06-05-2026 19:21
Κοινωνικά
- Κατηγορία: Κέρκυρα
Οι μελωδίες που μας κουβαλούν
Γράφει ο Μάκης Αρμένης*
Όταν ξεκίνησα, αντίκρισα ένα ποτάμι. Δεν ήταν από νερό. Ήταν από τραγούδια. Κυλούσε ανάμεσα στα χρόνια, περνούσε από αυλές και καφενεία, από γιορτές και πένθη, από έρωτες που άνθισαν και από άλλους που έμειναν μισοί. Και καθώς προχωρούσε, κουβαλούσε μαζί του τις ζωές μας.
Σ' αυτόν τον τόπο, μπορεί να έλειψε το ψωμί και η ελευθερία, το τραγούδι όμως πάντα έβρισκε τρόπο να επιβιώνει, σαν νερό που βρίσκει χαραμάδα στον βράχο. Δεν ήταν μόνο διασκέδαση. Ήταν παρηγοριά, εξομολόγηση, μνήμη. Ήταν ένας τρόπος να στεκόμαστε όρθιοι.
Όλα αρχίζουν από μια μελωδία στο μυαλό ενός συνθέτη, από λίγες λέξεις στο χαρτί ενός στιχουργού. Κι ύστερα το τραγούδι φεύγει από κοντά τους. Γίνεται άρωμα, γίνεται πρόσωπο, γίνεται μια νύχτα που δεν ξεχάστηκε ποτέ. Γίνεται μια αναχώρηση στο λιμάνι, μια επιστροφή τα ξημερώματα, ένα βλέμμα που κράτησε περισσότερο απ’ όσο άντεχε ο χρόνος.
Κάπου εκεί παύει να ανήκει στους δημιουργούς του. Ο «αλήτης» δεν είναι πια ο αλήτης που φαντάστηκε ο στιχουργός. Ο «ξενύχτης» δεν είναι εκείνος που είχε στο νου του ο συνθέτης. Καθένας αναγνωρίζει μέσα στους ίδιους στίχους τη δική του ιστορία. Έτσι, χιλιάδες διαφορετικές ζωές συναντιούνται στην ίδια μελωδία.
Γι’ αυτό τα μεγάλα τραγούδια δεν γερνούν. Δεν αφηγούνται γεγονότα. Αφηγούνται ανθρώπους. Τη λαχτάρα, την απώλεια, την προσμονή, τη μοναξιά, τον έρωτα. Όσα αλλάζουν πρόσωπα, μα μένουν ίδια στην ουσία τους.
Ίσως γι’ αυτό στην Ελλάδα μάθαμε να τραγουδάμε ακόμη και τη θλίψη μας. Να δίνουμε ρυθμό στον καημό και βήμα στη σιωπή. Δεν είναι τυχαίο ότι ο θρήνος μιας μάνας στον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου, όταν συνάντησε τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, βγήκε από τις σελίδες της ποίησης και πέρασε στις γειτονιές, στις παρέες, στα γλέντια και στα ξενύχτια. Ένας σπαραγμός έγινε ζεϊμπέκικο. Και το ζεϊμπέκικο έγινε κοινό βίωμα.
Αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμη των τραγουδιών. Δεν φυλακίζουν τις αναμνήσεις. Τις κρατούν ζωντανές. Γι’ αυτό, όταν χρόνια αργότερα ακουστεί μια παλιά μελωδία, δεν ακούμε μόνο τη φωνή του τραγουδιστή. Ακούμε τις φωνές όσων αγαπήσαμε, όσων χάσαμε, όσων περπάτησαν δίπλα μας και χάθηκαν στη στροφή του δρόμου.
Για λίγα λεπτά ο χρόνος υποχωρεί. Οι αποστάσεις μικραίνουν. Και τότε καταλαβαίνουμε πως τα τραγούδια δεν ταξιδεύουν μέσα στη ζωή μας. Εμείς ταξιδεύουμε μέσα σ’ αυτά, αφήνοντας σε κάθε στίχο ένα κομμάτι από τον εαυτό μας, μέχρι που μια μέρα τον συναντάμε ξανά να μας περιμένει εκεί.
*Ο Μάκης Αρμένης είναι δημοσιογράφος - Το κείμενο από την προσωπική του σελίδα στο FACEBOOK
Δύο χρόνια χωρίς τον σύντροφο Στάθη Κωνσταντόπουλο
Συμπληρώνονται σήμερα δύο χρόνια από τον θάνατο του συντρόφου Στάθη Κωνσταντόπουλου, ενός ανθρώπου που αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην υπόθεση του κομμουνιστικού κινήματος, της εργατικής τάξης...
Πλοίαρχος γενοκτονικού Κρουαζιερόπλοιου ‘’CROWN IRIS’’ ‘’Κρυφτείτε στα αμπάρια, στις καμπίνες και στα σαλόνια’’
Όταν οι εκπαιδευτικοί εγκαταλείπουν το σχολείο: Το βρετανικό παράδειγμα και τα μηνύματα για την Ελλάδα