοι ως ηθικοί αυτουργοί ήταν «αιμοδιψείς προδότες» και επικοινωνούν «με τους εχθρούς του έθνους», προφανώς στα γεμάτα χιλιάδες αντάρτες της φτωχολογιάς της υπαίθρου και των πόλεων άπαρτα, ακόμα τότε, βουνά της Ηπείρου. Ήταν υπό συγκρότηση, ωρυόταν, «δημοκρατικός στρατός της Κερκύρας». Στην πραγματικότητα, αυτό που προετοιμαζόταν ήταν ένα νέο, εκτενέστερο κύμα  διώξεων και μέτρων τρομοκράτησης του λαού. 

Έγραψε για εκείνες τις πρώτες συλλήψεις και φυλακίσεις του 1947 ο επικεφαλής του ΕΑΜ Λευκίμμης επί εννέα μήνες έως τα τέλη του 1944, Στέφανος Γκούσης, που είχε και ο ίδιος συλληφθεί και τελικά αφέθηκε ελεύθερος: «(...) Λέγοντας ασύστολα ψέματα έστησαν σ’ εμένα και σ’ άλλους έξι αθώους, ως ηθικούς αυτουργούς, βαρύτατη κατηγορία "επί εσχάτη προδοσία" για τη φυγή με σκοπό να μας εξοντώσουν. Και έτσι μας συλλαμβάνουν όλους. Αναφέρω για την ιστορία ποιοι ήταν: 1. Στέφανος Γκούσης Νικηφόρου, 2. Θανάσης Βλάσσης Ιωάν. (Τζαραντώνιος), 3. Θρασύβουλος Βλάσσης Νικολ. (Τζελεμάνης), 4. Κώστας Κοτινάς Σταμ. (Στέφανος), 5. Νίκος Κάντας (Γιακής), 6. Χριστόφορος Κουκούστας (Βουνιώτης) και 7. Σπύρος Καλογερόπουλος (Παπάρας). Στη διαδρομή (για την πόλη) ο Θρασύβουλος ο Βλάσσης, προσπαθώντας να ελαφρύνει τη θέση του, έριξε μια ταμπακέρα, που είχε μέσα ντόπιο ταμπάκο, σ' ένα λάκκο με νερό. Όταν το αντιλήφθηκε ο χωροφύλακας που μας συνόδευε, του είπε: "Γιατί την έριξες την ταμπακέρα, εδώ σας περιμένουν πολύ μεγαλύτερα και συ φοβάσαι τα μικρότερα;", εννοώντας το τουφέκισμα που σίγουρα μας περίμενε». 

Λίγο μετά, όταν έφτασαν στο χωριό Γαστούρι, «ο χωροφύλακας που μας συνόδευε (...), απαντώντας σε ερώτηση άλλου χωροφύλακα τι συμβαίνει, με μια δηλωτική κίνηση του χεριού του έδειξε ότι μας πάνε για τουφέκισμα (...) Μας μετέφεραν σιδηροδέσμιους στην Κέρκυρα, όπου ήταν η Διοίκηση της Χωροφυλακής, και μας έριξαν αμέσως στην απομόνωση (...) Τι να σας πω γι’ αυτήν; Δεν βρίσκω λέξεις να σας την περιγράψω, ή αν θέλετε καλύτερα δεν έχω την ικανότητα να απεικονίσω πιστά όσα αισθάνθηκα, όσα υπέφερα και όσα συναισθήματα δοκίμασα εκεί μέσα στις τρεις μέρες που έμεινα. Μόνο όποιος είχε την ατυχία να ζήσει εκεί μέσα μπορεί να το καταλάβει. Εγώ σας δίνω με λίγα λόγια μόνο μια λειψή της εικόνα (...) Μεγάλα ποντίκια αλώνιζαν το κελί. Περνούσαν πάνω από το πρόσωπό μας. Αν είχες λίγο ψωμί που να το κρύψεις; Το μοιραζόσουνα μ’ αυτά (...)». 

Τους έχωσαν και τους επτά «σ' ένα κρατητήριο μικρών διαστάσεων (2 χ 2,50) με βρωμιές μέσα, χωρίς αέρα, ήλιο και φως, με ένα μικρό φεγγίτη στην πόρτα. Ο ένας πάνω στον άλλον. Όταν ξαπλώναμε, τα πόδια μας, που αναγκαστικά βρώμαγαν, βρίσκονταν στο κεφάλι κάποιου συγκρατούμενου (...) Απαγορευόταν αυστηρά η επικοινωνία μας με οποιονδήποτε άνθρωπο, και έτσι ο αποχωρισμός μας από τον κόσμο ήταν πλήρης. Ήταν κατά κάποιο τρόπο ο προθάλαμος του θανάτου, στον οποίον μας είχαν καταδικάσει». Βαριά άρρωστος ανάμεσά τους ο -τιμημένος ως ήρωας στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και προσβεβλημένος από φυματίωση- καπετάνιος του ΕΛΑΣ, Χρήστος Κουκούστας (Βουνιώτης), γεωπόνος από τη Χειμάρρα, έκανε αιμοπτύσεις.  

Οι έξι προφυλακίστηκαν τελικά στο φτιαγμένο από τους Βρετανούς κυρίαρχους πριν από έναν και πλέον αιώνα αποτρόπαιο μπουντρούμι της πόλης. Απαγγέλθηκαν σε βάρος τους φοβερές, ολότελα συκοφαντικές και ανυπόστατες κατηγορίες, όπως «κατασκοπεία», μαζί με αυτή της υποτιθέμενης «ηθικής αυτουργίας» σε σύσταση «απαγορευμένης ομάδας» των 16 συναγωνιστών τους με σκοπό -κατά το κατηγορητήριο- την «τέλεση εγκλημάτων» για την ανατροπή του καθεστώτος ή και την... αφαίρεση μέρους της ελληνικής επικράτειας, μέσω του ΔΣΕ. Στήθηκε εναντίον τους, με ενορχηστρωτή σύμφωνα με τον Γκούση τον στρατιωτικό υπεύθυνο του ΕΔΕΣ Λευκίμμης, ένα πρόσωπο που η δράση του προσομοίαζε σε εκείνη του επικεφαλής της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936 Ιωάννη Μεταξά και το οποίο έφερε το ίδιο όνομα, μια πραγματική σκευωρία. Συγκεντρώθηκαν, έτσι, περισσότερες από είκοσι υπαγορευμένες και τελείως ψευδείς μαρτυρικές καταθέσεις.  

Δεκαπέντε μήνες μετά, την 1η Φεβρουαρίου 1949, στρατοδικείο στα Ιωάννινα δίκασε και καταδίκασε τρεις από τους έξι σε θάνατο. Ήταν και οι τρεις τους κορυφαίες, ηγετικές μορφές της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, του ΚΚΕ και του αγροτικού κινήματος στην περιοχή τους και ευρύτερα στην Κέρκυρα. Επρόκειτο για τον Θρασύβουλο Βλάσση, τον  Θανάση (Νάσο) Βλάσση -που εικονίζονται πιο πάνω- και τον Χριστόφορο Κουκούστα που έφερε το ψευδώνυμο Βουνιώτης. Καθώς το κατηγορητήριο είχε καταρρεύσει, οι στρατοδίκες τούς ζητούσαν να αποκηρύξουν τον ΔΣΕ, το ΚΚΕ και τους 16  συντρόφους τους, πέντε από τους οποίους είχαν ήδη σκοτωθεί. Μέχρι τέλους και οι τρεις τους αρνήθηκαν να κάνουν οποιαδήποτε δήλωση αποκήρυξης. Ήταν ο πρώτος 41 ετών και πατέρας κοριτσιού ενός έτους που δεν του είχαν επιτρέψει να το γνωρίσει, ο δεύτερος 40 ετών και ο τρίτος 30 ετών. Εκτελέστηκαν μαζί, στα Ιωάννινα, στις 9 Φεβρουαρίου 1949, ενώ στην Κέρκυρα είχε «σηκωθεί» ένα ευρύτατο κύμα διαμαρτυριών με αίτημα να ματαιωθεί η άδικη εκτέλεσή τους. 

Οι πιο αντιδραστικοί κύκλοι του νησιού ζητούσαν περισσότερο αίμα. Ενοχλημένη από το παλλαϊκό κύμα συμπαράστασης, κερκυραϊκή ακροδεξιά εφημερίδα μεμφόταν όσους «δύνανται να αισθάνονται κάποιαν ψυχικήν αδυναμίαν έναντι τοιούτων καταστάσεων δια να προβάλλουν επιεικείς λύσεις υπέρ τοιούτων μελλοθανάτων προδοτών. Δεν πρόκειται να είναι τις αιμοχαρής, ούτε πρέπει να θέλη τις να κορέση την αγανάκτησίν του από συμμοριακόν αίμα δια να εκφράζεται κατά τοιούτον τρόπον δια μελλοθανάτους (...) προδότας της χώρας», έγραφε. Ο λαός όφειλε, κατά την εφημερίδα, «να μην αισθάνεται καμμίαν υπέρ αυτών επιείκειαν». 

Συνεχίζονταν άλλωστε και τότε, παράλληλα με την ένταση των μέτρων καταστολής των λαϊκών αντιδράσεων, οι εκτελέσεις αγωνιστών στο νησάκι Λαζαρέτο στην ανατολική ακτή της πόλης. Τον ίδιο εκείνο μήνα, τον Φεβρουάριο του 1949, εκτελέστηκαν εκεί οι εξής εννιά πολιτικοί κρατούμενοι, από τους νομούς Καβάλας, Φωκίδας, Αττικής, Δράμας και Βοιωτίας, που κρατούνταν στις τοπικές φυλακές: Γιάννης Σκαλιστήρας, Θεόδωρος Κίτσος, Μιχαήλ Κουτσούμπεης, Σάββας Θωμαΐδης, Δημήτρης Αγιοστρατίτης (Αγιοβλασίτης), Χαράλαμπος Φαράντος, Μόσχος Μπαμπαλιάρης,  Γιώργος Διαβάτης, Σωκράτης Παστιανίδης. Από αυτούς, ένας εκτελέστηκε κατόπιν ειδικής διαταγής του Γενικού Επιτελείου Στρατού, το οποίο είχε εντοπίσει «παράνομη» αλληλογραφία του με στρατιώτη του κυβερνητικού στρατού. Ένας άλλος είχε προσαχθεί σε δίκη σε τοπικό δικαστήριο, μερικούς μήνες νωρίτερα, κατηγορούμενος ψευδώς ότι στη διάρκεια απεργίας πείνας και ολιγόλεπτης εκδήλωσης των κρατουμένων για τον εορτασμό επετείου του ΕΑΜ κήρυξε «στάση» και αποπειράθηκε να σκοτώσει φύλακα γνωστό ως προβοκάτορα - κατηγορίες από τις οποίες με τη γενναία βοήθεια Κερκυραίου δικηγόρου συντηρητικών πολιτικών φρονημάτων απαλλάχθηκε. Τέσσερις άλλοι εκτελέστηκαν παρόλο που εκείνες ακριβώς τις ημέρες ήταν απεργοί πείνας, συμμετέχοντας σε -τρίτη κατά σειρά σε διάστημα μερικών μηνών- ανάλογη πολυήμερη αποχή από την σίτιση που οι εκατοντάδες πολιτικοί κρατούμενοι είχαν αποφασίσει, διαμαρτυρόμενοι. Ενώ είχαν καταδικαστεί σε θάνατο από πολιτικά και στρατιωτικά δικαστήρια σκοπιμότητας, δήθεν για βαριά αδικήματα τα χρόνια κυρίως της Κατοχής, εναντίον συνεργατών των προδοτικών κατοχικών αρχών, σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις ήταν αρκετή μια ταπεινωτική δήλωση εκ μέρους τους ότι αποκηρύσσουν το ΚΚΕ και βέβαια την «ανταρσία» του ΔΣΕ και το δίκιο του λαού, όπως ζητήθηκε και από τους τρεις Κερκυραίους αγωνιστές και επί μήνες συγκρατουμένους τους στην ίδια φυλακή, οι οποίοι εκτελέστηκαν τον ίδιο μήνα στα Ιωάννινα, για να τους «χαριστεί» η ζωή.  

Δεν ευνοούσαν την απονομή χάρης στους αγωνιστές της Λευκίμμης ούτε οι τοπικές αρχές που τους ήξεραν καλά. 

Στις 31.5.49 μοίραρχος της Χωροφυλακής εξειδικευμένος στην καταπολέμηση του κομμουνισμού, σε έγγραφό του στο οποίο έκανε λόγο για «469 θανατοποινίτες κομμουνιστές» κρατούμενους. Υποστήριζε ότι κάποιες αλλαγές που είχαν συμβεί στην ηγεσία του ΔΣΕ ήταν ευκαιρία ώστε με πιο πανούργα προπαγάνδα και τοποθέτηση περισσότερων χαφιέδων μέσα στις φυλακές να αυξάνονταν οι «αποκηρύξαντες την κομμουνιστικήν ιδεολογίαν των και το Κ.Κ.Ε». Αυτοί φανταζόταν πως ήταν οι μισοί, αλλά παρά τις επίμονες προσπάθειες μόνον 28, ομολογούσε με λύπη, είχαν ενδώσει, υπογράφοντας «δηλώσεις μετανοίας». Πρότεινε κάτι ειδικά για ένα μέρος από εκείνους: «να δοθή εις τινας τούτων χάρις μετριαζομένης των ποινής των».

Ο κ. νομάρχης, εξάλλου, είχε άλλες, σοβαρότερες δουλειές να κάνει από το να δεχθεί τους συγγενείς των αγωνιστών, ενώ οι πρώην... σύμμαχοι κώφευαν για εκείνους που έξι χρόνια νωρίτερα είχαν δώσει τον καλύτερο εαυτό τους στην υπόθεση της σωτηρία των αεροπόρων τους, ριψοκινδυνεύοντας τη ζωή τους. Η αμερικανική πρεσβεία των Αθηνών μάς σκεφτόταν όμως, βοηθούσε τους νομάρχες να απαλύνουν τον πόνο των προγόνων μας. Το 1949 είχε αναλάβει αυτόν το ρόλο ο Στυλιανός Δερμιτζάκης, επικεφαλής του Λαϊκού Κόμματος και αργότερα της ΕΡΕ στα Χανιά. Στις 25.5.1949 και πάλι στις 20.7.1949 η πρεσβεία τον ενημέρωσε με επιστολές της (βλ. πιο πάνω την πρώτη) ότι του έστελνε για το καλό μας... φωτογραφίες από την όμορφη ζωή στις ΗΠΑ, για να διακοσμήσουν χώρους στην πόλη και στα χωριά. Το θεωρούσε ίσως υποχρέωσή μας να τις αξιοποιήσουμε, ενδεχομένως επειδή και τα περισσότερα από τα βόλια του κυβερνητικού στρατού ήταν πια made in USA και -ποιος ξέρει- ίσως με δικά τους να έπεσαν εκείνον το μήνα στο Λαζαρέτο νεκροί, νωρίς-νωρίς το πρωί της 16.5.1949, πέντε Κεφαλονίτες ΕΑΜίτες των φυλακών, αφού ξενύχτησαν στη φυλακή, σύμφωνα με μαρτυρία συγκρατουμένου τους, τραγουδώντας επτανησιακά τραγούδια. «Ελπίζομεν ότι θα καταστή δυνατή η διανομή των εις ολόκληρον τον Νομόν και ότι αύται θα εκτεθούν εις δημόσια κέντρα, ως π.χ. σχολεία και καφενεία», έλεγε η πρεσβεία στην επιστολή της αυτή. Ο κ. νομάρχης ήταν γενικώς περιχαρής με την τροπή των πραγμάτων. Μετά τη θετική του ανταπόκριση, η πρεσβεία τον ενημέρωσε ότι θα του στέλνει σχετικό υλικό «κάθε μήνα». Γρήγορα «μυρίστηκαν ψητό» και τοπικές εθνικόφρονες βέβαια εφημερίδες, που όσο τα δολάρια υποκαθιστούσαν στην «καλή κοινωνία» του νησιού τις λίρες τόσο πιο πολύ υμνούσαν της πατρίδας το χαμό - μία από αυτές καθιέρωσε τη δημοσίευση τέτοιων φωτογραφιών σε καθημερινή βάση μέχρι και τη δεκαετία του 1960, με το αζημίωτο υποθέτουμε. Τα έγγραφα της πρεσβείας δεν έκρυβαν τον εξειδικευμένο αποστολέα: «Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών». Δεν είχε καθιερωθεί ακόμη η ονομασία CIA.           

Ίσως δε μέσα σε αυτούς της «Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών» των Αθηνών να ήταν και κάποιος που είχε γνωρίσει την Κέρκυρα και είχε κάποιο ρόλο στα πράγματα του νησιού στα τέλη του 1944 και στις αρχές του 1945 όταν Βρετανοί και Αμερικανοί αξιωματικοί με αγγλοαμερικανικό φιρμάνι και κοινή δράση εγκατέστησαν και εδραίωσαν τον Ναπολέοντα Ζέρβα αφεντικό της Κέρκυρας, αντί εκείνων που είχαν την αποδοχή της πλειονότητας του λαού, είχαν προτείνει δημοκρατικές λύσεις και στο κάτω-κάτω είχαν σώσει Αμερικανούς αεροπόρους μεταφέροντάς τους στην έδρα του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο. 

Τέσσερις μήνες μετά την απελευθέρωση του νησιού, στις 9 Φεβρουαρίου 1945, συνερχόταν ακόμα σε συνεδριάσεις στο ανάκτορο Μον Ρεπό, από κοινού ως ενιαίο σώμα, «Στρατιωτική Αστυνομία και Αστυνομία Πόλεων» με συμμετοχή Βρετανών και Αμερικανών υψηλόβαθμων αξιωματικών και εκπροσώπων του ΕΔΕΣ του Ζέρβα (βλ. πρακτικό πιο πάνω). 

Σε εκείνη τη συνεδρίαση, στην οποία είχε προεδρεύσει ο Βρετανός αντισυνταγματάρχης F. R. York, διοικητής της «Επιμελητείας Βρετανικών Στρατιωτικών Δυνάμεων Κερκύρας», είχε αποφασιστεί και δοθεί εντολή στον Έλληνα πολιτικό διοικητή Ιονίων Νήσων να ιδρυθούν στρατονομικά αποσπάσματα με συμμετοχή, από ελληνικής πλευράς, ανδρών μόνο από μονάδες του Ζέρβα -που λίγες εβδομάδες πριν είχαν αιματοκυλίσει την Κέρκυρα- και της «υπό εξυγίανση» υποτίθεται Χωροφυλακής, με πλήρη αγνόηση σχετικών προτάσεων του ΕΑΜ για κοινή συμφωνία σε κάποια τέτοια ζητήματα. Τα κάθε λογής μέτρα θα προωθούνταν υπό την εποπτεία των «Στρατιωτικών και Ναυτικών Δυνάμεων αμφοτέρων των συμμάχων», ενόψει δημιουργίας σώματος Εθνοφυλακής. Σύμφωνα με το πρακτικό της συνεδρίασης, «κατόπιν αιτήματος (σ.σ. δύο) ανωτέρων Αμερικανών Αξιωματικών», που ήταν γνωστό ότι ανήκαν στις Μυστικές Υπηρεσίες των ΗΠΑ, αυτοί εξαιρούνταν από διάφορους περιορισμούς. 

Δεν τους καίγονταν καρφί τότε όλους αυτούς για ένα γνωστό και στον αθηναϊκό Τύπο δράμα που εκτυλισσόταν στο Παλαιό Φρούριο της πόλης και ένα υπόμνημα που έφτασε στα χέρια τους, Αμερικανών και Βρετανών, λίγες ημέρες μετά - ένα υπόμνημα που είναι το παλαιότερο γνωστό υπόμνημα φυλακισμένων αγωνιστών εκείνης της περιόδου στην Κέρκυρα και φέρει ημερομηνία 21.2.1945.  

Το υπέγραφαν  «φιλοξενούμενοι» του Ναπολέοντα Ζέρβα στην Κέρκυρα, φερμένοι στο νησί στα τέλη του 1944, από τότε δηλαδή που τον αρχηγό του ΕΔΕΣ τον έφεραν αγγλικά πλοία από την Πρέβεζα, μαζί με πιστούς του και άλλους, που είχαν καταφύγει σε μονάδες του εκεί καθώς κατηγορούνταν για κάθε λογής αδιάντροπη συνεργασία με τον κατακτητή σε διάφορες περιοχές της χώρας κι έψαχναν τόπο και τρόπο να γλιτώσουν. Ήταν 120 συνολικά όμηροι του Ζέρβα, Ηπειρώτες ΕΑΜίτες και ΕΛΑΣίτες, τους οποίους ο αρχηγός του ΕΔΕΣ απήγαγε, έφερε μαζί του και στοίβαξε στις Στρατιωτικές Φυλακές της πόλης. Στις 21.2.1945 υπέγραψαν μέσα από τις φυλακές υπόμνημα (βλ. πιο πάνω), με το οποίο ζητούσαν να ελευθερωθούν. Μαζί τους υπέγραφε και ένας «Β. Άνθης». Δεν ήταν άλλος βέβαια από τον Γραμματέα της Οργάνωσης των κομμουνιστών του νησιού. Οι τοπικές αρχές, που τον είχαν συλλάβει και δεν έκαναν τίποτε που λέει ο λόγος χωρίς την έγκριση των Βρετανών και Αμερικανών τοποτηρητών, τον είχαν κλείσει μαζί με τους ομήρους στις Στρατιωτικές Φυλακές, στο Παλαιό Φρούριο, όπου κατοικοέδρευαν βασανιστές-αντάρτες του ΕΔΕΣ. Ως Γραμματέας της Οργάνωσης του ΚΚΕ στην Κέρκυρα στα τέλη του 1943, ο Άνθης ήταν ένα από τα πιο κομβικά πρόσωπα στην επιχείρηση της μεταφοράς και διάσωσης των αεροπόρων από τη Λευκίμμη στην Ήπειρο, μαζί με τον Αλέκο Πρίφτη και τον καθοδηγητή τους: τον Απόστολο Γκρόζο, έγκλειστο νωρίτερα από τους Ιταλούς στο Λαζαρέτο, ο οποίος  έμελλε κάποια χρόνια μετά να γίνει επίτιμος πρόεδρος του ΚΚΕ και κατευόδωσε τότε τους Αμερικανούς αεροπόρους, πριν μπουν σε βάρκες με ΕΑΜίτες οδηγούς, εξηγώντας τους ποιοι είναι αυτοί που τους σώζουν και ότι το κάνουν γιατί αυτό λέει η συνείδησή τους. 

Λέτε ο Άνθης τις πρώτες ημέρες μετά την απελευθέρωση, όταν οι επιτετραμμένοι των Συμμάχων στο νησί υποκριτικά συζητούσαν με όλες τις πλευρές, να μην είπε τίποτα για την υπόθεση αυτή στους Αμερικανούς απεσταλμένους; Ίσως τους είπε κάτι για τον ηρωικό ρόλο που έπαιξαν και κάποιοι κομμουνιστές και ΕΑΜίτες της Λευκίμμης, όταν ο αναμφισβήτητης εντιμότητας πρώην βουλευτής του συντηρητικού χώρου Γιάννης Μοναστηριώτης, πολιτικός υπεύθυνος του ΕΔΕΣ στην περιοχή, παρέδωσε τους αεροπόρους σε εκείνους, ερήμην της ένοπλης ομάδας του ΕΔΕΣ, γιατί μόνο αυτούς εμπιστευόταν και ήξερε ότι δεν έκαναν Αντίσταση για λίρες, ήταν παλικάρια και είχαν μπέσα. 

Το αντίτιμο λοιπόν στην Κέρκυρα ήταν διωγμοί, θάνατοι και... φωτογραφίες του «αμερικανικού θαύματος». 

Αλλά αυτό ήταν το ήθος, η εντιμότητα, η γενναιότητα των κομμουνιστών. Οι Αμερικανοί και Βρετανοί τοποτηρητές εκείνης της περιόδου στην Κέρκυρα πορεύονταν με άλλα κριτήρια.   

Έναν μήνα προτού συλληφθεί τον Οκτώβριο του 1947, ο Θανάσης Βλάσσης είχε αποφυλακιστεί από τη φυλακή της Κέρκυρας, όπου τον είχαν κλείσει λίγο νωρίτερα, όταν είχε συνυπογράψει με άλλους συναγωνιστές του επιστολή-υπόμνημα προς τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών για όσα βίωνε ο λαός, 

για τις βαρβαρότητες του μεταπολεμικού καθεστώτος στην Κέρκυρα σε βάρος των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και των πολιτικών κρατουμένων στις φυλακές του νησιού. Είχε αναδειχθεί πρόεδρος των συνεταιρισμένων αγροτών του τόπου του. Παράλληλα με τη δράση του στο ΚΚΕ, υποστήριζε τη δράση του συνεργαζόμενου Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας, όπως και ο -εξάδελφός του- επίσης ατρόμητος αγωνιστής Θρασύβουλος Βλάσσης, μέλος κι αυτός του μικρού κύκλου των ανθρώπων που είχαν αναλάβει με κάθε μυστικότητα να φέρουν σε πέρας για λογαριασμό του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ στα τέλη του 1943 τη μυθιστορηματική μεταφορά-φυγάδευση των δέκα Αμερικανών αεροπόρων του πεσμένου αεροπλάνου τους, χρησιμοποιώντας κάρα και διανύοντας 40 και πλέον χιλιόμετρα από τη Λευκίμμη στην πόλη της Κέρκυρας εν μέσω γερμανικών φυλακίων, ώστε από εκεί με την ευθύνη άλλης ομάδας με επικεφαλής τον ίδιο τον Αλέκο Πρίφτη να σταλούν και να σωθούν σε βουνό της Ηπείρου, όπως και έγινε. Ο Βουνιώτης, πέραν του ότι είχε επίσης ιδιαίτερο ρόλο στον ΕΛΑΣ σε όλες τις σημαντικές επιχειρήσεις του και στη Λευκίμμη και στην πόλη του νησιού λόγω της πείρας του στο Αλβανικό Μέτωπο, ήταν ο υπεύθυνος της ομάδας του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ που με ηρωική αιματηρή επιχείρηση, λίγες ώρες πριν εγκαταλείψουν οι Γερμανοί την πόλη, είχε καταφέρει να περιορίσει την εκ μέρους τους ανατίναξη ζωτικών υποδομών και του εργοστασίου ηλεκτροφωτισμού της. 

«Αυτούς τους σκότωσαν γιατί υπερασπιστήκανε το αντάρτικο», ανέφερε πολλά χρόνια μετά για εκείνη την περίοδο ο τιμημένος με έπαινο ανδρείας σε δύσκολες και άνισες μάχες στα βουνά ανθυπολοχαγός του ΔΣΕ και μέλος της ομάδας των «16» Προκόπης Κάντας (βλ. τον ίδιο πιο πάνω σε μεγάλη ηλικία στη Λευκίμμη), εξαίροντας τις αρετές των μαχητών του και το άσβεστο μεγαλείο του αγώνα που δόθηκε τότε σε βουνά, σε πόλεις και σε χωριά σε όλη τη χώρα για το δίκιο αφήνοντας πίσω του σπουδαίες παρακαταθήκες - κι ας είχε ο ίδιος γεράσει χωρίς να έχουν ακόμα νικήσει τα οράματά του. Όσες ενστάσεις και διαφωνίες κι αν είχε με το ΚΚΕ για πλευρές της πολιτικής του σε διάφορες χρονικές περιόδους, μέχρι τα βαθιά του γεράματα και τον θάνατό του υπερασπίστηκε στον γενέθλιο τόπο του την ιστορική αλήθεια για τον αγώνα του ΔΣΕ. Αντιτάχθηκε στην εύκολη λαθολογία και στην αστήρικτη φιλολογία περί δήθεν «τυχοδιωκτικών επιλογών» του Νίκου Ζαχαριάδη -«ήτανε ηγέτης για τη χώρα», πίστευε- και γενικότερα της ηγεσίας του ΚΚΕ για την υποστήριξη του ένοπλου αγώνα, αφού άλλος δρόμος δεν υπήρχε. Στιγμάτιζε τις κάθε λογής προσπάθειες σκόπιμης διαστρέβλωσης, παραποίησης και συκοφάντησης της ιστορίας του ΔΣΕ από την κυρίαρχη τάξη και συνοδοιπόρους της. 

Συνέχιζε να αποκαλύπτει το ανυπόφορο όργιο βίας και συκοφαντιών που εξαπολύθηκε εναντίον του λαού της Κέρκυρας και των αγωνιστών του τη μεταπολεμική περίοδο από δυνάμεις που τους συκοφαντούσαν ως «κομμουνιστοσυμμορίτες» και «ξενοκίνητους  ΕΑΜίτες» και την ίδια ώρα «ξέπλεναν» δοσιλόγους και κοινωνικά αποβράσματα της κατοχικής περιόδου και τους χρησιμοποιούσαν στην ωμή βία και την τρομοκρατία. Επειδή ήταν βέβαιος ότι η Ιστορία θα κινήσει πάλι προς τα μπρος και ότι ο λαός -για να το πούμε με λόγια σαν εκείνα του Κερκυραίου επαναστάτη σοσιαλιστή λογοτέχνη Ντίνου Θεοτόκη που φίλοι του έλεγαν ότι αγαπούσε- θα βγει ανίκητος συνειδητοποιώντας τη δύναμή του, δεν έχασε την επαναστατική αισιοδοξία του και δεν είχαν κάμψει τις ιδέες του ούτε το πισωγύρισμα και οι αντεπαναστατικές ανατροπές στη Σοβιετική Ένωση, όπου είχε ζήσει και είχε διαφωνήσει με μέτρα που υπονόμευαν τον σοσιαλισμό και κατόπιν αυτών «η χώρα γύρισε ανάποδα». Μόνο περηφάνια, πίστευε, αξίζει να αισθάνεται ο λαός της περιοχής του και του νησιού του για τον έντιμο αγώνα που δόθηκε. Του είχαν μείνει αξέχαστα, προπαντός ίσως, όσα είχε βιώσει στον τόπο του στα νιάτα του και τον έκαναν μαχητή του λαϊκού επαναστατικού στρατού και της στρατιάς των ηρώων του που έπρεπε να δώσουν τη μάχη και την έδωσαν.          

«Ήμουν 18 χρονών», διηγήθηκε στον Ασπιώτη, «όταν πήρα το πρώτο βάπτισμα του αγώνα κατά των φασιστών. Οι αντάρτες του Ζέρβα (σ.σ. δύναμης του ΕΔΕΣ Ηπείρου), μετά το χτύπημα που δέχθηκαν από τον ΕΛΑΣ, ήρθαν στην Κέρκυρα με εγγλέζικα πλοία, χτύπησαν, λεηλάτησαν και φυλάκισαν τους αντιστασιακούς και προοδευτικούς κατοίκους του νησιού (...) Εμένα ένα απόσπασμα του Ζέρβα, περίπου 30 άτομα, με έπιασαν στο δρόμο, με χτύπησαν χυδαία, με βασάνισαν και στη συνέχεια μ' έκλεισαν στη φυλακή. Κι αυτό επειδή εγώ με το μακαρίτη τον αδελφό μου το Νικόλα (...) είχαμε πάρει από το οχυρό των Ιταλών ένα οπλοπολυβόλο, τέσσερα ατομικά όπλα και τρεις-τέσσερις χιλιάδες και τα δώσαμε στον εφεδρικό ΕΛΑΣ, στον οποίο και οι ίδιοι ανήκαμε».

Θυμόταν πολλά. Πόσα και πόσα είχαν υποστεί οι άνθρωποι της περιοχής εκείνα τα χρόνια. Στις 12 Μαΐου 1945 μέχρι και στον Αντιβασιλέα και στους επιτετραμμένους των Βρετανών και Αμερικανών «συμμάχων» μας είχαν απευθυνθεί με τετρασέλιδη ενυπόγραφη χειρόγραφη διαμαρτυρία τους (βλ. πάνω την πρώτη σελίδα) τέσσερις ατρόμητοι κάτοικοι της Λευκίμμης (βλ. πάνω δεξιά υπογραφές). Ανάμεσά τους και ένας πολεμιστής του ΕΛΑΣ στη μεγάλη νικηφόρα μάχη με τους Γερμανούς στην Αμφιλοχία, που ήταν αδελφός του Θρασύβουλου Βλάσση. Εκπροσωπούσαν, όπως έλεγαν, τους «Δημοκρατικούς κατοίκους της Λευκίμμης». 

Παραθέτουμε (ενωμένο σε κοινή παράγραφο) το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου της διαμαρτυρίας τους (παραλείποντας για ευνόητους λόγους κάποια ονοματεπώνυμα), που απευθυνόταν, πρώτα απ' όλα, σε κάθε Αρχή στην Κέρκυρα: 

«Παρά την διατυμπανιζομένην κατά κόρον απόλαυσιν της ελευθερίας των ατόμων ως προς την σκέψιν και την ελευθέραν εκδήλωσιν των φρονημάτων του λαού, τα διάφορα ένοπλα τμήματα ασφαλείας της κωμοπόλεως Λευκίμμης, η Χωροφυλακή και η Εθνοφυλακή πιέζουν μέχρις αποπνιγμού και απογνώσεως τους κατοίκους της Λευκίμμης, ιδία τους αντιφρονούντες και τους έχοντας αριστερίζουσας ιδέας. Η τοιαύτη αφόρητος ζωή εδημιουργήθη από της 8ης Απριλίου δια σειράς τρομοκρατικών μεθόδων και καταπιεστικών πράξεων αίτινες κατά σειράν ενεργείας έχουν ακολούθως:  Την 8ην Απριλίου ο Λοχίας (...) και ο Στρατιώτης (...), άνδρες της Φρουράς Εθνοφυλακής Λευκίμμης, διέλυσαν βιαίως και δια του υποκοπάνου των όπλων (...) αριθμόν τινά παιδιών εις το χωρίον Ριγγλάδες διότι ετραγουδούσαν χωριάτικα τραγούδια. Αι απευθυνθήσαι κατ' αυτών ύβρεις προκαλούσαν την αιδώ των ακουόντων (...) Την αυτήν ημέρα ο Δεκανεύς (...) μετ' άλλων Εθνοφυλάκων της αυτής φρουράς κατά τας μεσονυκτίους ώρας μετέβησαν εις την οικίαν του Γρηγορίου Μοναστηριώτη και αφού έσπασαν την θύραν εισήλθον προφασιζόμενοι ότι έκρυπτε δήθεν πολυβόλον. Αφού ηρεύνησαν μετ' επιμονής ολόκληρον την οικίαν χωρίς να ανευρεθή τίποτα απήγαγον αυτόν εις τον καταυλισμόν της Φρουράς και εκεί τον υπέβαλλον εις βασανιστήρια επί δίωρον διατρυπήσαντες τους όνυχες των χειρών του δι' αιχμηρών καλαμίων (...) Ο εκ Λευκίμμης Θεόδωρος Παπαβλασόπουλος του Φιλίππου 50 ετών, άνευ αιτίας τινός εδάρη από τον λοχαγόν (...), όστις εξύβρισεν άπαντας τους Λευκιμμιώτας ως στερουμένους τιμής (...) Ο εκ Λευκίμμης Σπυρίδων Χρυσικόπουλος του Μενελάου οδεύων κατά την 11ην νυκτερινήν ώραν εις την οικίαν του προς ύπνον, συνελήφθη παρά της περιπόλου της Φρουράς Λευκίμμης και ωδηγήθη εις το γραφείον του Διοικητού του λόχου. Ο παρευρισκόμενος δ' εκεί αξ/κός (...) όλως αναιτίως τον εκτύπησε ερωτών αυτόν ποία είναι τα στελέχη του εκ Λευκίμμης Κομμουνιστικού Κόμματος. Την 23ην Απριλίου ώραν 11ην π.μ. συνελήφθησαν παρά των χωροφυλάκων (......) οι Κουλούρης Χαράλαμπος του Αντωνίου, Χρυσικόπουλος Γεώργιος Αριστοτέλους, Χρυσικόπουλος Σπυρίδων Μενελάου, Χρυσικόπουλος Κων/ίνος Σπυρίδωνος, Μικρούλης Σπυρίδων Ευθυμίου και Καλογερόπουλος Γεώργιος Θεμιστοκλέους εις χωρίον Ποτάμι διότι τραγουδούσαν διάφορα χωριάτικα τραγούδια, εδάρησαν δε με βούρδουλα και απειλήθησαν δια περιστρόφου εκ μέρους των χωροφυλάκων διότι ηναντιώθησαν εις το να τους ακολουθήσουν εις τον σταθμόν άπαξ που δεν έπραξαν τι παράνομον, διότι οι χωροφύλακες εστερούντο οιουδήποτε εντάλματος ή διαταγής δικαιολογούντων την σύλληψιν αυτών. Την 9ην τρέχοντος εις το χωρίον Ριγγλάδες ο χωροφύλαξ (...) με την αιτίαν πως θέλη να διαβάση την εφημερίδα Φωνή του Λαού πήρε απ' τα χέρια του πωλητή 19 εφημερίδες τας οποίας έσχισεν. Την ημέραν κατά την οποίαν εορτάσθη η μεγάλη αντιφασιστική νίκη των Λαών εις το χωρίον Ριγγλάδες μετά την δοξολογίαν ο ιατρός (...) εξεφώνησεν λόγον εις τον οποίον κατεφέρετο εναντίον (...) των Εαμοκομμουνιστών τους οποίους απεκάλεσε Λαοπλάνους, καθάρματα και  εξευτελισμένους. Εις το τέλος του λόγου του εζητωκραύγασε υπέρ του βασιλέως. Επειδή δε ο Λαός ανεφώνησεν κάτω ο βασιληάς Ζήτω η Δημοκρατία συνέλαβον τους Σπυρίδωνα Καλογερόπουλον και Ανδρέαν Καλογερόπουλον. Την εσπέραν της 10ης τρέχοντος ο Λοχαγός του λόχου της Εθνοφρουράς Λευκίμμης (...) ύστερ' από υπόδειξιν Εθνοφυλάκων του εισήλθον εις το παντοπωλείον του Κων/ίνου Παπαβλασοπούλου εις το χωρίον Αναπλάδες Λευκίμμης και συνέλαβεν όσους παρευρίσκοντο εις αυτό με την πρόφασιν πως κάποιος εκ των ευρισκομένων εις το παντοπωλείον εζητωκραύγασεν υπέρ του Κόκκινου Στρατού. Ο λοχαγός (...) εχτύπησεν τον Κων/ίνον        

Παπαβλασόπουλο, Νικόλαον Κοντομάρην και Σπυρίδωνα Γαρδικιώτη, συγχρόνως δε εξέδωσεν διαταγήν δια της οποίας απηγόρευεν την κυκλοφορίαν από την 8ην μ.μ. Αποτέλεσμα ταύτης της διαταγής υπήρξε το να εμποδιστούν οι εργάται οι οποίοι εδούλευαν σε ξένα κτήματα να επιστρέψουν εις τας οικίας των. Μερικοί δε εξ' αυτών, τους οποίους εβρήκαν οι Εθνοφύλακες καθ' οδόν πηγαίνοντες εις τας οικίας των τους εχτύπησαν, όπως τους Πέτρον Κοντομάρην, Γεώργιον Γαρδικιώτην και Χαράλαμπον Κοντομάρην (...) Δωδεκαμελής επιτροπή των κατοίκων παρουσιάσθη εις τον Σταθμάρχην Χωροφυλακής, Ανθυπομοίραρχον (...)». 

Μάταια ζητούσαν «την άμεσον τιμωρίαν των υπευθύνων των τρομοκρατικών αντιλαϊκών ενεργειών» και «τον σεβασμόν των Λαϊκών ελευθεριών αι οποίαι έχουν διακηρυχθή και υπό των Μεγάλων μας Συμμάχων».   

Υπάρχουν λοιπόν στο νησί και πολλοί ιδιαίτεροι λόγοι, πέρα από τους γενικούς, που δικαιολογούν την οργάνωση και την πραγματοποίηση, συμβολικά στη Λευκίμμη, της εκδήλωσης τιμής και μνήμης για τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας που αποφάσισε  η Οργάνωση των Κερκυραίων κομμουνιστών, με βασικό ομιλητή τον Νίκο Σοφιανό, μέλος του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ του ΚΚΕ, καθώς φέτος συμπληρώνονται τα 80 χρόνια από την ίδρυσή του.    

* Στην εισαγωγική φωτογραφία στην κορυφή του θέματος: Κερκυραίος αντάρτης σε μονάδα του ΔΣΕ στη Μουργκάνα (αρχείο οικογένειας Καλλιόπης Καλογεροπούλου στη Λευκίμμη).

* Βασικές πηγές - Συνεργασίες: corfucommunists.gr, Ν. Ασπιώτης «Δεν υπάρχει Θεός για μένα, κι αν υπάρχει, είναι τρελός...» (δίστιχο που τραγουδούσε λαϊκός αγωνιστής στη Λευκίμμη την περίοδο του Μεσοπολέμου), Επιμορφωτικό Κέντρο Βιβλιοθήκη Χαρίλαος Φλωράκης, Ν. Ζιάγκος «Νέες σελίδες για τον Εμφύλιο Πόλεμο» και «Αγγλικός ιμπεριαλισμός και Εθνική Αντίσταση», Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ «Έπεσαν για τη ζωή», Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Κέρκυρας, Γ.Α.Κ. Αρχεία Ν. Κέρκυρας (αρχεία Εισαγγελίας Εφετών και Νομαρχίας).  

ΑΛΕΚΟΣ ΚΑΣΤΡΙΝΟΣ

Read next

  • Facebook
  • X
  • LinkedIn
  • Threads
  • Pinterest
  • WhatsApp
  • Telegram
  • Trello
  • Email
  • Κέρκυρα
  • Κέρκυρα
  • Αρχική
  • Επικαιρότητα
  • Εκπαίδευση
  • Διεθνή
  • Ιστορία
  • Πολιτισμός
  • Επιστήμη - Θεωρία - Ιδεολογία
  • Αθλητικά
  • Κοινωνικά
  • Κέρκυρα
    • Περιφ. Ιονίων Νήσων
  • Ποιοι Είμαστε

Διάβασε ακόμα...   

Η Κέρκυρα τα χρόνια του ΔΣΕ, ο πρώτος νεκρός της και οι «16» της Λευκίμμης
Κέρκυρα 22-08-26

Η Κέρκυρα τα χρόνια του ΔΣΕ, ο πρώτος νεκρός της και οι «16» της Λευκίμμης

Τι σπουδάζουν οι νέοι στην ΕΕ: Πρώτες σε δημοφιλία επιχειρήσεις, διοίκηση και νομική – Πού υπερέχουν οι γυναίκες, τι ισχύει στην Ελλάδα
Εκπαίδευση 22-08-26

Τι σπουδάζουν οι νέοι στην ΕΕ: Πρώτες σε δημοφιλία επιχειρήσεις, διοίκηση και νομική – Πού υπερέχουν οι γυναίκες, τι ισχύει στην Ελλάδα

Ακυρώθηκε και η τελευταία άφιξη του ισραηλινού Crown Iris στη Σύρο
Επικαιρότητα 22-08-26

Ακυρώθηκε και η τελευταία άφιξη του ισραηλινού Crown Iris στη Σύρο

Oι δυναμικές και μαχητικές διαδηλώσεις στη Σύρο αλλά και σε όλη τη χώρα – και στον Πειραιά πριν από μία εβδομάδα- ανάγκασαν την ισραηλινή εταιρεία στην οποία ανήκει να ακυρώσει...

Η ΓΑΛΛΙΣ
Κέρκυρα 22-08-26

Η ΓΑΛΛΙΣ

Στον πάτο της ΕΕ η Ελλάδα στις δαπάνες για την εκπαίδευση – Μαζί με Ρουμανία, Μάλτα
Εκπαίδευση 22-08-26

Στον πάτο της ΕΕ η Ελλάδα στις δαπάνες για την εκπαίδευση – Μαζί με Ρουμανία, Μάλτα

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΟΛΜΕ δεν έχει δημοσιοποιήσει το ομόφωνο ψήφισμα του 22ου Συνεδρίου για τη Χρύσα Χοτζόγλου
Εκπαίδευση 22-08-26

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΟΛΜΕ δεν έχει δημοσιοποιήσει το ομόφωνο ψήφισμα του 22ου Συνεδρίου για τη Χρύσα Χοτζόγλου

 Η Ελλάδα 3,5 χρόνια μετά τη δήλωση Μητσοτάκη για νέα τρένα, ΤΙΠΟΤΑ
Επικαιρότητα 21-08-26

Η Ελλάδα 3,5 χρόνια μετά τη δήλωση Μητσοτάκη για νέα τρένα, ΤΙΠΟΤΑ

Ο Σύλλογος
Κέρκυρα 21-08-26

Ο Σύλλογος

«Москва вызывает Корфу»  ή «ΜΟΣΧΑ ΚΑΛΕΙ ΚΟΡΦΟΥΣ »
Κέρκυρα 21-08-26

«Москва вызывает Корфу» ή «ΜΟΣΧΑ ΚΑΛΕΙ ΚΟΡΦΟΥΣ »

Τραγωδία στις Αλυκές Λευκίμμης: Νεκρός 77χρονος 
Κέρκυρα 21-08-26

Τραγωδία στις Αλυκές Λευκίμμης: Νεκρός 77χρονος 

Για το Παλλαϊκό Συλλαλητήριο της Δ.Ε.Θ. στις 5 Σεπτέμβρη
Κέρκυρα 21-08-26

Για το Παλλαϊκό Συλλαλητήριο της Δ.Ε.Θ. στις 5 Σεπτέμβρη

Έμαθες παιδί μου γράμματα;
Εκπαίδευση 21-08-26

Έμαθες παιδί μου γράμματα;

Αναπληρωτές εκπαιδευτικοί: Πώς σχεδιάζεται μια οικογένεια όταν κάθε χρόνο δεν ξέρεις πού θα δουλεύεις;
Εκπαίδευση 21-08-26

Αναπληρωτές εκπαιδευτικοί: Πώς σχεδιάζεται μια οικογένεια όταν κάθε χρόνο δεν ξέρεις πού θα δουλεύεις;

Η πολεμοτρομοϋστερία είναι ο καπνός παραλλαγής που προσπαθεί να κρύψει τη συμμετοχή της Ελλάδας στον  ιμπεριαλιστικό πόλεμο κατά του Ιράν
Διεθνή 21-08-26

Η πολεμοτρομοϋστερία είναι ο καπνός παραλλαγής που προσπαθεί να κρύψει τη συμμετοχή της Ελλάδας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο κατά του Ιράν

Πρωταθλητές στην εργασιακή γαλέρα της ΕΕ: Η «τεμπελιά» των Ελλήνων πνίγεται στα 40ωρα της εκμετάλλευσης
Επικαιρότητα 20-08-26

Πρωταθλητές στην εργασιακή γαλέρα της ΕΕ: Η «τεμπελιά» των Ελλήνων πνίγεται στα 40ωρα της εκμετάλλευσης

Είμαστε για τα πανηγύρια
Κέρκυρα 20-08-26

Είμαστε για τα πανηγύρια

Δολοφονική πυρκαγιά στη Σαλαμίνα –  Ένα  ακόμη έγκλημα της κρατικής αδιαφορίας
Εκπαίδευση 20-08-26

Δολοφονική πυρκαγιά στη Σαλαμίνα – Ένα ακόμη έγκλημα της κρατικής αδιαφορίας

drepani.gr

Μια από τις ονομασίες με τις οποίες ήταν γνωστή η Κέρκυρα στην αρχαιότητα ήταν και η Δρεπάνη. Όνομα που χρησιμοποιήθηκε λόγω του σχήματός της. Η Δρεπάνη ταυτίζεται με το όπλο με το οποίο ο Κρόνος σκότωσε τον πατέρα του τον Ουρανό.

argyrades.gr

Σελίδες για τη ζωή, την ιστορία, τον πολιτισμό, στην Κέρκυρα. Με κριτική ματιά στην επικαιρότητα.

drepani
Copyright © 2026 drepani.gr. Με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος.
Το Joomla! είναι Ελεύθερο Λογισμικό που διατίθεται σύμφωνα με τη Γενική Δημόσια Άδεια Χρήσης GNU.