05-03-2026 19:04
Ιστορία
- Κατηγορία: Ιστορία
Σαν σήμερα 3 Μάη 1890 πεθαίνει ο Ρόκκος Χοϊδάς: Ο πρώτος σοσιαλιστής βουλευτής
Ο ίδιος σε μία αγόρευσή του στη Βουλή είχε αυτοχαρακτηριστεί ως «κοινωνιστής».
Η Ελλάδα και τα Βαλκάνια ζούσαν στη δεκαετία 1870 – 1880 μέσα σε δημοκρατική επαναστατική ατμόσφαιρα. Τα αποδεικτικά φαινόμενα είναι γνωστά: οι εθνικο-απελευθερωτικοί πόλεμοι των βαλκανικών λαών που ολοκληρώθηκαν με το ρωσοτουρκικό πόλεμο το 1878. Η Τουρκία υποχρεώθηκε από τη νικήτρια Ρωσία να παραχωρήσει αυτονομία στις βαλκανικές χώρες με όρους υποτέλειας. Στην Ελλάδα, το Συνέδριο του Βερολίνου έδωσε τη νότια ‘Ήπειρο – την περιοχή της Άρτας και τη Θεσσαλία μέχρι την Μελούνα, αφήνοντας έξω την περιοχή της Ελασσόνας, τον Όλυμπο και τη Μακεδονία, πέρα από τα Τέμπη.
Σαν σήμερα, 3 Μαίου 1890, πεθαίνει ο αγωνιστής Βουλευτής, πρώην αντεισαγγελέας εφετών, Ρόκκος Χοϊδάς, στις φυλακές Χαλκίδας (η, σύμφωνα με άλλες πηγές, λίγες μέρες αφού αποφυλακίστηκε, ετοιμοθάνατος).
Γεννήθηκε στο Ναύπλιο, το 1830. Σπούδασε νομικά στην Ιταλία και την Αθήνα και ακολούθησε τον δικαστικό κλάδο, φτάνοντας μέχρι τον βαθμό του αντιεισαγγελέα Εφετών.
Στην διάρκεια της δικαστικής του καριέρας αγωνίστηκε με πάθος για την εξάλειψη της ληστείας, αληθινή μάστιγα την εποχή του, ενάντια στην διαφθορά και για την υπεράσπιση των λαϊκών τάξεων.
Από την θέση του αντιεισαγγελέα Εφετών στη Αθήνα θα αναλάβει μεγάλες δικαστικές υποθέσεις και σύντομα εφημερίδες της εποχής, (όπως πχ η εφημερίδα της Χαλκίδας Ευβοϊκός Κήρυξ, φερέφωνο του μεγαλοτσιφλικά και Βουλευτή Χαλκίδας Α. Αβέρωφ), θα ξεσπάσουν εναντίον του με έναν πόλεμο λάσπης και χυδαιότητας.
Απογοητευμένος από την εκτεταμένη διαφθορά και τις πολιτικές επεμβάσεις στο δικαστικό σώμα, παραιτήθηκε το 1874. Για να μπορεί να μιλά ελεύθερα, όπως μιλούσε πάντοτε, αλλά και χωρίς να τον ενοχλούν, παραιτήθηκε από εισαγγελεύς και δικηγορούσε στα δικαστήρια, υπερασπίζοντας τους πελάτες του δωρεάν. Από τότε, ασχολήθηκε μαχητικά με την πολιτική και την αρθρογραφία. Όταν παράτησε την εισαγγελική ιδιότητα και περιεβλήθη τη δικηγορική, άρχισε νέον πόλεμο κατά της βασιλείας και υπέρ της δημοκρατίας.
Θεωρείται η πλέον μαχητική περίπτωση "κοινωνιστή" (έτσι έλεγαν τότε τους σοσιαλιστές) Βουλευτή στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.
Το ξεκίνημα της πολιτικής του πορείας σημαδεύτηκε από μια μονομαχία. Το 1874, σε λαϊκή συγκέντρωση στο Σύνταγμα εναντίον των αυθαιρεσιών του πρωθυπουργού Βούλγαρη, ο φιλομοναρχικός βουλευτής Στάικος, έβρισε τους συγκεντρωμένους. Ο Χοϊδάς αντέδρασε και η φιλονικία κατέληξε σε μονομαχία με πιστόλια, κατά την οποία ο Χοϊδάς τραυματίστηκε στον πνεύμονα.
Στην Κεφαλονιά ο Παναγιώτης Πανάς, παλιός συνεπής ριζοσπάστης και τώρα ουτοπιστής σοσιαλιστής ανέλαβε την πρωτοβουλία της οργάνωσης των συνεπών δημοκρατών σε πολιτικό κόμμα, αντιμοναρχικό δημοκρατικό. Γι’ αυτό το σκοπό από το 1874 εκδίδει στην Κεφαλονιά την βδομαδιάτικη εφημερίδα «’Εξέγερση». Εξ αιτίας διαφωνιών που προέκυψαν ανάμεσα στους συνεργάτες του, εγκαταλείπει την «Εξέγερση» και εκδίδει στην τον «Εργάτη». στις 5 Ιούλη 1875.
Το 1875 ο Ρόκκος Χοϊδάς θέτει υποψηφιότητα στις Bουλευτικές εκλογές στην περιφέρεια της Κεφαλλονιάς. Συμμετείχε στην οργάνωση «Ρήγας» μαζί με άλλους ομοϊδεάτες του, με σκοπό την αναβίωση των οραμάτων του Ρήγα Φεραίου. Θεωρούσε τη βασιλεία τροχοπέδη για τον εκδημοκρατισμό της Ελλάδας κι επιδόθηκε σε σφοδρούς αγώνες κατά της μοναρχίας. Πολιτεύτηκε στην επαρχία της Κραναίας. Επιλέγει να περιφέρεται από πόρτα σε πόρτα ώστε να ακούει από πρώτο χέρι ζητήματα που του θέτουν οι ψηφοφόροι. Καταργώντας τις χειραψίες και τους υποσχετικούς λόγους, ο Χοϊδάς κατεβαίνει με ανεξάρτητο συνδυασμό που δεν συνδέεται με το πολιτικό σύστημα της εποχής.
Η επιτυχία του στις εκλογές θα πανηγυριστεί σαν "θρίαμβος των δημοκρατικών ιδεών". Μετά τη νίκη του, αρχίζει νέα περιοδεία στην εκλογική του περιφέρεια, σε αντίθεση με τη συνηθισμένη εξαφάνιση των Βουλευτών μετά την εκλογή τους. Ο κόσμος ενθουσιάζεται . Πολιτικοί αντίπαλοι στήνουν ενέδρα και θα καταφέρει να ξεγλιστρήσει την τελευταία στιγμή.
Μαχητικός αντιμοναρχικός, επιδόθηκε σε σφοδρούς αγώνες κατά της μοναρχίας. Ως κοινοβουλευτικός, διακρίθηκε για τη ρητορική του δεινότητα.
Αλλά επειδή αρνήθηκε να δώσει Βουλευτικό όρκο στο όνομα του βασιλιά, οι ομιλίες του δεν διασώθηκαν, καθώς οι πρόεδροι της Βουλής, κατά την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τον Χαρίλαο Τρικούπη και τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, φρόντιζαν να μην τις συμπεριλαμβάνουν στα πρακτικά, για να μη ... δυσαρεστήσουν τον ανώτατο άρχοντα.
Όταν δίνεται ο λόγος στον Χοϊδά, στα πρακτικά αναφέρεται στερεότυπα η φράση: "Όρα παράρτημα". Αλλά στο παράρτημα δεν υπάρχει λέξη!
Στην Βουλή, πρωτοστατούσε στις καταγγελίες ενάντια στην διαφθορά, στις προτάσεις για υπεράσπιση των λαϊκών στρωμάτων αλλά και σε άλλες προτάσεις, όπως την κατάργηση της θανατικής ποινής, της ισόβιας κάθειρξης και της προσωπικής κράτησης. Ήταν η εποχή που το καθεστώς στην Ελλάδα επέτρεπε θανατικές εκτελέσεις με λαιμητόμο και μάλιστα σε δημόσια θέα.
Το 1878, όταν εκδηλώθηκαν λαϊκές εξεγέρσεις στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία, ο Χοϊδάς είχε ενεργό συμμετοχή. Αρχίζει νέο, ανελέητο, κυνήγι εναντίον του απ’ο την φιλομοναρχική παράταξη και διάφορους (παρα)κρατικούς, με αποτέλεσμα να μην επανεκλεγεί βουλευτής Κραναίας το 1879 και Αττικοβοιωτίας το 1881.
Το 1883, εκλέχτηκε Βουλευτής, αυτή τη φορά στην Αττική. Και στη δεύτερη θητεία του συνεχίζει τις καταγγελίες μέσα στην Βουλή και την αντιμοναρχική του δράση.
Η παρουσία του στη Βουλή τερματίστηκε στις 14 Νοεμβρίου 1885, όταν υπέβαλε την παραίτησή του από το βουλευτικό αξίωμα, μετά την καταψήφιση του νομοσχεδίου του «Περί τιμωρίας των καταχρωμένων τα δημόσια χρήματα». Πολλοί συνάδελφοί του προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Λίγες ημέρες αργότερα παρακρατικά στοιχεία επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν στα σκαλιά του κοινοβουλίου. Στην υπόθεση φερόταν αναμεμιγμένος ο τότε αστυνομικός διευθυντής Αθηνών Κοκκινόπουλος. Η παραίτηση του δεν έγινε αποδεκτή, όμως δεν επανήλθε στη Βουλή, συνεχίζοντας τους δημοκρατικούς του αγώνες έξω από το κοινοβούλιο.
Ίδρυσε το Λαϊκό Κόμμα, που διαλύθηκε γρήγορα. Στήριξε τον αναρχικό "Δημοκρατικό Σύλλογο Πατρών" και τον "Σοσιαλιστικό Σύνδεσμό" του Σταύρου Καλλέργη. Συνεργάστηκε με τον Κλεάνθη Τριανταφύλλου στο πολιτικό σατιρικό περιοδικό "Ραμπαγάς".
Τον Σεπτέμβρη του 1888, δημοσίευσε δύο άρθρα του στο περιοδικό, που θεωρήθηκαν "υβριστικά" για την κυβέρνηση, τον Βασιλιά Γεώργιο Α΄ και τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο.
Με πιθανή συναίνεση και του Χαρίλαου Τρικούπη, συνελήφθη, οδηγήθηκε σε δίκη στην Άμφισσα, όπου τον Μάιο του 1889 στην απολογία του κατηγόρησε δριμύτατα τους αυλοκόλακες και τα βασιλικά κόμματα της εποχής.
Καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση, αρνήθηκε να υποβάλει αίτηση χάριτος στον βασιλιά και οδηγήθηκε στις φυλακές της Χαλκίδας.
Η επιβαρυμένη υγεία του (και απ’ο το παλιό του τραύμα στον πνεύμονα) χειροτέρεψε στην φυλακή και πέθανε γρήγορα, 3 Μαίου 1890.
— Τον έφαγε το κεφάλι του, λένε ότι είπε ο Στέφανος Δραγούμης στον Τρικούπη, άμα έμαθε το θάνατό του.
— Όχι, απάντησε ο Τρικούπης, τον έφαγαν οι δικασταί!
Ήταν 60 χρονών. Το κατεστημένο της εποχής μπορεί να οδήγησε στον θάνατο τον αγωνιστή Χοϊδά, όμως δεν κατάφερε να σβήσει τις ιδέες του και την παρακαταθήκη που άφησε, ούτε το σοσιαλιστικό κίνημα, που τότε έκανε τα πρώτα βήματα.
Η ζωή και η δράση του Ρόκκου Χοϊδά είναι ένα μεγάλο ορόσημο στη μεγάλη πορεία του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Γιώργος Κ. Καββαδίας