09-14-2026 18:26
Κέρκυρα
- Κατηγορία: Εκπαίδευση
Οι «αόρατοι» μαθητές της τάξης: Τα παιδιά που μπορεί να χαθούν μέσα σε μια τάξη 27 παιδιών

Χρήστος Κάτσικας
Δεν προκαλούν, δεν διακόπτουν, δεν ζητούν βοήθεια και συχνά δεν δημιουργούν κανένα «πρόβλημα». Κι όμως, μπορεί να είναι τα παιδιά που χρειάζονται περισσότερο από όλους ένα βλέμμα, μια ερώτηση, έναν εκπαιδευτικό που θα αντιληφθεί εγκαίρως ότι πίσω από τη σιωπή κρύβεται δυσκολία, φόβος ή παραίτηση.
Σε κάθε σχολική τάξη υπάρχουν οι μαθητές που γίνονται αμέσως αντιληπτοί. Είναι εκείνοι που σηκώνουν συνεχώς το χέρι, που θέλουν να απαντήσουν, που μιλούν χωρίς να τους δοθεί ο λόγος, που κάνουν αστεία, που αντιδρούν, που αμφισβητούν, που ζητούν διευκρινίσεις ή που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, διεκδικούν ένα μεγάλο μέρος της προσοχής του εκπαιδευτικού.
Υπάρχουν όμως και οι άλλοι. Οι ήσυχοι μαθητές.
Εκείνοι που κάθονται συνήθως στο ίδιο θρανίο, ανοίγουν το βιβλίο όταν πρέπει, δεν δημιουργούν προβλήματα, δεν προκαλούν παρατηρήσεις, δεν διακόπτουν το μάθημα και, κυρίως, δεν ζητούν σχεδόν ποτέ βοήθεια.
Μπορεί να περάσει ολόκληρη η διδακτική ώρα χωρίς να ακουστεί η φωνή τους.
Και μπορεί να περάσει ολόκληρη η διδακτική ώρα χωρίς κανείς να αντιληφθεί ότι δεν κατάλαβαν σχεδόν τίποτα.
Η σιωπή δεν σημαίνει πάντα ότι «όλα πάνε καλά»
Στο σχολείο υπάρχει μια επικίνδυνη παρεξήγηση: επειδή ένα παιδί δεν δημιουργεί πρόβλημα, θεωρείται συχνά ότι δεν έχει και πρόβλημα.
Ο μαθητής που δεν μιλά δεν θα διακόψει την πορεία του μαθήματος, δεν θα αναγκάσει τον εκπαιδευτικό να σταματήσει, δεν θα προκαλέσει την παρέμβαση του διευθυντή, δεν θα αποτελέσει θέμα στη συνεδρίαση του συλλόγου διδασκόντων. Έτσι, μέσα στη φυσιολογική πίεση μιας σχολικής ημέρας, μπορεί πολύ εύκολα να περάσει κάτω από το παιδαγωγικό ραντάρ.
Η πραγματικότητα όμως μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική.
Πίσω από τη σιωπή μπορεί να βρίσκεται ντροπή. Μπορεί να βρίσκεται φόβος μήπως η απάντηση είναι λανθασμένη και προκαλέσει γέλια. Μπορεί να βρίσκεται ανασφάλεια, δυσκολία κατανόησης, χαμηλή αυτοπεποίθηση, κοινωνική απομόνωση ή απλώς η πεποίθηση ενός παιδιού ότι «οι άλλοι είναι καλύτεροι από εμένα, άρα δεν έχει νόημα να προσπαθήσω».
Και υπάρχει ίσως ακόμη πιο ανησυχητική περίπτωση: το παιδί που κάποτε προσπαθούσε, αλλά έπαψε.
Δεν σηκώνει πλέον το χέρι όχι επειδή δεν έχει απορίες, αλλά επειδή έχει πειστεί ότι κανείς δεν θα τις ακούσει ή ότι ακόμη και αν τις εκφράσει δεν θα μπορέσει να ακολουθήσει.
Σε ένα τμήμα 27 μαθητών είναι εύκολο να εξαφανιστείς
Η συζήτηση για τον αριθμό των μαθητών μέσα στις τάξεις παρουσιάζεται πολλές φορές ως ένα απλό διοικητικό ή οικονομικό ζήτημα: πόσα παιδιά «χωράει» μια αίθουσα, πόσα τμήματα μπορούν να δημιουργηθούν, πόσοι εκπαιδευτικοί απαιτούνται.
Όμως το μέγεθος μιας τάξης είναι πάνω απ’ όλα παιδαγωγικό ζήτημα.
Σε ένα τμήμα 25, 26 ή 27 μαθητών ο εκπαιδευτικός καλείται, μέσα σε 45 λεπτά, να διδάξει, να εξηγήσει, να απαντήσει σε ερωτήσεις, να αντιμετωπίσει διακοπές, να διαχειριστεί συμπεριφορές, να ελέγξει εργασίες, να κινηθεί μέσα σε μια συχνά ανομοιογενή ομάδα και ταυτόχρονα να διαπιστώσει ποιος κατάλαβε και ποιος όχι.
Οι μαθητές που διεκδικούν την προσοχή θα τη λάβουν με κάποιον τρόπο.
Οι υπόλοιποι όμως;
Το παιδί στην τρίτη σειρά που κοιτάζει τον πίνακα αλλά έχει χάσει το νήμα εδώ και είκοσι λεπτά;
Η μαθήτρια που έχει μια απορία αλλά προτιμά να τη γράψει λάθος στο τετράδιό της παρά να σηκώσει το χέρι;
Ο μαθητής που έπαψε να προσπαθεί επειδή εδώ και μήνες αισθάνεται ότι βρίσκεται διαρκώς ένα βήμα πίσω;
Σε μια πολυπληθή τάξη είναι πολύ εύκολο να μη γίνουν αντιληπτοί.
Να βρίσκονται καθημερινά στο σχολείο και, κατά έναν παράδοξο τρόπο, να παραμένουν αόρατοι μέσα σε αυτό.
Το «καλό και ήσυχο παιδί» που κανείς δεν ρώτησε
Υπάρχει μάλιστα μια κατηγορία μαθητών που μπορεί να παραμείνει αόρατη για χρόνια ακριβώς επειδή συμπεριφέρεται υποδειγματικά.
«Δεν μας έχει δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα», λέμε.
Η φράση ακούγεται θετική, αλλά δεν απαντά στο σημαντικότερο ερώτημα:
Τον έχουμε πραγματικά γνωρίσει;
Ξέρουμε τι σκέφτεται όταν δεν καταλαβαίνει;
Ξέρουμε αν φοβάται να μιλήσει;
Ξέρουμε αν αισθάνεται ότι ανήκει στην τάξη;
Ξέρουμε αν υπάρχει κάποιο μάθημα στο οποίο έχει σταματήσει εδώ και μήνες να παρακολουθεί ουσιαστικά;
Ξέρουμε αν έχει πειστεί ότι «δεν τα παίρνει τα γράμματα» επειδή κάποια στιγμή δυσκολεύτηκε και κανείς δεν πρόλαβε να σταθεί δίπλα του;
Η απουσία προβληματικής συμπεριφοράς δεν αποτελεί απόδειξη σχολικής ευημερίας.
Ένα παιδί μπορεί να κάθεται ήσυχο στο θρανίο του και ταυτόχρονα να απομακρύνεται κάθε ημέρα λίγο περισσότερο από τη μαθησιακή διαδικασία.
Η συμμετοχή δεν είναι μόνο το σηκωμένο χέρι
Υπάρχει ακόμη ένας λόγος για τον οποίο χρειάζεται προσοχή.
Το σχολείο συχνά ταυτίζει τη συμμετοχή με την εξωστρέφεια. Ο μαθητής που απαντά γρήγορα, μιλά εύκολα και εκφράζεται δημόσια θεωρείται ενεργός, ενώ εκείνος που χρειάζεται περισσότερο χρόνο, που σκέφτεται πριν μιλήσει ή που αισθάνεται άβολα να εκτεθεί μπροστά σε είκοσι πέντε συμμαθητές μπορεί να θεωρηθεί αδιάφορος.
Δεν είναι έτσι.
Η τάξη δεν πρέπει να γίνει ένας διαγωνισμός για το ποιος θα σηκώσει πρώτος το χέρι.
Υπάρχουν παιδιά που χρειάζονται χρόνο. Υπάρχουν παιδιά που θα μιλήσουν μόνο όταν αισθανθούν ασφαλή. Υπάρχουν παιδιά που εκφράζονται καλύτερα γραπτά. Υπάρχουν μαθητές που χρειάζονται πρώτα μια προσωπική κουβέντα με τον εκπαιδευτικό για να αποκτήσουν το θάρρος να εκτεθούν μπροστά στους υπόλοιπους.
Η παιδαγωγική αξία του εκπαιδευτικού βρίσκεται πολλές φορές ακριβώς εκεί: όχι μόνο στο να ακούσει εκείνον που μιλά, αλλά στο να αναζητήσει εκείνον που σιωπά.
Ένα «κατάλαβες;» δεν είναι πάντα αρκετό
Υπάρχει μια γνώριμη στιγμή σε κάθε μάθημα.
Ο εκπαιδευτικός ολοκληρώνει την εξήγηση και ρωτά:
«Το καταλάβαμε;»
Κάποιοι νεύουν καταφατικά, κανείς δεν απαντά και το μάθημα συνεχίζεται.
Όμως το παιδί που φοβάται να σηκώσει το χέρι όταν δεν καταλαβαίνει είναι πολύ πιθανό να μη σηκώσει το χέρι ούτε τότε.
Γι' αυτό η ουσιαστική παρατήρηση, οι μικρές ερωτήσεις, η προσωπική επαφή, η δυνατότητα λάθους χωρίς ειρωνεία και η δημιουργία ενός κλίματος στο οποίο η απορία δεν αντιμετωπίζεται ως αδυναμία είναι ίσως σημαντικότερα από οποιαδήποτε εντυπωσιακή εκπαιδευτική τεχνική.
Μερικές φορές μια φράση αρκεί:
«Σε βλέπω λίγο προβληματισμένο. Θέλεις να το ξαναδούμε;»
Για έναν εκπαιδευτικό μπορεί να είναι μια απλή ερώτηση.
Για ένα παιδί μπορεί να σημαίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο:
Με πρόσεξε.
Το σχολείο οφείλει να βλέπει και όσους δεν φωνάζουν
Το σχολείο δικαίως αφιερώνει χρόνο στους μαθητές που εκδηλώνουν έντονες συμπεριφορές, αντιμετωπίζουν συγκρούσεις ή χρειάζονται άμεση υποστήριξη.
Δεν πρέπει όμως όλη η προσοχή του να κατευθύνεται αναγκαστικά προς εκεί όπου υπάρχει ο μεγαλύτερος θόρυβος.
Γιατί τα παιδιά που έχουν μάθει να υποφέρουν σιωπηλά είναι πολύ εύκολο να μείνουν χωρίς βοήθεια.
Και ακριβώς γι' αυτό η συζήτηση για μικρότερα τμήματα δεν αφορά μόνο την «ποιότητα της διδασκαλίας» με την αφηρημένη έννοια του όρου. Αφορά τη δυνατότητα του εκπαιδευτικού να κοιτάξει πραγματικά τα πρόσωπα απέναντί του, να αντιληφθεί μια αλλαγή στη συμπεριφορά, να σταθεί για δύο λεπτά δίπλα σε ένα θρανίο, να ρωτήσει έναν μαθητή που δεν ρωτά ποτέ και να εντοπίσει μια δυσκολία πριν αυτή μετατραπεί σε μόνιμη αποτυχία.
Στο μικρότερο τμήμα υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να ακουστεί ακόμη και εκείνος που δεν μιλά.
Και αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Είναι ο πυρήνας της.
Γιατί πίσω από πολλούς μαθητές που κάποια στιγμή εμφανίζονται ως «αδιάφοροι», «αδύναμοι» ή «παραιτημένοι», μπορεί να υπάρχει ένα παιδί που για μεγάλο χρονικό διάστημα περίμενε κάποιον να παρατηρήσει ότι δυσκολεύεται.
Και ίσως δεν υπάρχει πιο απλή αλλά και πιο ουσιαστική περιγραφή της παιδαγωγικής από αυτή: Μερικές φορές η διαφορά ανάμεσα σε έναν μαθητή που εγκαταλείπει και σε έναν μαθητή που συνεχίζει είναι ότι κάποιος τον είδε εγκαίρως.
ΟΙ Επιπτώσεις της Γεώτρησης σύμφωνα με τα λόγια της Μελέτης
Στο στάδιο της διαβουλευσης βρίσκεται η ΜΠΚΕ της ερευντηικής γεώτρησης Ασωπός 1, περίπου 60 Km Δυτικά της Κέρκυρας. Όσο και αν προσπαθούνε να μας πείσουνε, ότι οι επιπτώσεις θα...