10-31-2026 18:27
Πολιτισμός
- Κατηγορία: Πολιτισμός
31 Οκτωβρίου 1985: Έφυγε από τη ζωή ο ποιητής της ελευθερίας, του μύθου και του ονείρου Νίκος Εγγονόπουλος
Νίκος Εγγονόπουλος: Ο ποιητής και ζωγράφος που έδωσε στον ελληνικό υπερρεαλισμό τη δική του ταυτότητα
Σαν σήμερα, στις 31 Οκτωβρίου 1985, έφυγε από τη ζωή ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής πρωτοπορίας. Ποιητής, ζωγράφος και πανεπιστημιακός δάσκαλος, ο Νίκος Εγγονόπουλος υπερασπίστηκε μια διαφορετική αντίληψη της ελληνικότητας, συνδέοντας τον μύθο με την Ιστορία, το όνειρο με την πραγματικότητα και την παράδοση με την καλλιτεχνική ανατροπή. Υπήρξε, μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, βασικός εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Το έργο του, πληθωρικό, ερωτικό, αινιγματικό και γεμάτο συμβολισμούς, αμφισβήτησε τις καθιερωμένες αντιλήψεις για την τέχνη και την ελληνική πολιτισμική ταυτότητα.
Ο Εγγονόπουλος δεν ακολούθησε ποτέ τις εύκολες συμβάσεις ούτε εγκλωβίστηκε στα στενά όρια μιας παραδοσιακής αντίληψης για την ελληνικότητα. Αναζήτησε τη δική του καλλιτεχνική γλώσσα, συνδυάζοντας την αρχαιότητα, το Βυζάντιο, τη λαϊκή παράδοση και τη σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτοπορία. Η ζωγραφική και η ποίησή του συγκροτούν έναν κόσμο όπου ιστορικά πρόσωπα, μυθικοί ήρωες και καθημερινές μορφές συνυπάρχουν σε μια διαρκή συνομιλία.
Από το Παρίσι στην καλλιτεχνική πρωτοπορία
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 1907. Τα μαθητικά του χρόνια, από το 1919 έως το 1927, τα πέρασε ως εσωτερικός σε σχολείο του Παρισιού. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και στη συνέχεια εργάστηκε ως μεταφραστής και γραφέας, ενώ παράλληλα συνέχισε τις σπουδές του.
Το 1932 γράφτηκε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου είχε δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Παρθένη. Παράλληλα, παρακολούθησε το εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου και συνδέθηκε με σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής καλλιτεχνικής ζωής, όπως ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Δημήτρης Πικιώνης.
Το 1939 πραγματοποίησε την πρώτη ατομική του έκθεση, ενώ έναν χρόνο νωρίτερα είχε εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή του, με τον προκλητικό για την εποχή τίτλο «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν». Η έκδοση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και αντιμετωπίστηκε από μερίδα των κριτικών ως ένα ακατανόητο πνευματικό παιχνίδι. Η υπερρεαλιστική γραφή του, όπως και εκείνη του Εμπειρίκου, βρέθηκε στο στόχαστρο μιας συντηρητικής λογοτεχνικής αντίληψης.
Ανάμεσα στους ελάχιστους υπερασπιστές του ήταν ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο οποίος αναγνώρισε από νωρίς τη δύναμη και την πρωτοτυπία της δημιουργίας του.
Ο πόλεμος και ο «Μπολιβάρ» της ελευθερίας
Το 1941 πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο. Κατά τη γερμανική εισβολή αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, από όπου κατάφερε να δραπετεύσει. Επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια, έχοντας βιώσει από κοντά τη βαρβαρότητα του πολέμου και της κατοχής.
Μέσα σε αυτό το ιστορικό περιβάλλον γεννήθηκε ένα από τα σημαντικότερα έργα του, ο «Μπολιβάρ», που γράφτηκε τον χειμώνα του 1942-1943 και κυκλοφόρησε το 1944. Με αφετηρία τον Σιμόν Μπολιβάρ, τον απελευθερωτή της Λατινικής Αμερικής από την ισπανική κυριαρχία, ο ποιητής δημιουργεί τη μορφή του διαχρονικού αγωνιστή της ελευθερίας.
Ο Μπολιβάρ δεν περιορίζεται σε μια ιστορική προσωπικότητα ούτε σε έναν εθνικό ήρωα. Γίνεται σύμβολο της αντίστασης απέναντι στην καταπίεση, της χειραφέτησης των λαών και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η ελευθερία αποκτά οικουμενική διάσταση, ξεπερνώντας σύνορα, φυλές και εποχές. Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο χαρακτηρίστηκε από τον κριτικό Ανδρέα Καραντώνη ως ο «Ύμνος εις την Ελευθερία» της γενιάς του '30.
“Μπολιβάρ. Ένα ελληνικό ποίημα”.
Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους,
για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,
τα γενναία, τα δυνατά…
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο
μέσ’ στη νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξιδιού: π ρ ο ς τ’ ά σ τ ρ α
Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο,
είσουνα ένα λουλούδι μεσ’ στους μπαχτσέδες
της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών
μεσ’ στην καρδιά σου, μεσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στο
βλέμμα σου.
Μπολιβάρ! Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος στην
κορφή του βουνού Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων
του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό
Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά,
της Γκουατεμάλα, της Νικαράγουα,
του Οντουράς, της Αϊτής,
του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας,
της Κολομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας,
της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας,
Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καράκας. Το φως το δικό σου,
Μπολιβάρ,
γιατί ως νάρθης η Νότια Αμερική
ολόκληρη ήτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος,
που φωτίζει την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια,
και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα
μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παληκαρά, τρέχουν
τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες
του καφέ.
Σαν μιλάς φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.
Η ελληνικότητα μέσα από τον μύθο και τα σύμβολα
Η ιδιαίτερη σχέση του Εγγονόπουλου με την ελληνική ιστορία και μυθολογία αποτυπώνεται και στη ζωγραφική του. Δύο χαρακτηριστικά έργα του, ο «Όρκος» (1952) και ο «Ορφέας» (1957), βρίσκονται στο Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης Ρόδου.
Στον «Όρκο», η ηρωική απόφαση των πρωταγωνιστών της Επανάστασης του 1821 αποκτά μυθικές διαστάσεις. Οι αγωνιστές της νεότερης ελληνικής ιστορίας συνομιλούν με τους ομηρικούς ήρωες, καθώς ο δημιουργός αναδεικνύει τη διαχρονική συνέχεια του ελληνισμού. Στον «Ορφέα», αντίθετα, ο αρχαίος μύθος γίνεται αφορμή για μια βαθύτερη αναζήτηση της ίδιας της φύσης του καλλιτέχνη και της δημιουργίας.
Η ελληνικότητα, ωστόσο, στο έργο του δεν είναι μια κλειστή, αυτάρεσκη αναφορά στο παρελθόν. Είναι μια ανοιχτή πολιτισμική περιπέτεια, που συνομιλεί με τον κόσμο, δανείζεται, μετασχηματίζει και ανατρέπει.
Ο δάσκαλος και η αναγνώριση
Από το 1945 ακολούθησε πανεπιστημιακή σταδιοδρομία στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, αρχικά ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου. Το 1969 έγινε καθηγητής, ενώ αποχώρησε το 1973 με τη συνταξιοδότησή του.
Η προσφορά του αναγνωρίστηκε και με σημαντικές διακρίσεις. Το 1958 τιμήθηκε με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Εν Ανθηρώ Ελληνι Λόγω», ενώ το 1966 έλαβε τον Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α΄. Το 1979 τιμήθηκε για δεύτερη φορά με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, αυτή τη φορά για τη συλλογή «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες».
Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, ενώ έργα του μελοποιήθηκαν από σημαντικούς Έλληνες συνθέτες, μεταξύ των οποίων ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Αργύρης Κουνάδης και ο Νίκος Μαμαγκάκης.
Ο Νίκος Εγγονόπουλος πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 1985 από ανακοπή καρδιάς. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.
Σαράντα ένα χρόνια μετά τον θάνατό του, το έργο του εξακολουθεί να προκαλεί, να γοητεύει και να ανοίγει δρόμους ερμηνείας. Γιατί ο Εγγονόπουλος δεν αντιμετώπισε την τέχνη ως αναπαραγωγή βεβαιοτήτων, αλλά ως διαρκή αναζήτηση και αμφισβήτηση. Με τη μούσα, τον μύθο, τα σύμβολα, τη φαντασία και το όνειρο, δημιούργησε έναν κόσμο απολύτως προσωπικό, αποδεικνύοντας ότι η ελληνική παράδοση δεν είναι ένα μουσειακό κειμήλιο, αλλά μια ζωντανή δύναμη που μπορεί να συνομιλεί με το παρόν και το μέλλον.
Ένοχοι οι αστυνομικοί που βασάνισαν τον Βασίλη Μάγγο. – Και με δικαστική βούλα η ελληνική αστυνομία έχει βασανιστές
Πηγή: Χρήστος Αβραμίδης – .instagram - Αναδημοσίευση από ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ 🚨 ΕΚΤΑΚΤΟ: Οι αστυνομικοί που βασάνισαν τον Βασίλη Μάγγο είναι ένοχοι. Είναι πλέον επίσημο: οι 5 αστυνομικοί είναι βασανιστές. Η κυβέρνηση πήγε Κουβά Η...
ΣΕΡΕΤΕ: «Το εργατικό κίνημα δεν έχει ιδιοκτήτες» – Καταγγελία για βία από δυνάμεις του ΠΑΜΕ στην απεργιακή πορεία του Πειραιά