10-30-2026 16:58
Κέρκυρα
- Κατηγορία: Πολιτισμός
31 Οκτώβρη 1988 γεννήθηκε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης: Όταν ο ποιητής της νύχτας τραγούδησε το ξύπνημα του προλεταριάτου
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του Μεσοπολέμου, υπήρξε μια πολυσύνθετη και αντισυμβατική προσωπικότητα. Πέρα από την ποιητική του δημιουργία και τη σύγκρουσή του με τις κοινωνικές συμβάσεις, ξεχωρίζει η πολιτική του διαδρομή: η προσχώρησή του στον κομμουνισμό, η συνεργασία του με τον «Ριζοσπάστη», το «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου» και η έμπρακτη αλληλεγγύη του προς τους αγωνιστές του ΕΛΑΣ κατά την Κατοχή. Ένας ποιητής που αναζήτησε όχι μόνο την προσωπική ελευθερία, αλλά και έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση και κοινωνική αδικία.
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, που γεννήθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 1888, υπήρξε μία από τις πιο ξεχωριστές και αντιφατικές προσωπικότητες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ποιητής του νεοσυμβολισμού και του νεορομαντισμού, δανδής και αισθητιστής, αλλά και άνθρωπος που αμφισβήτησε έμπρακτα τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής του, δεν μπορεί να περιοριστεί στην εικόνα του εκκεντρικού μποέμ ή του «καταραμένου» ποιητή. Η πολιτική του διαδρομή, η προσχώρησή του στην κομμουνιστική ιδεολογία και η αλληλεγγύη του προς τους αγωνιζόμενους ανθρώπους αποτελούν μια λιγότερο προβεβλημένη, αλλά ιδιαίτερα σημαντική πλευρά της ζωής του.
Από την αστική καταγωγή στην αμφισβήτηση
Γιος του στρατιωτικού και πολιτικού Λεωνίδα Λαπαθιώτη και της Βασιλικής Παπαδοπούλου, ανιψιός του Χαρίλαου Τρικούπη, μεγάλωσε σε εύπορο και καλλιεργημένο οικογενειακό περιβάλλον. Από μικρός έδειξε ιδιαίτερη κλίση στην ποίηση και τη μουσική. Το 1905 εμφανίστηκε επίσημα στα γράμματα, ενώ το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του λογοτεχνικού περιοδικού «Ηγησώ».
Σπούδασε νομικά, χωρίς να ασκήσει ποτέ τη δικηγορία. Επηρεάστηκε βαθιά από τον Όσκαρ Ουάιλντ και το ευρωπαϊκό κίνημα του αισθητισμού, υιοθετώντας την αντίληψη ότι η τέχνη δεν οφείλει να υποτάσσεται σε ηθικούς κανόνες ή κοινωνικές σκοπιμότητες. Η λατρεία της ομορφιάς, η ελευθερία της προσωπικής έκφρασης και η αντίθεση στον ασφυκτικό καθωσπρεπισμό αποτέλεσαν βασικά στοιχεία της στάσης του.
Η ανοιχτή ομοφυλοφιλία του, η εκκεντρική εμφάνιση και ο τρόπος ζωής του προκαλούσαν την εχθρότητα της συντηρητικής αθηναϊκής κοινωνίας. Ο Λαπαθιώτης αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις κυρίαρχες αντιλήψεις για την ηθική, τον έρωτα και την κοινωνική συμπεριφορά. Η προσωπική του στάση δεν ήταν απλώς μια ιδιορρυθμία, αλλά και μια μορφή αμφισβήτησης των κοινωνικών απαγορεύσεων και της υποκρισίας της εποχής.
Η πολιτική στροφή προς τον κομμουνισμό
Ωστόσο, η πιο ενδιαφέρουσα ίσως πλευρά της προσωπικότητάς του βρίσκεται στην πολιτική του διαδρομή. Παρά την αριστοκρατική καταγωγή και την αρχική του ένταξη στους κύκλους της αστικής διανόησης, ο Λαπαθιώτης ήρθε σταδιακά πιο κοντά στον κόσμο της εργατικής τάξης και της βιοπάλης.
Στη δεκαετία του 1920 επηρεάστηκε από τις μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις της εποχής, αλλά και από τον απόηχο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ασπάστηκε την κομμουνιστική ιδεολογία και το 1927 δημοσιοποίησε την πολιτική του τοποθέτηση. Η επιλογή του προκάλεσε αίσθηση, καθώς ένας ποιητής προερχόμενος από εύπορη οικογένεια τασσόταν ανοιχτά υπέρ ενός κινήματος που αμφισβητούσε τις κοινωνικές και οικονομικές βάσεις της αστικής τάξης.
Συνεργάστηκε με τον «Ριζοσπάστη», ακόμη και κατά την περίοδο της παρανομίας του, ενώ δημοσίευσε το 1932 στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» το πεζό ποίημα «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου».
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πολιτική και ιδεολογική του διακήρυξη: «Ο κομμουνισμός είναι το τελευταίο ατού της ταλαιπωρημένης ανθρωπότητας. Αν αποτύχει και σ’ αυτό, δεν της απομένει παρά η επιστροφή στο σκοτάδι και την αποκτήνωση».
Η φράση αυτή αποτυπώνει την πίστη του ότι η κοινωνική απελευθέρωση δεν αποτελούσε απλώς ένα πολιτικό αίτημα, αλλά μια ιστορική δυνατότητα για την ανθρωπότητα.
«Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου»
Στο ποίημά του, ο Λαπαθιώτης εγκαταλείπει τη γνώριμη μελαγχολική και εσωτερική λυρική γραφή του και υιοθετεί έναν ορμητικό, καταγγελτικό λόγο. Οι καταπιεσμένοι, οι φτωχοί, οι εργάτες και οι άνθρωποι που στερήθηκαν τη χαρά και την αξιοπρέπεια εμφανίζονται ως η δύναμη που μπορεί να ανατρέψει την κοινωνική αδικία.
Στρέφεται με σφοδρότητα εναντίον της αστικής τάξης, την οποία παρουσιάζει ως υπεύθυνη για την εκμετάλλευση και την εξαθλίωση των εργαζομένων. Οι «ξυπόλυτοι», οι «γυμνοί κι αδικημένοι», οι «ταπεινοί κι οι καταφρονεμένοι» δεν είναι πλέον περιθωριακές υπάρξεις, αλλά οι πρωταγωνιστές μιας επικείμενης κοινωνικής ανατροπής.
Η κοινωνική δικαιοσύνη, η αλληλεγγύη και η απελευθέρωση από την εκμετάλλευση συνδέονται με την προοπτική ενός διαφορετικού κόσμου. Ενός κόσμου όπου η χαρά, η αγάπη και η ομορφιά δεν θα αποτελούν προνόμια των λίγων, αλλά δικαίωμα όλων.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο ποιητής συνδέει την κοινωνική αλλαγή με την αποκατάσταση της ίδιας της ομορφιάς της ζωής. Η ποίηση, σε αυτή την περίπτωση, μετατρέπεται σε όπλο πολιτικής και κοινωνικής αφύπνισης.
Το τραγούδι
…Ακούς, ακούς; ζυγώνουν οι ξυπόλυτοι –ζητιάνοι της χαράς και της αγάπης– οι καταφρονεμένοι, με τα χοντρά, τα ροζιασμένα δάχτυλα και την αδέξια την περπατησιά, για να σου στρίψουν το άσπρο σου λαιμάκι –και για να σ’ αφανίσουν, μια για πάντα, μεταξωτή μηγιάγγιχτη κουκλίτσα, καμαρωτή μικρούλα τιγριδούλα, κοκώνα με τη σάπια την ψυχή!…
***
Φτάνουν απ’ τα πέρατα του κόσμου, μ’ αξίνες, με σφυριά και με δρεπάνια, για να σου δόσουν τώρα, μια για πάντα, το μεγάλο μάθημα τ’ αξέχαστο, της πρώτης και στερνής δικαιοσύνης, καθώς την πήραν απ’ τα χέρια της ζωής —με τα θαμπά και τ’ άξεστα μυαλά τους πυρπολημένα από την αγανάκτηση…
***
Ξεμπουκάρουν απ’ όλες τις μεριές —και φτάνουν, όλο φτάνουν, όλο φτάνουν — σέρνοντας τις θολές τους τις καρδιές, με την ακατάλυτη στοργή, και με τ’ ανεξερεύνητα τα μίση— για να σε μάθουν πράματα μεγάλα—πράματα μεγάλα κι’ αλησμόνητα, που θα τ’ ακούσεις μια φορά για πάντα, που θα τα νιώσεις μια φορά για πάντα, και πια δε θα μπορείς να τα ξεχάσεις…
***
Έρχονται τώρα, με σφιγμένα δόντια και μ’ ανταριασμένα τα μαλλιά, να σε πατήσουν με τ’ αγροίκα πόδια τους, να σε ποδοκυλίσουν αδυσώπητα, μέσ’ στο χρυσό σου τραγικό παλάτι —να σπάσουν τη φαρμακερή καρδιά σου, με το θυμό που σπάνε τ’ αποστήματα —να σ’ αφανίσουν τώρα, μια για πάντα— να σβήσεις απ’ τη μνήμη των ανθρώπων, για το κρίμα που τους έχεις κάνει, να τους αναθρέψεις με το μίσος, και με το μαύρο βόγγο στην ψυχή…
***
Φτάνουν οι γυμνοί κι αδικημένοι —κι οι ταπεινοί κι οι καταφρονεμένοι— που μέρα νύχτα τους κεντούσες με τα σίδερα, για να σου γλύφουν δουλικά τη φτέρνα— πλακώνουν τώρα, κύμα μανιασμένο, να τραγανίσουν τη ζεστή καρδιά σου, για το μεγάλο κρίμα που τους έκανες, να τους σκοτώνεις αναμεταξύ τους, για να ρουφάς τα δόλια τους μεδούλια, και να χορταίνεις, μέσ’ στην ξενοιασά σου, καλοθρεμμένο τέρας αστικό…
***
Ξυπνούν οι σκλάβοι απ’ όλες τις μεριές, να σε ξεσκίσουν με τα μαύρα νύχια τους, γιατί πεινούσαν και διψούσανε γι’ αγάπη —και συ τους πότιζες, δεν ξαίρω πόσα χρόνια, τους πότιζες με ξύδι και χολή…
***
Γιατί τότε μόνο, τότε μόνο, το πράμα αυτό πού κράζουν ουρανό, θα ξαναγίνει πάλι γαλανό· γιατί τότε μόνο, τότε μόνο, θα τραγουδήσουν πάλι τα πουλιά, και θα μοσκοβολήσουν τα ρόδα· γιατί τότε μόνο θ’ ακουστεί το καθαρό τραγούδι του αηδονιού, και τ’ άστρα, που είναι σκόρπια στο διάστημα, θα ξαναβρούνε την παλιά τους όψη! Τότε κι’ η Στοργή θα κατεβεί, να φιλήσει στα χείλη τους ανθρώπους…
***
Γιατί μόνο τότε, μόνο τότε, μόλις χαθείς αγύριστα, για πάντα, και τα κλαμένα βλέφαρα στεγνώσουν, και γίνουν ιλαρά τα μάτια πάλι— τότε μονάχα θα ξανακουστεί, μεσ’ απ’ τα μαύρα βάθη της αβύσσου, χαρμόσυνη, λαμπρή κι’ αγγελική, μια φοβερή κι απέραντη φωνή —φωνή της μακρυνής κι’ ακατανόητης, τώρα, Σοφίας τής Δημιουργίας…
Η έμπρακτη αλληλεγγύη στην Κατοχή
Η πολιτική του τοποθέτηση δεν έμεινε μόνο στα γραπτά του. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, παρά τη φτώχεια και τη σωματική και ψυχική του εξάντληση, φιλοξένησε στο σπίτι του ανθρώπους του ΕΛΑΣ. Σύμφωνα με μαρτυρία που μεταφέρει ο Τάσος Βουρνάς, λίγο πριν από την αυτοκτονία του είχε συνδεθεί με τον εφεδρικό ΕΛΑΣ της περιοχής των Εξαρχείων και είχε παραδώσει στους ΕΛΑΣίτες τα όπλα του πατέρα του, στρατιωτικού στο επάγγελμα.
Η στάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς την κοινωνική του προέλευση και τις δύσκολες συνθήκες μέσα στις οποίες ζούσε. Ο ποιητής που είχε ξεκινήσει από ένα εύπορο αστικό περιβάλλον βρέθηκε, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, στο πλευρό ανθρώπων που αγωνίζονταν ενάντια στην κατοχική καταπίεση.
Το τέλος μιας αντισυμβατικής ζωής
Η απώλεια των γονιών του, η οικονομική κατάρρευση, ο εθισμός στην ηρωίνη και οι στερήσεις της Κατοχής επιδείνωσαν δραματικά την κατάστασή του. Αναγκάστηκε να πουλήσει τη βιβλιοθήκη του, το πιάνο και προσωπικά του αντικείμενα. Στις 7 προς 8 Ιανουαρίου 1944 έβαλε τέλος στη ζωή του, στο σπίτι του στα Εξάρχεια. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε τέσσερις ημέρες αργότερα με οικονομική συνδρομή φίλων του.
Άφησε πίσω του ένα σχετικά μικρό σε έκταση, αλλά σημαντικό ποιητικό έργο. Η μοναδική ποιητική συλλογή που εξέδωσε εν ζωή ήταν «Τα πρώτα ποιήματα» (1939).
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δεν υπήρξε μόνο ένας ευαίσθητος ποιητής της νύχτας, της μοναξιάς και της μελαγχολίας. Ήταν ένας άνθρωπος που αμφισβήτησε τις κοινωνικές συμβάσεις, συγκρούστηκε με τον αστικό καθωσπρεπισμό και αναζήτησε στην κοινωνική χειραφέτηση μια διέξοδο για την ταλαιπωρημένη ανθρωπότητα. Η διαδρομή του από τον αισθητισμό στον κομμουνισμό, από την ατομική εξέγερση στην αλληλεγγύη προς τους καταπιεσμένους, αποτελεί μια ιδιαίτερη και συχνά παραγνωρισμένη σελίδα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Σαν σήμερα 31 Οκτώβρη στην Κέρκυρα
1841: Στις 3 το μεσημέρι, στο τότε κτήριο της Φιλαρμονικής, στην περιοχή της Πίνιας, ο συμβολαιογράφος Κωνσταντίνος Παπάκης διάβασε δημόσια, στα ελληνικά και στα ιταλικά, το...