06-28-2026 17:57
Εκπαίδευση
- Κατηγορία: Επικαιρότητα
Πολιτικός μεσσιανισμός και κυβερνητική εξουσία: Ξανά για τις αυταπάτες που σκορπούν οι νέοι επίδοξοι «σωτήρες»
Στη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία το κράτος, οι μηχανισμοί του και οι θεσμοί της αστικής δημοκρατίας δεν αποτελούν ουδέτερα πεδία κοινωνικής «διαμεσολάβησης», αλλά όργανα ταξικής κυριαρχίας. Η κατοχή της κυβερνητικής εξουσίας στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος οργανώνεται με σκοπό τη διατήρηση των σχέσεων παραγωγής της μισθωτής σκλαβιάς και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Ωστόσο, προκειμένου να νομιμοποιηθεί αυτή η κυριαρχία στη συνείδηση των εκμεταλλευόμενων μαζών, ο αστικός ιδεολογικός μηχανισμός επιστρατεύει διαχρονικά και το φαινόμενο του πολιτικού μεσσιανισμού.
Ο μεσσιανισμός στην πολιτική σφαίρα ορίζεται ως η μετατόπιση της κινητήριας δύναμης της ιστορίας από τη συλλογική, οργανωμένη ταξική πάλη στην προσμονή ενός «χαρισματικού ηγέτη» ή ενός «υπερκομματικού συμβόλου», χωρίς να αμφισβητείται ο ρόλος του ατόμου ειδικά.
Αυτή η φιγούρα παρουσιάζεται-αναδύεται και σήμερα διά του σύγχρονου πολιτικού μάρκετινγκ, βασισμένη σε ιστορικές, πολιτιστικές (και θρησκευτικές) ρίζες και όρους ως ικανή να επιλύσει τις κοινωνικές αντιθέσεις χωρίς να θίξει τις δομές της οικονομικής βάσης. Η πραγματική ή κατασκευασμένη λαοφιλής παρουσία της αντικαθιστά την ανάγκη για κοινωνικούς αγώνες και ανατροπές με την παθητική ανάθεση, καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση ότι η δικαιοσύνη, η ευημερία, ένας «καλύτερος κόσμος» μπορούν να επιτευχθούν μέσω της διαχείρισης του αστικού κράτους. Γι’ αυτό από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού, ο μεσσιανισμός αποτελεί μια μορφή κοινωνικού φετιχισμού και πολιτικής αλλοτρίωσης.
Στην όχι και τόσο σύγχρονη αστική κρατική εξουσία είναι εμφανής η διαλεκτική σχέση μεταξύ του πολιτικού μεσσιανισμού και της άσκησής της. Εδώ θα εστιάσουμε σε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα που εισέρχονται στη σύγχρονη ελληνική πολιτική πραγματικότητα: το «κόμμα Τσίπρα» και το «κόμμα Μ. Καρυστιανού» (όπως τα κυρίαρχα ΜΜΕ αναφέρουν όχι τυχαία), όπου αναδεικνύεται πώς η ρεφορμιστική και η μικροαστική στρατηγική εγκλωβίζουν τη λαϊκή αγανάκτηση, μετατρέποντας τις ριζοσπαστικές διαθέσεις σε κοινοβουλευτικές αυταπάτες και εργαλεία νομής της κυβερνητικής εξουσίας. Δεν θα αναφερθούμε στα «ψιλά γράμματα» για τα οικονομικά συμφέροντα που υπάρχουν αλλά στη σημερινή πολιτική ουσία.
Λειτουργία του «Λυτρωτή»
Για να κατανοήσουμε το μεσσιανισμό, πρέπει να εξετάσουμε τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη βάση (οικονομικές σχέσεις) και το εποικοδόμημα (πολιτική, ιδεολογία). Σε περιόδους βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης, οι παραδοσιακοί πολιτικοί διαχειριστές της εξουσίας χάνουν τη νομιμοποίησή τους. Τα παραδοσιακά αστικά κόμματα αδυνατούν να πείσουν τις μάζες να αποδεχτούν τη φτωχοποίηση, την εξαθλίωση και την εξάρτηση. Στη σύγχρονη ιστορία της χώρας υπάρχουν πολλά παραδείγματα, ξεκινώντας από τους Παπανδρέου, Καραμανλή και φτάνοντας σε Μητσοτάκη, Τσίπρα. Για τους περισσότερους, η ιστορική αποτίμηση έχει καταγραφεί (το λιγότερο) με πολλά μελανά σημεία φτώχειας, καταπίεσης και υποτέλειας.
Ο μεσσιανισμός λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης της ταξικής πάλης. Το σύστημα, προκειμένου να αυτοσυντηρηθεί, επιτρέπει ή και πριμοδοτεί την ανάδυση νέων προσώπων ή κομμάτων που χρησιμοποιούν ριζοσπαστική, αντιστασιακή ή ανθρωπιστική ενωτική ρητορική. Η διαλεκτική αντίθεση εδώ είναι σαφής: ενώ η ρητορική αυτών των κινημάτων στρέφεται -υποτίθεται- εναντίον του «κατεστημένου», η αντικειμενική τους λειτουργία είναι η διάσωση του ίδιου του κατεστημένου μέσω της ενσωμάτωσης των μαζών στους αστικούς σχεδιασμούς.
«Ο Βοναπάρτης θα ήθελε να φαίνεται ο πατριαρχικός ευεργέτης όλων των τάξεων. Δεν μπορεί όμως να δώσει τίποτα στη μια χωρίς να το πάρει από την άλλη» αναφέρει ο Μαρξ στο έργο «18η Μπρυμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», αποκαλύπτοντας την απάτη. Η νομή της κυβερνητικής εξουσίας γίνεται το τελικό έπαθλο. Ο «μεσσίας» υπόσχεται να καταλάβει τους θώκους για να αλλάξει το σύστημα «εκ των έσω». Όμως, όπως δίδαξε ο Λένιν στο «Κράτος και Επανάσταση», η εργατική τάξη δεν μπορεί απλώς να παραλάβει την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη θέσει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς. Η «κοινωνική διαδικασία» προς τη νομή της εξουσίας ενσωματώνει ή μεταλλάσσει, αργά ή γρήγορα, νομοτελειακά όποιον εισέρχεται σε αυτήν την κίνηση χωρίς οργάνωση και πρόγραμμα επαναστατικής ανατροπής.
Ο αντιμνημονιακός αγώνας και ο αγώνας για «δικαιοσύνη»
έγιναν εργαλεία αστικού πολιτικού μεσσιανισμού
Παρά τις προφανείς διαφορές στο ιστορικό υπόβαθρο και τα κίνητρα των προσώπων, το «κόμμα Τσίπρα» και το «κόμμα Καρυστιανού» παρουσιάζουν κοινά δομικά χαρακτηριστικά. Και στα δύο φαινόμενα, η ρίζα του κακού δεν εντοπίζεται στον καπιταλισμό, αλλά σε μια «παρέκκλιση» από την κανονικότητα (τον καλό καπιταλισμό). Και στα δύο οι πολίτες καλούνται να εμπιστευτούν τον «ηγέτη-σωτήρα» ή το «κίνημα-σύμβολο» για να επέλθει η «κάθαρση». Ας τα δούμε πιο συγκεκριμένα.
Στο φόντο της βαθιάς οικονομικής κρίσης του 2010 και των μνημονίων, ο ΣΥΡΙΖΑ του Α. Τσίπρα μετατράπηκε γρήγορα από ένα μικρό κόμμα της λεγόμενης ανανεωτικής «Αριστεράς» σε ένα μαζικό, ρεφορμιστικό κυβερνητικό κόμμα. Ο Α. Τσίπρας προβλήθηκε από ένα τμήμα των επιτελείων της αστικής τάξης ως ο νεαρός, άφθαρτος ηγέτης, ρητορική που αποτελεί την επιτομή του πολιτικού μεσσιανισμού. Ακόμη και η θολή ρεφορμιστική πολιτική ανάλυση αντικαταστάθηκε από το χάρισμα του ηγέτη με τα διάφορα οπορτουνιστικά σκαμπανεβάσματα και διασπάσεις, όπως Κασσελάκη, Κωνσταντοπούλου.
Λαός και Αριστερά ξανά καλούνται να γίνουν παθητικοί ψηφοφόροι-θεατές, αναμένοντας τη λύτρωση από την κυβερνητική εναλλαγή. Καλούνται να ξεχάσουν ότι, σαν κυβέρνηση, το «κόμμα Τσίπρα» υλοποίησε τις σκληρές αναδιαρθρώσεις του κεφαλαίου, επέβαλε το τρίτο μνημόνιο, διέσωσε και αυτός το τραπεζικό σύστημα εις βάρος των εργαζομένων και εφάρμοσε την αντιλαϊκή πολιτική με την προβοκατόρικη κάλυψη της δήθεν «Αριστεράς». Ο μεσσιανισμός τότε κατέρρευσε και στη θέση του έμεινε η κυνική νομή της κρατικής εξουσίας και η πλήρης ενσωμάτωση στον αστικό πολιτικό κώδικα. Δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες ότι και τώρα θα συμβεί το ίδιο. Οποιοσδήποτε κομματικός σχηματισμός κινείται στο ίδιο ιδεολογικό πλαίσιο είναι καταδικασμένος είτε να γίνει συμπλήρωμα της αστικής διαχείρισης, είτε να φθαρεί γρήγορα, αφήνοντας πίσω του απογοήτευση και ενίσχυση του ταξικού συμβιβασμού και της ήττας.
Ένα πιο σύγχρονο και ιδιαίτερο φαινόμενο που χρήζει κριτικής είναι η πολιτικοποίηση του «κοινωνικού πόνου» και της ανάγκης για «δικαιοσύνη», όπως εκφράζεται μέσα από τη δημιουργία κόμματος από τη Μ. Καρυστιανού. Το έγκλημα των Τεμπών υπήρξε βαθιά ταξικό. Ήταν το αποτέλεσμα της πολιτικής της «απελευθέρωσης» των μεταφορών, της ιδιωτικοποίησης και της εγκληματικής υποχρηματοδότησης των μέτρων ασφαλείας χάριν των κερδών της αναδόχου εταιρείας. Η Μ. Καρυστιανού, ως μητέρα θύματος, ηγήθηκε ενός δίκαιου και συγκλονιστικού αγώνα ενάντια στην κρατική συγκάλυψη, κερδίζοντας την καθολική συμπαράσταση του λαού και της νεολαίας. Εδώ θα πρέπει να διαχωρίσουμε το δίκαιο πόνο και την ατομική πρόθεση από την αντικειμενική πολιτική λειτουργία ενός φαινομένου.
Η ανακοίνωση για την ίδρυση πολιτικού κόμματος από την ίδια την Καρυστιανού σηματοδοτεί μια ποιοτική μεταβολή: τη μετατροπή ενός ηθικού και κινηματικού συμβόλου σε πολιτικό παίκτη εντός του αστικού πολιτικού σκηνικού. Η «διαφθορά» των προσώπων και η έλλειψη «ηθικής» αντικαθιστά την καπιταλιστική κερδοφορία, την αντιλαϊκή πολιτική και την ανάγκη για ανατροπή των αιτιών που γεννούν τα εγκλήματα. Η ίδρυση κόμματος με βασικό άξονα την «απονομή δικαιοσύνης» και την «κάθαρση» με αστικό προσανατολισμό από ένα νέο «άφθαρτο» πρόσωπο, το οποίο λόγω της προσωπικής του τραγωδίας θεωρείται ότι έχει το ηθικό πλεονέκτημα να «εξυγιάνει» το σύστημα, αναπαράγει τις ίδιες μεσσιανικές αυταπάτες που είδαμε στο παρελθόν. Το κράτος δεν είναι «ανήθικο» επειδή διοικείται από κακούς πολιτικούς· είναι εγκληματικό επειδή είναι κράτος των καπιταλιστών, της εξάρτησης και της υποτέλειας. Η δικαιοσύνη στην αστική δημοκρατία είναι επίσης ταξική. Η διαχείριση της εξουσίας ή ακόμη και η απλή κοινοβουλευτική νομή της θέσης οδηγεί μαθηματικά στην ενσωμάτωση ή στην εργαλειοποίηση από ευρύτερα αστικά κέντρα που επιδιώκουν την ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού.
Από την ανάθεση στη συλλογική εργατική πάλη
Η κομμουνιστική κριτική δεν περιορίζεται στην αποδόμηση των αστικών αυταπατών, αλλά προτάσσει την επαναστατική διέξοδο. Ο ιστορικός υλισμός, η ιστορική πείρα αποδεικνύουν ότι κανένας «μεσσίας» δεν μπορεί να απελευθερώσει την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Όπως τονίζεται στον ύμνο της Διεθνούς: «…Θεοί, αρχόντοι, βασιλιάδες με πλάνα λόγια μας γελούν, της γης οι δούλοι κι οι ραγιάδες μοναχοί τους, θα σωθούν. Για να σπάσουμε τα δεσμά μας για να πάψει πια η σκλαβιά, να νιώσουν πρέπει τη γροθιά μας και της ψυχής μας τη φωτιά…».
Η νομή της κυβερνητικής εξουσίας εντός του καπιταλισμού είναι μια οφθαλμαπάτη κυριαρχίας. Οι πραγματικές αποφάσεις λαμβάνονται από τα συμβούλια των μονοπωλιακών ομίλων και των ιμπεριαλιστών. Ο μεσσιανισμός προετοιμάζει το έδαφος, τρέφοντας τις μάζες με ψευδαισθήσεις εύκολων και ανώδυνων λύσεων, ενώ η νομή της πολιτικής εξουσίας αποτελεί το μηχανισμό με τον οποίο το σύστημα ενσωματώνει και εξουδετερώνει τις ριζοσπαστικές φωνές και πρακτικές.
Η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα δεν χρειάζονται μεσσίες. Χρειάζονται κομμουνιστική οργάνωση με ισχυρό, ενωτικό και ταξικά προσανατολισμένο κίνημα, ικανό ιστορικά να αμφισβητήσει τη βαθύτερη δομή της εξουσίας του κεφαλαίου, μετατρέποντας την παθητική αναμονή σε ενεργή, επαναστατική δράση.
Πηγή: Λαϊκός Δρόμος
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ – αντιτετράδια της εκπαίδευσης: Συνταγματική αναθεώρηση: Ένα ακόμα βαθιά αντιδραστικό εγχείρημα
Στις 2 Φεβρουαρίου 2026 ο Μητσοτάκης με διάγγελμά του και με επιστολή του προς τους βουλευτές της ΝΔ άνοιξε τη διαδικασία για μια νέα αναθεώρηση του Συντάγματος, την πέμπτη κατά...
Εκδήλωση: «Απαγόρευση της συλλογικής ζωής, περιστολή της ελεύθερης έκφρασης και καταστολή των αγώνων στα πανεπιστήμια», Παρασκευή 3/7
Η ΠΕΣΕΚ συνεισφέρει έμπρακτα στη στήριξη του λαού της Κούβας που δοκιμάζεται από την επιθετικότητα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού