06-28-2026 17:57
Εκπαίδευση
- Κατηγορία: Επικαιρότητα
Η πολιτική της εξαπάτησης και τα καθήκοντα για την εργατική χειραφέτηση
«Τα γεγονότα και οι εναλλαγές στην πάλη ενάντια στο κεφάλαιο, οι ήττες πιο πολύ από τις νίκες, δεν μπορούσαν να μη δώσουν στους αγωνιζόμενους να νιώσουν πόσο ανεπαρκείς ήταν οι ως τότε πανάκειές τους, δεν μπορούσαν να μην τους κάνουν να κατανοήσουν βαθιά τους αληθινούς όρους της χειραφέτησης των εργατών. Και ο Μαρξ είχε δίκιο». Με την αναφορά αυτή ο Ένγκελς στον πρόλογό του (1890) για το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» θα συμφωνήσει αφού μαζί υπήρξαν οι πρώτοι που απέδειξαν ότι πίσω από τις περίπλοκες πολιτικές, θρησκευτικές και ηθικές διακηρύξεις των κομμάτων, κρύβονται πάντα τα υλικά, οικονομικά συμφέροντα συγκεκριμένων κοινωνικών τάξεων. Υπό μία γενική έννοια μάλιστα «οι ιδέες της κεφαλαιοκρατικής τάξης είναι σε κάθε περίοδο οι κυρίαρχες, δηλαδή η τάξη που αποτελεί την κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας είναι ταυτόχρονα η κυρίαρχη πνευματική της δύναμη» (Κ. Μαρξ: Γερμανική ιδεολογία). Στο πεδίο της πολιτικής, οι ιδέες δεν γεννιούνται στο κενό, αντίθετα αντανακλούν τα υλικά και οικονομικά συμφέροντα συγκεκριμένων κοινωνικών τάξεων, η αποκάλυψη των οποίων έχει σημαντική συνεισφορά στην πορεία της χειραφέτησης της εργατικής τάξης.
Υπό αυτή την έννοια ο Βλαντιμίρ Λένιν στο έργο του «Τα τρία συστατικά μέρη και οι τρεις πηγές του μαρξισμού» (1913) συμπυκνώνει την ουσία αυτής της υλιστικής αντίληψης όπου αναφέρει: «Η πολιτική εξαπάτηση και η ψευδαίσθηση αποτελούν δομικά εργαλεία της άρχουσας τάξης για τη διατήρηση της εξουσίας της. Η παρούσα εργασία αναλύει τον μηχανισμό αυτής της εξαπάτησης, τον τρόπο με τον οποίο οι κυρίαρχες τάξεις χρησιμοποιούν το εποικοδόμημα (ιδεολογία, θρησκεία, ηθική) για να συσκοτίσουν την πραγματικότητα, και αναδεικνύει τα καθήκοντα των κομμουνιστών για την αφύπνιση και την οργάνωση της εργατικής τάξης». Στην ουσία ο Λένιν αποδομεί τη θεωρία ότι το κράτος είναι ένας ουδέτερος θεσμικός επικεφαλής, ένας διαιτητής που στέκεται υπεράνω των κοινωνικών τάξεων. Αντίθετα, υποδεικνύει ότι κάθε κράτος είναι ταξικό, αποτελεί το κύριο εργαλείο και προϊόν της ασυμβίβαστης φύσης των ταξικών αντιθέσεων, σχεδιασμένο να διατηρεί στον καπιταλισμό την κυριαρχία των εκμεταλλευτριών τάξεων.
Είναι ένα δύσκολο και δύσβατο «έργο» και είμαστε «λίγοι» για τη διεκπεραίωσή του. Δώσαμε και δίνουμε τη μάχη με θάρρος και αυταπάρνηση γιατί έχουμε το εργαλείο της ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης, έχουμε απαντήσεις (όχι όλες), θέσεις και μελέτες διαμορφωμένες κάτω από το φως του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού.
Η κατασκευή της «πραγματικότητας» και η ταξική πάλη
Η πολιτική της εξαπάτησης και του αποπροσανατολισμού δεν ταυτίζεται απλώς με τα συνειδητά ψέματα των πολιτικών και απολογητών του κοινωνικού συστήματος της μισθωτής σκλαβιάς και της υποτέλειας. Αποτελεί τη συστηματική ροή της αντιδραστικής καθ’ όλα μεταφυσικής αστικής ιδεολογίας, από κάθε «πόρο» του συστήματος. Είναι ισχυρός και πολυδαίδαλος ο ιδεολογικός μηχανισμός της κυρίαρχης εκμεταλλεύτριας τάξης, μπορεί να συγκαλύπτει τους πιο απάνθρωπους υλικούς όρους της μισθωτής σκλαβιάς υπονομεύοντας την ταξική πάλη. Ακόμη και όταν χάνει την εξουσία η αστική τάξη η ιδεολογία της σαν το «ζιζάνιο φυτρώνει» αθόρυβα και ύπουλα, προτού καν συνειδητοποιηθεί η παρουσία της. Πόσες εφόδους προς τον ουρανό και πόσα πισωγυρίσματα έζησε ο πλανήτης που αναδεικνύουν τις δικές μας ευθύνες, αδυναμίες και ελλείψεις στο να κατανοήσουμε και να αναχαιτίσουμε έγκαιρα την αστική ιδεολογική επίθεση.
Η αστική τάξη σπάνια υπερασπίζεται τα συμφέροντά της επικαλούμενη ωμά οικονομικά κίνητρα, δεν θέλει να φαντάζει κυνική απέναντι στην εργατική τάξη και το λαό. Αντίθετα, επιστρατεύει αφηρημένες έννοιες όπως η ιδέα της «κοινωνικής δικαιοσύνης», της ανάπτυξης ή της «ταξικής συνεργασίας», η οποία αποσκοπεί στην άμβλυνση και αποτροπή της ταξικής σύγκρουσης. Πολλοί λαϊκοί άνθρωποι και μεγάλοι αγώνες πέφτουν θύματα ψευδαισθήσεων-αυταπατών επειδή «ενστερνίζονται» αυτές τις ιδέες, πιστεύουν ότι το κράτος παρά τις επιμέρους αμφισβητήσεις μεριμνά για το «κοινό καλό» ή το «εθνικό συμφέρον». Διά των αστικών κομμάτων κάθε πολιτικής απόχρωσης, μέσω του κοινοβουλευτισμού και των εκλογών, υπόσχονται μεταρρυθμίσεις και ευημερία για όλους, κρύβοντας ότι η καπιταλιστική κερδοφορία προϋποθέτει τη συμπίεση των εργατικών δικαιωμάτων, την περιστολή των δημοκρατικών ελευθεριών και του όποιου κοινωνικού κράτους. Ακόμη και η θρησκεία χρησιμοποιείται ιστορικά ως μέσο κατευνασμού και μετατόπισης της δικαίωσης σε μια μεταθανάτια ζωή, νομιμοποιώντας την υπάρχουσα κοινωνική ιεραρχία.
Η πρόσφατη αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα, με την ίδρυση της «Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης» (ΕΛ.Α.Σ.), του κόμματος «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» και αργότερα ίσως του κόμματος Σαμαρά, δεν αποτελεί μια αυθόρμητη ή ριζοσπαστική διέξοδο για τα λαϊκά στρώματα. Σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης νομιμοποίησης, όπου η αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική προκαλεί έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια, η μονοπωλιακή αστική τάξη έχει ανάγκη από νέα αναχώματα ώστε η εκρηκτική λαϊκή οργή να μη μετατραπεί σε συνειδητή ταξική πάλη. Μια από τις πιο επικίνδυνες μορφές αυτής της εξαπάτησης είναι η σοσιαλδημοκρατία και ο ρεβιζιονισμός, η αντίληψη δηλαδή ότι ο καπιταλισμός μπορεί να εξανθρωπιστεί μέσω σταδιακών βελτιωτικών διορθώσεων.
Γιατί η πολιτική ωριμότητα των μαζών -παρά τους αντικειμενικούς υλικούς όρους δεν έρχεται αυτόματα ως αποτέλεσμα απλής εμπειρίας, αφού στην επαναλαμβανόμενη εδώ και χρόνια εκλογική διαδικασία, παρά την επανάληψη τέτοιων κομματικών εγχειρημάτων, επειδή το αστικό σύστημα παίρνει τα μέτρα του- παραμένει εγκλωβισμένη. Οι μάζες συνεχίζουν να ψηφίζουν κατά των συλλογικών τους συμφερόντων, επιλέγοντας ανάμεσα σε διαφορετικούς παλιούς ή νέους διαχειριστές του ίδιου ληστρικού συστήματος.
Ο δρόμος προς τη χειραφέτηση – Τα καθήκοντά μας
Για να πάψουν η εργατική τάξη και ο λαός να είναι θύματα εξαπάτησης, αποπροσανατολισμού και νέων αυταπατών, μια συγκεκριμένη πολιτική διαδικασία υπάρχει: η συνεχής αποκάλυψη των πραγματικών ταξικών οικονομικών συμφερόντων πίσω από κάθε κυρίαρχη ρητορική και πρακτική. Όταν ένα πολιτικό κόμμα κυβερνητικό ή όχι στην ευρύτερη κοινωνία προτείνει ένα μέτρο (π.χ. μείωση φορολογίας, εργασιακή μεταρρύθμιση κ.ά.), το ερώτημα δεν πρέπει να είναι αν αυτό ακούγεται «δίκαιο», αλλά: «Ποια τάξη ή τμήμα της τάξης σε τελική ανάλυση ωφελείται από αυτό;» Αυτή η διαδικασία επανασυνδέει την αστική πολιτική και τις παραφυάδες της σε κάθε επίπεδο με την οικονομική βάση, το βάρβαρο σύστημά τους και οδηγεί στο σωστό ταξικό προσανατολισμό. Η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία ξεσκίζει με αυτό τον τρόπο το πέπλο των αφηρημένων εννοιών και αποδεικνύει ότι πίσω από τη «δημοκρατία» των αστών, τις μεγαλόστομες διακηρύξεις κρύβεται η δικτατορία του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου, η κυριαρχία της ξενόδουλης μεγαλοαστικής τάξης και των φερεφώνων της, και πίσω από την «ελευθερία» κρύβεται η ελευθερία εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Απέναντι σε αυτό το μηχανισμό μαζικής εξαπάτησης, οι κομμουνιστές δεν είναι παθητικοί παρατηρητές, τα καθήκοντά τους καθορίζονται από την ανάγκη μετατροπής της (εργατικής) τάξης «καθεαυτή» (μιας ομάδας ανθρώπων που απλώς μοιράζονται την ίδια οικονομική θέση) σε τάξη «για τον εαυτό της» (συνειδητοποιημένης για την ιστορική της αποστολή).
Το πρώτο και θεμελιώδες καθήκον είναι η συνεχής, ανυποχώρητη, ιδεολογική σύγκρουση με την αστική και μικροαστική ιδεολογία. Οι κομμουνιστές οφείλουν να αναλύουν τα τρέχοντα πολιτικά γεγονότα με ταξικά κριτήρια. Πρέπει να εξηγούν στο λαό ότι οι πόλεμοι, η ακρίβεια και η ανεργία δεν είναι «φυσικά φαινόμενα» ή λάθη κυβερνητικής διαχείρισης, αλλά νομοτελειακές συνέπειες του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος. Οφείλουν να ασκούν διεξοδική και πειστική κριτική σε εκείνες τις δυνάμεις εντός του εργατικού κινήματος που καλλιεργούν αυταπάτες για τη δυνατότητα διαχείρισης του καπιταλισμού με «προοδευτικό» πρόσημο και δεν στηρίζουν την ενότητα της τάξης.
Όπως τόνισε ο Λένιν στο «Τι να κάνουμε;», η εργατική τάξη από μόνη της, μέσω των αυθόρμητων οικονομικών αγώνων της, μπορεί να αναπτύξει μόνο μια τρέιντ-γιουνιονιστική συνείδηση. Δηλαδή, την επιδίωξη καλύτερων όρων πώλησης της εργατικής της δύναμης μέσα στο υπάρχον σύστημα. Η πολιτική χειραφέτηση, η μετάβαση από την «αφέλεια» της πολιτικής αυταπάτης στην επιστημονική κατανόηση της κοινωνίας και την αναγκαιότητα ανατροπής της απαιτεί την είσοδο της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας ως εργαλείο ανάλυσης μέσα στην ίδια την τάξη. Είναι και δικό μας δύσκολο και μακρόπνοο καθήκον για να τα καταφέρουμε.
«Στον αγώνα μας για την απελευθέρωση του κινεζικού λαού υπάρχουν διάφορα μέτωπα, μεταξύ των οποίων τα μέτωπα της πένας και του όπλου, το πολιτιστικό και το στρατιωτικό μέτωπο. Για να νικήσουμε τον εχθρό, πρέπει να βασιστούμε κυρίως στον στρατό με όπλα. Αλλά αυτός ο στρατός από μόνος του δεν είναι αρκετός. Πρέπει επίσης να έχουμε έναν πολιτιστικό στρατό, ο οποίος είναι απολύτως απαραίτητος για την ένωση των τάξεών μας και την ήττα του εχθρού» (Μάο Τσετούνγκ, «Για τη Λογοτεχνία και την Τέχνη», Γενάν, Μάιος 1942). Στις νέες δύσκολες συνθήκες «[…] να δυναμώσουμε το μέτωπο απόκρουσης της αντιλαϊκής πολιτικής ενισχύοντας τον μαζικό εξωκοινοβουλευτικό αγώνα, σε διαρκή πάλη με τις πολιτικές κατευθύνσεις που τον υπονομεύουν» (7ο συνέδριο Μ-Λ ΚΚΕ).
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ – αντιτετράδια της εκπαίδευσης: Συνταγματική αναθεώρηση: Ένα ακόμα βαθιά αντιδραστικό εγχείρημα
Στις 2 Φεβρουαρίου 2026 ο Μητσοτάκης με διάγγελμά του και με επιστολή του προς τους βουλευτές της ΝΔ άνοιξε τη διαδικασία για μια νέα αναθεώρηση του Συντάγματος, την πέμπτη κατά...
Εκδήλωση: «Απαγόρευση της συλλογικής ζωής, περιστολή της ελεύθερης έκφρασης και καταστολή των αγώνων στα πανεπιστήμια», Παρασκευή 3/7
Η ΠΕΣΕΚ συνεισφέρει έμπρακτα στη στήριξη του λαού της Κούβας που δοκιμάζεται από την επιθετικότητα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού